spot_img

Τελευταία Θέματα

spot_img
spot_img
spot_img

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

spot_img

Ευριπίδη «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Nikita Milivojević στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Η παρωχημένη άποψη ότι η «Μήδεια» του Ευριπίδη είναι δράμα ζηλοτυπίας έχει καταδικαστεί. Η αμηχανία των σκηνοθετών, ωστόσο, δεν έχει βρει ακόμα διέξοδο. Πού «πατάει» αυτή η άγρια παιδοκτονική τραγωδία του Ευριπίδη; Σε τι επικεντρώνεται;

Η αντίληψη του συρμού, που συμπορεύεται και με σύγχρονους κοινωνικούς προβληματισμούς, είναι πως η «Μήδεια» είναι μια ακραία μορφή επαναστατημένης γυναίκας και, ως εκ τούτου, έργο φεμινιστικό!

Αυτή είναι η επικρατέστερη άποψη και σ’ αυτή στηρίχθηκαν λίγο – πολύ οι «Μήδειες» που είδαμε τα τελευταία χρόνια. Άποψη, κατά τη γνώμη μου, απολύτως περιπλανημένη.

Γυναίκα σημαίνει, καταρχάς, μητρότητα. Οι αρχαίοι πρόγονοι , χωρίς τη δική μας αλλοτρίωση στα θέματα της αναπαραγωγής του είδους, δεν είχαν μειωμένη έννοια της μητρότητας, οπότε, θα πρέπει να ήταν αδιανόητο ένα έργο που, για να προβάλει τα δικαιώματα της γυναίκας, την καθιστά παιδοκτόνο. Της καταργεί, δηλαδή, τα αισθήματα της μητρότητας.

Η πράξη της Μήδειας, αν κριθεί στο πλαίσιο σύγχρονων αντιλήψεων, κάνει το έργο ακραία αντιφεμινιστικό. Η Μήδεια είναι η κορύφωση της έννοιας του τραγικού.

Στα πρόσωπα της Μήδειας και του Ιάσωνα, ο Ευριπίδης βρήκε την ιδανική περίπτωση να αντιπαραθέσει δυο βασικά στοιχεία που συγκρούονται σ’ όλη τη διαδρομή της ανθρώπινης περιπέτειας, παράγοντας την τραγικότητα του ανθρώπου. Το ορμέμφυτο, το φυσικό ένστικτο απ’ τη μια και την ιστορική ανάγκη, τη σκοπιμότητα, από την άλλη.

Αν ο θεατής δε σταθεί προκατειλημμένα απέναντι στον Ιάσωνα, θα διαπιστώσει πως η λογική της σκοπιμότητας, στα όσα λέει για τους σκοπούς του γάμου του, είναι τετράγωνη.

 Σήμερα δε, που μας έχει καταλάβει απόλυτα αυτή η λογική, ποιος ή ποια θα θεωρήσουν τη θέση του Ιάσωνα ανήθικη; Ποιος ή ποια θα δικαιώσει τη Μήδεια, που για την εγκατάλειψή της από τον σύζυγο, σκοτώνει την αντίζηλο και τον πατέρα της και σφάζει τα παιδιά της εν ψυχρώ;

Φόνοι σχεδιασμένοι, προμελετημένοι και με πρόβλεψη για τη φυγή και την ατιμωρησία. Με τα σημερινά μέτρα τίποτα δε δικαιώνει τη Μήδεια ούτε, άλλωστε, και στην εποχή του Ευριπίδη. Γιατί γράφτηκε λοιπόν αυτή η τραγωδία με βασικό πρόσωπο μια ειδεχθή φόνισσα;

Ο Nikita Milivojević, διεθνής σκηνοθέτης με βαθιά σχέση με την ελληνική γραμματεία, επιστρέφει για να προσεγγίσει αυτή τη φορά τη Μήδεια, φωτίζοντας την ανθρώπινη διάσταση του μύθου. Η παράσταση διατηρεί τον κλασικό άξονα του κειμένου, αφήνοντας τα υπόγεια ρεύματα μιας ισχυρής μνήμης να διαπερνούν τη δράση. Η ιστορία μοιάζει να ξεδιπλώνεται μέσα από όσα ανακαλεί η ίδια η Μήδεια, σαν εικόνες, που επιστρέφουν επίμονα: ο έρωτας, η φυγή, τα παιδιά, η προδοσία.

