Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου, 2021

Ο Σαιξπηρικός «Οθέλλος» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων υπό τον φόβο της βροχής!

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Ροή Ειδήσεων

Άρθρα & Απόψεις

Οικονομία

Γιάννης Σιαπέρας
Έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση από την εφημερίδα της Καβάλας "ΕΝΗΜΕΡΟΣ" και το Kavala Web News

Πρόλογος

Είναι αξιοθαύμαστο πώς ο Σαίξπηρ έγραψε και παρουσίασε ένα έργο με κεντρικό ήρωα έναν μαύρο! Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι ο συγκεκριμένος χαρακτήρας συνιστά έναν έντιμο και αξιόλογο άνθρωπο.

Είναι, μήπως, ένα έργο που κρύβει έναν ασυνείδητο ρατσισμό, όπως απαιτούσε το πνεύμα της εποχής του 17ου αιώνα; Είναι, ίσως, ένα έργο αντιρατσιστικό, όπως εκτιμούν πολλοί ιστορικοί, οι οποίοι διαβλέπουν την προσπάθεια του Σαίξπηρ να μεταμορφώσει σε χαρισματικό και αγαθό ήρωα έναν άνθρωπο, που από τη φύση του δεν μπορούσε να έχει αυτά τα χαρίσματα;

Η απάντηση δεν έχει ακόμη δοθεί, παρότι έχουν περάσει 4 αιώνες.

Παρά τη δημοτικότητα του Σαίξπηρ και τη μακροζωία του έργου του, γίνεται όλο και πιο δύσκολο για τους σύγχρονους θεατές (εκείνους που δεν αυτοαποκαλούνται επαΐοντες του Σαίξπηρ) να συσχετιστούν ή να εκτιμήσουν πολλά από τα έργα του. Σε γενικές γραμμές, αυτοί οι λόγοι περιλαμβάνουν την εξελισσόμενη νοοτροπία της κοινωνίας σχετικά με τον ρατσισμό και τον σεξισμό, ακόμη κι έναν μελοδραματικό τόνο στον λόγο και τις πράξεις των χαρακτήρων και μια γενική αποσύνδεση όταν πρόκειται για χιούμορ. Παραδόξως, ο «Οθέλλος» ματαιώνει, κυρίως, αυτά τα θέματα χάρη στη φύση της πλοκής. Η ιστορία περιγράφει το έργο ως μια τραγωδία που μιλάει κατά των φυλετικών διακρίσεων και πραγματεύεται δύο θέματα που εξακολουθούν να προκαλούν έντονες αντιδράσεις από τους ανθρώπους: την εξαπάτηση και τη ζήλια.

Ο «Οθέλλος», ο μαύρος της Βενετίας, είναι ένα από τα πολλά σπουδαία έργα του μεγάλου `Άγγλου συγγραφέα Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Γράφτηκε γύρω στα 1603.

Η πρεμιέρα του έγινε στη 1 Νοεμβρίου 1604 στο Palace of Whitehall.

Η τραγωδία παίχτηκε και παίζεται από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς του κόσμου.

Υπόθεση

Ο μαύρος Οθέλλος είναι αξιωματικός του στρατού της Δημοκρατίας της Βενετίας. Κρυφά παντρεύεται την όμορφη νεαρή και εύγλωττη Δυσδαιμόνα, χωρίς τη συναίνεση του πατέρα της Βραβάντιου. Όταν ο Ιάγος, ένας κακόβουλος στρατιώτης που είχε όνειρα προαγωγής του, βλέπει ότι ο Οθέλλος αντί αυτού προάγει τον άπειρο Κάσσιο, βάζει το εκδικητικό του σχέδιο σε εφαρμογή. Ο Οθέλλος, εντελώς ανυποψίαστος, πέφτει στην παγίδα. Ο Ιάγος χρησιμοποιεί τον Ροδρίγο, έναν νεαρό βαθιά ερωτευμένο με τη Δυσδαιμόνα, η οποία όμως δεν του ανταποκρίνεται.

Ο Βραβάντιος μαθαίνει για τον κρυφό γάμο της κόρης του με τον Οθέλλο και απευθύνεται στα δικαστήρια κατηγορώντας τον για μάγια, εφόσον δεν πιστεύει ότι θα μπορούσε η κόρη του να αγαπήσει «αυτόν τον ασχημομούρη». Ο Οθέλος στέλνεται στην Κύπρο να πολεμήσει τους Τούρκους. Μαζί του ταξιδεύουν η Δυσδαιμόνα και ο Κάσσιος, καθώς και ο Ιάγος που ακολουθείται από τη γυναίκα του Αιμιλία.

