Έκπληξη το σκηνικό! Ο θεατής με την είσοδό του στην αίθουσα έρχεται αντιμέτωπος με ένα έργο σύγχρονης τέχνης. Εικαστικό δημιούργημα του Κέννυ ΜακΛέλλαν. Ένας τεράστιος ξύλινος διάδρομος που αρχίζει από την οροφή και τελειώνει μέσα στην πλατεία. Ένας διάδρομος σε απροσδιόριστο χωροχρόνο. Πρώτη εντυπωσιακή διαπίστωση, ο νομπελίστας Μπέκετ από το βιβλίο, με ευφάνταστο τρόπο, στη σκηνή. Πρόκειται για μια σύγχρονη αντίληψη για την ποιητική γραφή ή το στοιχείο της αφαίρεσης, που έκαναν διάσημο στην υφήλιο τον υπαρξιστή φιλόσοφο του παραλόγου, Ιρλανδό συγγραφέα, καθώς έφερε το δικό του σύμπαν στο μυαλό καλλιτεχνών, επιστημόνων, κοινών θνητών, θεατών-αναγνωστών.






Δυο άστεγοι αλήτες, ο Βλαντίμιρ –Ντιντί κι ο Εστραγκόν-Γκογκό, συναντιούνται σ’ έναν χώρο οικείο αλλά όχι συγκεκριμένο, πλάι σ’ ένα εικαστικό γλυπτό- δέντρο. Συζητώντας αποκαλύπτουν ότι βρίσκονται εκεί, επειδή περιμένουν έναν μυστήριο άνδρα με το όνομα Γκοντό. Στη διάρκεια της αναμονής τους έρχεται ο Πότζο σέρνοντας τον Λάκυ, τον δούλο του, τον οποίο πηγαίνει να πουλήσει στην αγορά. Ο Πότζο, ανάμεσα σε μια παραληρηματική επίδειξη εξουσίας, διατάζει τον Λάκυ να τους διασκεδάσει, να χορέψει, να σερβίρει, ακόμα και να στοχαστεί ! Αφέντης και δούλος φεύγουν αφήνοντας τους άλλους να περιμένουν. Φυσικά, τον Γκοντό. Ένα αγόρι αναγγέλλει ότι ο Γκοντό δε θα έρθει, ανανεώνοντας το ραντεβού για την επομένη. Οι δύο άντρες αποφασίζουν να φύγουν. Αλλά, όχι. Την επόμενη μέρα, την ίδια ώρα, στο ίδιο μέρος, κοντά στο ίδιο δέντρο είναι και πάλι εκεί. Ξανάρχονται ο Πότζο και ο Λάκυ, μόνο που αυτή τη φορά ο ένας είναι μουγκός και ο άλλος τυφλός. Όμως, δε θυμούνται καν την προηγούμενη συνάντηση. Όταν αποχωρούν, το αγόρι επανεμφανίζεται. Ακολουθεί ο ίδιος διάλογος, όπου και πάλι το «δια ταύτα» είναι η ανανέωση του ραντεβού για την επομένη.
Σαφώς πολιτικό έργο. Ο σκηνοθέτης Γιάννης Αναστασάκης δε θέλησε να περιορίσει την καυστική πένα του Μπέκετ στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων στην Ελλάδα της φτώχιας, της μιζέριας, της απελπισίας. Ίσως, επειδή η ατελείωτη αναμονή ενός Μεσσία που θα μας σώσει είναι ουτοπία. Αυτός δε θα έρθει ποτέ. Περιμένοντας τον Σωτήρα διαιωνίζουμε το δράμα και καταργούμε την πράξη. Εστίασε, λοιπόν, ακριβώς σ΄ αυτό. Και πέτυχε τη διάσταση που, προφανώς, ήθελε και ο Ιρλανδός συγγραφέας. Ότι το κείμενο δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα, εθνικά ή ιστορικά, δε δίνει πληροφορίες για τις πολιτικές ή κοινωνικές προϋποθέσεις και,γενικά, δε δείχνει ενδιαφέρον για οποιοδήποτε ρεαλιστικό στοιχείο.