«Επειδή τον Νικίτα τον ενδιέφερε το τι ακριβώς συμβαίνει στον ψυχισμό της Μήδειας μετά τον φόνο των παιδιών, η παράσταση στήνεται κατά κάποιον τρόπο σαν μια αναβίωση των γεγονότων που συνέβησαν μέσα στο ταραγμένο της μυαλό. Είναι σαν φρικτό όνειρο, σαν ένας εφιάλτης που τη βασανίζει. Ακόμα και ο Χορός που είναι γυναίκες της Κορίνθου, εμφανίζεται να αποτελείται από οντότητες παράξενες. Είναι κάτι σαν δαίμονες που έχουν στοιχειώσει την ψυχή της. Όλο αυτό, έχει ένα πολύ έντονο εικαστικό ενδιαφέρον», αναφέρει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε συνέντευξή της.

Η Τροφός ανοίγει την παράσταση στο πρωτότυπο, με έναν από τους πιο εμβληματικούς μονολόγους του αρχαίου δράματος. Στη συγκεκριμένη σκηνική ανάγνωση, η προσέγγιση του ρόλου εμπεριέχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ανατροπή. Η διασκευή του Νικήτα Μιλιβόγεβιτς επιλέγει να ανοίξει την παράσταση με την ίδια τη Μήδεια, η οποία καταρρέει σωματικά και ψυχικά μετά τον φόνο των παιδιών της. Από εκείνο το σημείο και μετά, η ηρωίδα ξαναζεί ολόκληρη την ιστορία της μέσα σε ένα όνειρο ή, μάλλον, μέσα σε έναν εφιάλτη. Όλα τα πρόσωπα του έργου αναδύονται σταδιακά μέσα από τον Χορό, αφαιρώντας τις μάσκες τους, γεγονός που τοποθετεί τη λειτουργία της μνήμης σε πρώτο πλάνο.

 Έτσι, η Τροφός (Ρένη Πιττακή) δε μεταφέρει τον παραδοσιακό, εκτενή εναρκτήριο μονόλογο. Κρατάει ένα μικρό, αλλά εξαιρετικά πυκνό σπάραγμα αυτού του εμβληματικού κειμένου, ενώ παράλληλα δανείζεται φράσεις τόσο από τον Χορό όσο και από τον Παιδαγωγό, καθώς ο τελευταίος δεν υφίσταται ως ξεχωριστός χαρακτήρας στη διανομή.

Πρόκειται για μια παράσταση υψηλών προδιαγραφών από τον πολιτιστικό οργανισμό “Λυκόφως” του Γιώργου Λυκιαρδόπουλου, που περιοδεύει φέτος το καλοκαίρι σε όλη την Ελλάδα κι έφτασε και στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων. Η υπογραφή του Σέρβου σκηνοθέτη Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς επικυρώνει την ποιητική διάσταση της τραγωδίας.

 Στο αρχαίο δράμα, άλλωστε, οι ήρωες δε μιλούν μόνο για το «εδώ και τώρα». Η ποίηση επιτρέπει στον λόγο τους να ανοίγεται σε πανανθρώπινα μεγέθη κι όταν η ποίηση είναι καταφανής, μια φράση για το σκοτάδι ή το φως, για τη μοίρα ή τον νόμο, ξεπερνά το συγκεκριμένο έργο και αντηχεί στην ψυχή του θεατή, ως μια διαχρονική αλήθεια για την ανθρώπινη κατάσταση. Ό,τι ακριβός συμβαίνει στην τωρινή «Μήδεια» που φωτίζει εξαιρετικά ο Νίκος Βλασόπουλος, υπό τις οδηγίες του σκηνοθέτη.

Εδώ, δώδεκα ηθοποιοί συγκροτούν ένα συμπαγές σκηνικό σώμα, όπου οι φωνές ενώνονται και λειτουργούν ως καθρέφτης της πτώσης της ηρωίδας. Δύο μουσικοί επί σκηνής συμμετέχουν οργανικά στη δράση, με τη ζωντανή μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού να διατρέχει την παράσταση με ένταση και υποβλητικότητα, δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο που συνομιλεί με τον αρχαίο λόγο.