Ο Ιάγος «δηλητηριάζει» την ψυχή του Οθέλου, λέγοντάς του ότι η γυναίκα του τον απατά με τον Κάσσιο, ενώ δείχνει- ως αποδεικτικό στοιχείο – ένα μαντηλάκι της Δυσδαιμόνας που, δήθεν, χάρισε στον Κάσσιο. Ο Οθέλος γεμάτος καχυποψία κατηγορεί τη γυναίκα του για συζυγική απάτη και ψεύδος. Η πιστή της φίλη Αιμιλία όμως, του προλαβαίνει την αλήθεια πριν την δολοφονήσει ο «τυφλωμένος» σύζυγός της. Ο φονιάς Ιάγος θα τιμωρηθεί με αργό θάνατο, μετά την αποκάλυψη της αλήθειας, όμως ο Οθέλλος αυτοκτονεί από τις τύψεις.

Ανάγνωση

Έρωτας, ζήλια, παράνοια, προδοσία, φόνος! Τα εντονότερα συναισθήματα της ανθρώπινης φύσης συντάσσουν μια τραγωδία, που με καταλύτη το διαφορετικό και τον οποιοδήποτε ρατσισμό που αυτό επιφέρει, μας οδηγεί στα σκοτεινότερα μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής: υποκρισία , φαρισαϊσμός ,τυχοδιωκτισμός.

Ο Σαίξπηρ έχει προικίσει τον Οθέλλο με όλα τα γνωρίσματα του φεουδαρχικού ηρωισμού που τα συναντάμε στα ιπποτικά μυθιστορήματα και την επική ποίηση. Υπάρχει εδώ εθιστική ποίηση, αλλά κ’ ένα σύστημα αξιών σαφώς καθορισμένων. Και πρώτα – πρώτα υπάρχει βασιλικό αίμα:

η ζωή μου
και το αίμα μου κρατούν
από ανθρώπους που κάθισαν σε θρόνο”

Ύστερα, υπάρχουν τα ηρωικά στερεότυπα, κληρονομιά της λατινικής ρητορικής:

Ο τύραννος πού λέγεται συνήθεια, σεβαστή γερουσία,
έχει κάνει ώστε να είναι το πετρένιο
και ατσαλένιο κρεβάτι του πολέμου,
για μένα, τώρα πουπουλένιο στρώμα”

Και τέλος, υπάρχουν τα στοιχεία του παραμυθιού, του ονείρου, του θρύλου. Ο Iάγος είναι πέρα ως πέρα πραγματικότητα, καθημερινή ζωή, ατόφια ύλη. O «Oθέλλος» ανήκει σε άλλον κόσμο, γεμάτο εξωτισμό, ένα κόσμο πού απλώνεται από τις περιπέτειες του Οδυσσέα ως τα ταξίδια των εξερευνητών της Αναγέννησης.

Το σύστημα των αξιών του «Οθέλλου» παρουσιάζεται ταυτόχρονα με την ποίησή του και τη γλώσσα του. Ωστόσο, στην τραγωδία αυτή υπάρχει και μια άλλη ρητορική. Αυτή πού χρησιμοποιεί o Ιάγος. Εδώ ξεχωρίζουν σαν συνθήματα, σαν λέξεις – κλειδιά, σαν επιφωνήματα, τα ονόματα πραγμάτων και ζώων πού προκαλούν απέχθεια, φόβο, αηδία. Ο Ιάγος μιλάει για κόλλες, δολώματα, δίχτυα, φαρμάκια, κλύσματα, πίσσα και θειάφι, πανούκλα και χολέρα. Και έτσι θα γίνει πίσσα η αρετή της, και η πολλή καλοσύνη της το δίχτυ όπου θα μπλέξουν όλοι.

Θα μπορούσαμε να συνεχίζουμε να “στολίζουμε” τον Ιάγο με πολλά επίθετα, αλλά θα παραβλέπαμε την καταλυτική του συμβολή στην εξέλιξη του μύθου. Ο Ιάγος είναι ο κακός μας εαυτός. Κάποιοι τον τιθασεύουν, ενώ κάποιοι άλλοι τον καλλιεργούν. Τα πάντα είναι θέμα επιλογών, που βασίζονται στην υπόληψή μας.

Ο Οθέλλος σκοτώνει τη Δυσδαιμόνα για να σώσει την ηθική τάξη. Για ν΄ αποκαταστήσει τον έρωτα και την πίστη, για να μπορέσει να τη συγχωρέσει. Έτσι, θα ταχτοποιηθούν οι λογαριασμοί κι ο κόσμος θα ξαναβρεί την ισορροπία του.