 Τρεις από τους κύριους ρόλους είχανε ανατεθεί το 1997 από το Εθνικό Θέατρο στους: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Λάζαρο Γεωργακόπουλο και Άρη Λεμπεσόπουλο , οι οποίοι βρίσκονται και στην τωρινή διανομή, οι οποίοι είναι εξαιρετικοί και στην τωρινή παράσταση, ιδίως ο Ιάσων του Λάζαρου Γεωργακόπουλου, που σαν χαροκαμένος πατέρας στο τελευταίο μέρος, καταθέτει οδύνη και σπαραγμό, σκορπώντας ρίγη συγκίνησης στο κοινό.

Η σπουδαία Καρυοφυλλιά Καραμπέτη έχει αναμετρηθεί πολλάκις με τη Μήδεια, πάντα με επιτυχία. Κι εδώ, είναι ηρωίδα βαθύτατα ανθρώπινη και ψυχολογικά απόλυτα αληθοφανής, παρά τη φρίκη των πράξεων που αποτολμά ωθημένη από το μίσος, την εκδίκηση και τον θυμό. Εξεγείρεται με τα εγκλήματά της κατά της ποταπότητας του κόσμου που την περιβάλλει και κατά της μοίρας της, ως περιπλανώμενης και καταδιωγμένης ξένης.

Θύματά της ο Κρέων (Άρης Λεμπεσόπουλος) και η κόρη του, νέα σύζυγος του Ιάσονα (Λάζαρος Γεωργακόπουλος). Ο τελευταίος θα παραστεί ανήμπορος στο θάνατο των δύο παιδιών του, που η Μήδεια σκοτώνει σε κρίση μίσους κι εκδίκησης.

Στην παράσταση του Μιλιβόγιεβιτς, η Μήδεια ενσαρκώνεται με ευαισθησία και σκηνική σοφία – για άλλη μια φορά – από τη σημαντική ηθοποιό. Είναι αδαμάντινη, απαράμιλλη στο ερωτικό πάθος και στην ερωτική απόγνωση. Εκπληκτική ως κίνηση, ως έκφραση, ευθύβολη, καίρια, υπογραμμίζει όλες τις αποχρώσεις του μεγάλου αυτού ρόλου, επιδεικνύοντας τα άφθονα υποκριτικά της μέσα. Ως πειθαρχημένος εργάτης του θέατρου ακολουθεί τη σκηνοθετική επιταγή. Σπουδαία ερμηνεία.

 Βέβαια, η σκηνοθεσία αντιμετωπίζει το έργο όπως συνηθίζονταν στο παρελθόν, όπου αβανταδόρικες «αλήθειες» περί αιώνιας γυναίκας, συζυγικής απιστίας κ.λπ. , μοιραία απολήγουν σε σκιερά ξέφωτα.

 Τι είδους τραγική διαδρομή πορεύεται η ηρωίδα εάν, με τις εκλογικεύσεις μας, την εντάξουμε σε μια κοινή πληγωμένη αλλά ανάλγητη παιδοκτόνο;

Θαρρώ, ότι η ανειρήνευτη πάλη του Ευριπίδη με το θεολογικό πρόβλημα, ανάγλυφα δοσμένη και στο κύκνειο άσμα του, τις «Βάκχες», απαντά στο παραπάνω ερώτημα. Είναι η θεϊκή καταγωγή της ηρωίδας που οπλίζει το χέρι της.

Εγγονή του Ήλιου, ενανθρωπίζεται για το χατίρι ενός θνητού αλαζόνα, του μοιχού Ιάσωνα.

Όταν η ερωτική θυσία της διαψεύδεται, η Μήδεια επανακτά τη θεία περιωπή της και στο δικαίωμα (ή την υποχρέωση) στην εκδίκηση -αυτοδικία!

Η σύζυγος – μάνα γίνεται πάλι θεά, Άτη και Νέμεση. Τιμωρεί τον θνητό για την ύβριν του, δευτερευόντως δε και -αυτοπαθώς – τον εαυτό της.

Αναγκαίο λοιπόν να ζητάμε αναγωγή στις πληροφορίες του μύθου, εφόσον δηλώνονται στο κείμενο: Η Μήδεια επικαλείται τον Δία και την προσωπική προστάτιδά της, μνησίκακη ερωτικά, Ήρα, η ανάληψή της γίνεται με το άρμα του πάππου της Ήλιου και υπόσχεται στον Αιγέα το μυστικό της τεκνοποιίας.

Εδώ εγκαθίσταται καθαρός διάλογος ανάμεσα στο έλλογο και στο υπέρλογο στοιχείο, γι’ αυτό και η αποκατάσταση της «αρμονίας», δεν μπορεί να αναζητείται υποβαθμισμένη στα ανθρώπινα μέτρα.

Ο Nikita Milivojević έκρινε ότι η σύγχρονη επικαιρότητα δίνει φρέσκα παραδείγματα (όντως δίνει, εάν αναμοχλεύσουμε το γιατί και το διότι της υπόθεσης Πισπιρίγκου), οπότε μιλά στην παράστασή του για την προδοσία, την εξορία, την αξιοπρέπεια και το οριακό σημείο, όπου ο άνθρωπος συνθλίβεται ανάμεσα στον έρωτα και την κοινωνική τάξη.

Η παρούσα παράσταση δεν αντιμετωπίζει τη Μήδεια ως «τέρας», αλλά ως μια συνειδητή ανθρώπινη ύπαρξη που φτάνει στο έσχατο όριο.

Ο σκηνοθέτης με τους συνεργάτες του στήνουν μια τραγωδία που βασίζεται πολύ έντονα στη συλλογική ενέργεια.

Το όραμα του Μιλιβόγιεβιτς επιχειρεί να φωτίσει με ιδιαίτερο βάρος τη σκληρότητα μιας πατριαρχικής κοινωνίας, η οποία σπρώχνει τον άνθρωπο στα άκρα. 

Όμως η Μήδεια στην παράσταση, δεν είναι μια απλώς σκληρή ή μονοδιάστατα εκδικητική γυναίκα.

Είναι ένας άνθρωπος βαθιά πληγωμένος, μια ξένη σε έναν εχθρικό κόσμο που την αποδιώκει, την υποτιμά και την απαξιώνει.

Μια συνιστώσα με διαρκή συμμετοχή στο αρχαίο δράμα, η μετάφραση του – προσφάτως εκλιπόντα – ποιητή Γιώργου Μπλάνα, ο οποίος δεν αντιμετώπισε το κείμενο του Ευριπίδη στενά φιλολογικά ή μουσειακά, αλλά προσέδωσε έναν λόγο που «ρέει» στη σκηνή. Η μετάφρασή του έχει εσωτερικό ρυθμό, αποφεύγει τις αρχαιοπρέπειες που ξενίζουν τον σύγχρονη θεατή, αλλά παράλληλα διατηρεί το ειδικό βάρος και την ιερότητα του τραγικού λόγου.

Η επόμενη συνιστώσα του έργου συνόλου είναι η πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού. Στην παράσταση, η επικοινωνία με το κοινό ενισχύεται δραστικά από τη ζωντανή μουσική, που ερμηνεύεται από τους Στέλιο Κατσατσίδη και Βαγγέλη Παρασκευαΐδη.

Στο κέντρο της σκηνής υπάρχει ένας μεγάλος κύκλος, μια σειρά από κόκκινες πόρτες, σύμβολα της μνήμης, του ασυνείδητου, της ζωής και του θανάτου. Μια εξαιρετική εικαστική εγκατάσταση του σκηνικά Σωτήρης Μελανού, ενώ στις δύο πλευρές του έχουν τοποθετηθεί δύο ξεχωριστές μουσικές εστίες με τύμπανα και ακορντεόν. Αυτό το ζωντανό ηχητικό τοπίο λειτουργεί ως μια συνεχής, πανίσχυρη τόνωση για τον θίασο. 

Ακόμα, όπως ο αρχαίος αυλητής καθοδηγούσε τα βήματα και το μέλος του Χορού, έτσι και ο σύγχρονος μουσικός δίνει το σύνθημα για την κίνηση και τον τόνο των ηθοποιών σε πραγματικό χρόνο, με τους άνδρες της παράστασης: Τάσο Σωτηράκη, Διονύση Πιφέα, να φανερώνουν την «ελλειπτικότητα» του φύλου και του χαρακτήρα τους απέναντι στις γυναίκες.