Η παράσταση

Ο σκηνικός χώρος του Αιμίλιου Χειλάκη, απλός αλλά τολμηρός, με κινούμενα γράμματα να δημιουργούν λέξεις στη δράση και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου, προσφέρουν διαρκώς άρτιες φωτογραφικές εικόνες στον θεατή, που με φόντο το φυσικό σκηνικό του αρχαίου θεάτρου των Φιλίππων στο βάθος, δημιουργούν την αίσθηση μιας πιο ρεαλιστικής ιστορίας που συμβαίνει κάπου, παράλληλα με τη δική σου ζωή.
Σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά η πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Καμαρώτου , που σαν μαγικό χαλί , ντύνει σχεδόν όλο το έργο και καταφέρνει να γίνει η αιτία, ο λόγος του Σαίξπηρ να γίνει πιο επίκαιρος στα αυτιά των θεατών.

Το κείμενο σε εκπλήσσει διαρκώς και μοιάζει να γράφεται στις μέρες που ζούμε, με αποκορύφωμα τον τελευταίο μονόλογο για τις γυναίκες της Αιμιλίας, δια στόματος Μυρτώς Αλικάκη: «..και τάχα δεν έχουμε επιθυμίες, ή πόθο για διασκέδαση, ή αδυναμίες κι εμείς, όπως και οι άντρες; Γι’ αυτό λοιπόν ας φέρονται καλά· αλλιώς ας ξέρουν πως όταν σε λάθη πέφτουμε εμείς, αυτοί μας έχουν μάθει».

Το έργο εκτυλίσσεται πάνω σε μετακινούμενα πατάρια (διαμόρφωσή σκηνικού χώρου από τον Αιμίλιο Χειλάκη), δίνοντας στην παράσταση τη διάσταση ενός λαϊκού θεάματος. Εξάλλου, η ιστορία του «Οθέλλου» είναι μια ιστορία που πρέπει να ακουστεί, όπως λέει ο Λουδοβίκος στο φινάλε. Γύρω από αυτό το μοτίβο κινείται η παράσταση, όπου όλοι οι ηθοποιοί είναι συνεχώς παρόντες, συμμετέχοντας ή παρακολουθώντας τη δράση.

Ο σημαντικός ηθοποιός Αιμίλιος Χειλάκης, ως Ιάγος , συγκινεί και ξεχωρίζει τόσο, ώστε στο θυμικό των θεατών μένει η εξαιρετική του άρθρωση, το επιβλητικό μέταλλο φωνής του, οι διακυμάνσεις των λόγων του από την ειρωνεία στον σαρκασμό κι απ’ το χιούμορ στην χειραγώγηση. Εξαιρετική ερμηνεία. Μας έδωσε αυτό που έγραψε ο Σαίξπηρ. Έναν άνδρα ραδιούργο που τρέφει μίσος για τους πάντες, που είναι κυνικός και ζηλόφθονος, που, όμως, καταφέρνει να φαίνεται ο καλός «Σαμαρείτης» που βοηθάει ανθρώπους και δίνει τις σωστές συμβουλές. Όταν συκοφαντεί το κάνει με υπαινιγμούς και μισόλογα. Στην ουσία βάζει τη συκοφαντία στο στόμα του Οθέλλου και στη συνέχεια τη σχολιάζει με χολερικό τρόπο.

Ο ρόλος του Οθέλλου υποστηρίζεται από τον κ. Γιάννη Μπέζο, στον ίδιο βαθμό που όλοι ξέρουμε από τις δεκάδες εμφανίσεις του σε θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφο, μουσική σκηνή , διαφήμιση, κλπ. ΄Η τον αρέσεις και τον χειροκροτείς ή τον απορρίπτεις και τον κατακρημνίζεις στην υπόληψή σου. Συμβαίνουν και τα δυο, εδώ και χρόνια. Στην παράσταση παίζει (με τον προαναφερθέντα τρόπο) τον ήρωα που ακολουθεί μια καθοδική πορεία μέσα από συναισθηματισμούς, όπως: οδυνηρή αμφιβολία, θλίψη, πόνο, οργή, «τύφλωση» από ζήλεια.