Και στα λυρικά μέρη της τραγωδίας πρυτανεύει η φορμαλιστική σκηνοθετική γραμμή.

Έτσι, ο εξαμελής Χορός των Κορινθίων μεταμορφώνεται στους δαίμονες της Μήδειας. Δεν τραγουδάει αλλά σχολιάζει τη δράση, αποτελώντας τη σκηνική έκφραση όσων συμβαίνουν μέσα στο μυαλό της ηρωίδας και κινείται σε σχήματα, όπως τον δίδαξε η Amalia Bennett.

Απέριττη, υποδειγματική Τροφός, με την έντονη προσωπικότητά της, η Ρένη Πιττακή, φέρει τη φωνή τής μνήμης και της συνείδησης της τραγωδίας.

Μιλά για την προδοσία, την εξορία, την αξιοπρέπεια και το οριακό σημείο, όπου ο άνθρωπος συνθλίβεται ανάμεσα στον έρωτα και την κοινωνική τάξη.

Η παράσταση επικεντρώνεται στο καταστροφικό πάθος του έρωτα και στη σύγκρουση της ηρωίδας με μια κοινωνία που την ταπεινώνει. Όταν ο Ιάσονας προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, ισχυριζόμενος με κυνισμό ότι έκανε τον νέο γάμο για το κοινό τους συμφέρον και ότι εκείνη πρέπει να συμβιβαστεί, η Μήδεια αντιδρά απέναντι σε επιχειρήματα που για την ίδια είναι ανυπόστατα και εξωφρενικά. Αυτή η σύγκρουση παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρη.

Πέρα από την ιστορία μιας προδομένης γυναίκας, η Μήδεια αποτελεί μια από τις πιο δυνατές φωνές γένους θηλυκού της αρχαίας δραματουργίας. Μέσα από τον λόγο και τη στάση της αναδύονται ζητήματα που αφορούν διαχρονικά τη γυναικεία θέση στην κοινωνία όπως η ανισότητα, η εξάρτηση, η απώλεια της φωνής, η ανάγκη για αναγνώριση κι αξιοπρέπεια.

Είναι μια ηρωίδα που ακόμα και μέσα στην ακραία της πράξη, φέρνει στο προσκήνιο την εμπειρία κάποιας που αρνείται να παραμείνει αόρατη. «Αιώνες πριν διατύπωσε τα αιτήματα που εξακολουθούν να είναι επίκαιρα, όπως την ανάγκη να μην υπάρχει αυτή η απίστευτη ανισότητα. Γιατί εκείνη την εποχή, ο ελληνικός πολιτισμός ήταν ένας πολιτισμός ανδρών.

Ο Ευριπίδης αναδεικνύει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων συναισθημάτων και της μοίρας που καθορίζει τις πράξεις μας.

Η “Μήδεια” ακολουθεί την παραδοσιακή δομή της αρχαίας τραγωδίας, με πρόλογο, πάροδο, επεισόδια, και έξοδο.

Ο διάλογος είναι γεμάτος συναισθηματική ένταση, ειδικά στους μονολόγους της Μήδειας, όπου εκφράζει τον βαθύ ψυχικό της πόνο και την απόγνωση.

Το στυλ του Ευριπίδη είναι περισσότερο ρεαλιστικό από τους προηγούμενους τραγικούς ποιητές, και η «Μήδεια» φέρει την αίσθηση της εσωτερικής ψυχολογικής διαμάχης και της ανθρώπινης ευαλωτότητας.

Η γλώσσα είναι πλούσια και συχνά αποκαλύπτει τις αντιφάσεις των χαρακτήρων.

Έτσι, οι θεατές εισπράττουν το διά ταύτα της σκηνοθετικής άποψης. Αιτία όλων των γεγονότων είναι ο έρωτας, από το πιο απλό στο πιο σύνθετο. Η Μήδεια έρχεται στην Ελλάδα, γιατί ερωτεύεται τον Ιάσονα. Αυτός εγκαταλείπει την αγαπημένη και τα παιδιά του, γιατί ερωτεύεται την κόρη του Κρέοντα. Η Μήδεια υποφέρει και οδηγείται στη μανία, την παραφροσύνη και την αγριότητα του τραγικού τέλους του έργου.

 Ο Σέρβος σκηνοθέτης, γνωρίζει πως ο ποιητής «ερωτεύεται» τον έρωτα, τον λατρεύει και δε διστάζει να δείξει, μέσα από τις ερμηνείες, τη δύναμή του σ’ όλη την έκταση του έργου.

Ταυτόχρονα, τολμά να μιλήσει για τις προσδοκίες των ανθρώπων και πώς αυτές μπορούν να τον απογοητεύσουν. Από τη μία αυτός που πιστεύει στο δούναι και λαβείν και προσδοκά μια κοινή ζωή και από την άλλη αυτός που αψηφά τις υποσχέσεις του και εγκαταλείπει τα κοινά τους όνειρα για μια νέα αρχή. Ποιος έχει περισσότερο θράσος;

Αυτή την ερώτηση έρχεται να απαντήσει ξεκάθαρα στη συνέχεια του έργου, με τον Ιάσονα να προσπαθεί να δικαιολογηθεί για τις πράξεις του. Βέβαια, το αν τον δικαιολογεί ο θεατής, έχει να κάνει με την δική του κοσμοθεωρία.

Με τη δική του κοσμοθεωρία, όμως, καλείται να δικαιολογήσει ή όχι και ένα άλλο κομμάτι του έργου : τα εγκλήματα της Μήδειας. Εγκληματεί, διαπράττει ύβρις, διαπράττει αισχρό αδίκημα. Το κάνει όμως αναίτια; Ακούγοντας τα λόγια όλων των ηρώων, όπως τα έφερε στα νεοελληνικά ο Γιώργος Μπλάνας, θα φτιάξει και το δικό του προφίλ για τον καθένα τους.

Ο Ευριπίδης, τελικά, έκανε για άλλη μια φορά αυτό που είχε στο μυαλό του. Άνοιξε ένα νέο παράθυρο στην τέχνη και στην τραγωδία. Συνδύασε μέσα σ’ ένα μόνο έργο την ευαισθησία της ανθρώπινης ψυχής και τις συγκινήσεις που την διακατέχουν, τόσο τις αγνές όσο και τις άγριες παρεκκλίσεις τους. Δεν είναι τυχαίο που, κανείς, πέρα των σχολαστικών μελετητών, δε θυμάται τις «Μήδειες» που έφυγαν για άλλη χώρα ή αποχωρίστηκαν τα παιδιά τους εξαιτίας ενός πολέμου.

Δεν είναι τυχαίο που όλοι θυμόμαστε την πληγωμένη Μήδεια του Ευριπίδη, οπότε, η τραγωδία αυτή εξακολουθεί να αποτελεί πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες, συγγραφείς και σκηνοθέτες, καθώς τα κεντρικά θέματα της προδοσίας, της εκδίκησης και της κοινωνικής αδικίας παραμένουν διαχρονικά και οικουμενικά.

 Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Nikita Milivojević
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνογραφία: Σωτήρης Μελανός
Πρωτότυπη μουσική / δραματουργία: Δημήτρης Καμαρωτός
Κίνηση: Amalia Bennett
Ενδυματολόγος: Βασιλική Σύρμα
Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Σχεδιασμός Ήχου: Κώστας Μπώκος
Μετάφραση στα Σέρβικα: Natasa Mijatovic
Βοηθοί σκηνοθέτη: Νίκος Τσιμάρας – Γιώτα Σερεμέτη
Βοηθός Σκηνογράφου: Σοφία Θεοδώρου
Βοηθός Ενδυματολόγου: Δήμητρα Σαρρή
Βοηθός Κινησιολόγου: Κατερίνα Γεβετζή
Βοηθοί σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης ΕΚΠΑ:
Πηνελόπη Πανταζή, Βασιλική Χατζηχαμπή

Πρωταγωνιστούν:

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη

Λάζαρος Γεωργακόπουλος

Άρης Λεμπεσόπουλος

Τάσος Σωτηράκης

Διονύσης Πιφέας

Στον ρόλο της Τροφού η Ρένη Πιττακή

Χορός:

Εβίτα Αγαΐτση

Ηλέκτρα Καρτάνου

Εμμανουήλ Κοντός

Ιωάννα Μπιτούνη

Μαριάμ Ρουχατζέ

Νίκος Τσιμάρας

Μουσικός επί σκηνής: Στέλιος Κατσατσίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