Η Αιμιλία (Μυρτώ Αλικάκη) και ο Κάσσιος (Αλέξανδρος Βάρθης) δημιουργούν στιγμές εντυπωσιακές, επειδή φέρνουν στη σκηνή το μαύρο χιούμορ με τις κινήσεις τους, αλλά και την ουσία της εντιμότητας. Ο Κάσσιος γίνεται το μεγάλο θύμα της σκευωρίας που στήνει ο Ιάγος. Η Αιμιλία, δίκαιη έως το κόκκαλο, είναι εκείνη που αποκαλύπτει την αλήθεια στον Οθέλο και όσο «μικρή» κι αν φαίνεται στα ματιά του Ιάγου, τόσο μεγάλο είναι το ηθικό της εκτόπισμα. Κατακεραυνώνει το σύζυγό της, θρηνεί για τη Δυσδαιμόνα και μάχεται για την αλήθεια.

Η Μάιρα Γραβάνη υποδύεται την πιστή μεν Δυσδαιμόνα , όμως φέρει επιδέξια επάνω της κι έναν αέρα ελευθεριάζουσας γυναίκας. Όχι in actu αλλά in potentia (όχι ρεαλιστικά, αλλά δυναμικά, υποκριτικά). Κι αυτό, επειδή η όμορφη Δυσδαιμόνα έχει μαγευτεί από τον Οθέλλο, αλλά όλοι οι άντρες — ο Ιάγος, ο Κάσσιος, ο Ροδρίγος — έχουν ξελογιαστεί μαζί της και κινούνται στο ερωτικό της κλίμα.

Εξαιρετικός ο Κώστας Κορωναίος ως Βραβάντιος, πλάθει έναν οργισμένο πατέρα, μα και τρομερά ευάλωτο, ανάλογα με τη συναισθηματική φόρτιση της σκηνής. Πολύ καλός κι ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς. Είναι ένας απατημένος φίλος, ένα ακόμη θύμα του δολοπλόκου Ιάγου.

Η Μπιάνκα της Ελευθερίας Κοντογιώργη, στα χνάρια μιας ατίθασης κι ελαφρών ηθών μοιραίας της παρέας, η οποία μάλιστα παίζει με προχωρημένη εγκυμοσύνη, γεγονός που εκμεταλλεύεται δεόντως η σκηνοθεσία.

Η μετάφραση του πολυγραφότατου, βαθύτατα μορφωμένου καθηγητού και διευθυντού του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας, αλλά και τιμημένου με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων το 2017, Διονύση Καψάλη, ο οποίος μας τίμησε με την παρουσία του στο κοίλο του αρχαίου θέατρου, ακούστηκε πολλές φορές στο ελληνικό ρεπερτόριο θιάσων. Εξάλλου, έχει μεταφράσει κι άλλα έργα του Άγγλου ποιητή και η παρούσα διαθέτει σαφήνεια και καθαρότητα, ως προς τις εναλλαγές συναισθημάτων, τις παλινδρομήσεις του κειμένου ανάμεσα στον μελοδραματισμό και στην ιλαρότητα, αλλά και μεταφέρει στον θεατή την παθολογική ζήλεια, το ερωτικό πάθος, με ό,τι αυτά συνεπάγονται.

Η σκηνοθεσία των Αιμίλιου Χειλάκη – Μανώλη Δούνια πάλεψε με τον χρόνο και τον σκόπελο «μοντέρνα άποψη» και τον τιθάσευσε με κοστούμια αμπιγέ. Επίσημο φράκο για τους άνδρες με άσπρα πουκάμισα που έφεραν επωμίδες, σαν δόκιμοι στρατού, ίσως και σαν υπηρετικό προσωπικό και με αέρινα φορέματα για τις γυναίκες, με εξαίρεση την Αιμιλία που την έντυσε σε στιλ μιλίταρι, αφήνοντας να αιωρείται στο κοινό ένα «γιατί» χωρίς το διότι.

Οι λευκές σκιές στα μάτια όλων, ένας εμπαιγμός, ένας καγχασμός στο άσπρο χρώμα που συνδέεται άμεσα με το φως, την καλοσύνη, την αθωότητα, την αγνότητα και την παρθενία. Αυτά και τα αντίθετά τους, τα συναντά ο θεατής σε δόσεις στα πρόσωπα του έργου, ακόμα και στον ταλαντούχο κύριο Ιάγο.

Ευρήματα αρκετά, όπως τα γράμματα ανάκατα στο χώμα και οι λέξεις που σταδιακά σχηματίζουν κατά περίσταση (ΚΥΠΡΟΣ, ΞΕΝΟΣ, Ο ΑΛΛΟΣ), το μεγάλο ΟΜΙΚΡΟΝ στο κέντρο να φιλοξενεί το ζευγάρι Οθέλλου- Δυσδαιμόνας σε στάση κορνίζας, η κατάργηση των κουϊντών με την παρουσία όλων των ρόλων στη σκηνή και οι γρήγοροι ρυθμοί που κράτησαν προσηλωμένο το κοινό στη δράση.

Ο πιο ατυχής παράγοντας είναι το μικρόφωνο στα χείλη των ηθοποιών.

Επίλογος

Ανάμεσα στις επεκτατικές και φιλοσοφικές τραγωδίες του Σαίξπηρ – « Άμλετ» και «Βασιλιάς Ληρ» – είναι ο «Οθέλλος» το πιο σπαρακτικό έργο του.

Ο μαύρος Οθέλλος γίνεται οριακά ανεκτός από τη ρατσιστική βενετσιάνικη κοινωνία, όσο της προσφέρει, ως μισθοφόρος , τις πολύτιμες υπηρεσίες του. Το γεγονός ότι ένας τέτοιος άνθρωπος πρέπει να πέσει τόσο χαμηλά και τόσο γρήγορα, δίνει στο έργο μια, σχεδόν, αφόρητη ορμή. Το ότι, επίσης, ένας τέτοιος άνθρωπος πρέπει να αποδομηθεί τόσο ολοκληρωτικά, ώστε να τον οδηγήσει η ζήλια και το μίσος σε μια κτηνώδη κοσμοθεωρία, που ακυρώνει κάθε ισχυρισμό για ανθρώπινη αρετή και αφοσίωση, σοκάρει και ανατριχιάζει.

Ο «Οθέλλος», θεωρείται γενικά, ως το μεγαλύτερο σκηνικό έργο του Σαίξπηρ αλλά κι αυτό που φτάνει στη συμφιλίωση με τους περιορισμένους κανόνες της αριστοτελικής τραγωδίας.

Ο ήρωας Οθέλλος καταρρέει μόνον όταν ξεπεράσει τα επιτρεπόμενα όρια και «γευθεί» τη σάρκα και το αίμα της «καθαρής», λευκής νεαρής Βενετσιάνας αριστοκράτισσας, της Δυσδαιμόνας. Τη σκοτώνει, πιστεύοντας άδικα ότι τον έχει προδώσει, παρασυρμένος από τη ζήλια του, που υποδαυλίζει σκόπιμα ο δεινός δολοπλόκος θεατρίνος Ιάγος, παίζοντας επιδέξια μαζί του το παιχνίδι της «μιμητικής επιθυμίας», όπου ο πόθος ενός άντρα για μία γυναίκα ή το αντίστροφο, διαθέτει τον πρωτογενή μιμητικό χαρακτήρα μιας «παράστασης» σαν κι αυτήν που είδαμε στο 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων.

Ευτυχώς, δεν έβρεξε. Δυστυχώς, ο φόβος μιας έκρηξης ισχυρής καταιγίδας συντρόφευε τη θέαση σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Υ.Σ.

Γιατί;

Γιατί;

Γιατί κ. Χειλάκη τόσος θόρυβος; Δε λυπηθήκατε τ’ αυτιά των θεατών μήτε τους χυμούς των εξαίσιων λέξεων του Διονύση Καψάλη, που στραγγαλίστηκαν ανηλεώς στους βόμβους των χειλοφώνων και στα δεκάδες ντεσιμπέλ της μικροφωνικής εγκατάστασης. Γιατί;

Συντελεστές

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης Διασκευή: Μανώλης Δούνιας

Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χειλάκης – Μανώλης Δούνιας

Πρωτότυπη Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Διαμόρφωση σκηνικού χώρου : Αιμίλιος Χειλάκης

Εκτέλεση σκηνικού: Κατερίνα Χάρου

Κοστούμια: Makis Tselios Atelier

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Βοηθός Σκηνοθετών: Νίκος Τσιμάρας

Διανομή

Οθέλλος: Γιάννης Μπέζος

Ιάγος: Αιμίλιος Χειλάκης

Αιμιλία: Μυρτώ Αλικάκη

Βραβάντιος: Κώστας Κορωναίος

Κάσσιος: Αλέξανδρος Βάρθης

Δυσδαιμόνα: Μάιρα Γραβάνη

Ροδρίγος: Κωνσταντίνος Γαβαλάς

Μοντάνος: Κρις Ραντάνοφ

Δόγης: Μανώλης Δούνιας

Μπιάνκα: Ελευθερία Κοντογιώργη

Λουδοβίκος: Νίκος Τσιμάρας

Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας.

Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Αναστασία Καμβύση

Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη – Ευαγγελία Σκρομπόλα

Παραγωγή: Τεχνηχώρος

Εκτέλεση παραγωγής: Έφη Πανουργιά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

spot_img

Διαφημίσεις