Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
«Πίσω από κάθε διακόπτη ρεύματος κρύβονται χιλιάδες ανθρώπινες ιστορίες που συνθέτουν ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της σύγχρονης Ελλάδας»
Γεωργία Μαυραγάνη
Η ενεργειακή μετάβαση στην Πτολεμαΐδα και η οριστική παύση του λιγνίτη, με επίκεντρο τη μετατροπή της μονάδας «Πτολεμαΐδα 5» σε φυσικό αέριο έως το 2028, αντιμετωπίζεται από την εξουσία ως μονόδρομος πράσινης ανάπτυξης, ενώ από τους πολίτες και φορείς της Δυτικής Μακεδονίας εκλαμβάνεται συχνά ως βίαιη και οικονομικά επισφαλής αποβιομηχάνιση.
«Το θέμα της ενεργειακής πολιτικής μιας χώρας είναι μεγάλο και πολυδιάστατο. Ήταν για μένα δύσκολο να επιλέξω τα σημεία που θα αναδείξει η παράσταση. Επέλεξα να ακούσουμε μόνο τις φωνές των ανθρώπων της Δυτικής Μακεδονίας. Εργαζόμενους στο λιγνιτωρυχεία και στους ΑΗΣ (ατμοηλεκτρικούς σταθμούς), αλλά και πολιτικούς φορείς. Είδα από κοντά τη δύσκολη εργασία στο ορυχεία και άκουσα προσεκτικά τα σχέδια και τα έργα που εκπονούνται στη Μετάβαση Α.Ε. Αυτές τις μαρτυρίες, προσεκτικά επιλεγμένες, επιστρέφω και στο κοινό». Δηλώνει η σκηνοθέτρια.
Η παράσταση αντλεί υλικό από τη συλλογική μνήμη και την ιστορική εμπειρία της λιγνιτικής δραστηριότητας στη Δυτική Μακεδονία. Μέσα από ιστορικά ντοκουμέντα, προσωπικές συνεντεύξεις, βιώματα και μαρτυρίες, αναδεικνύει ένα κεφάλαιο που σφράγισε την ταυτότητα της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα θέτει στο προσκήνιο το μείζον ζήτημα της ενέργειας – ένα θέμα που διαπερνά ολόκληρη τη χώρα και αφορά το κοινό μας μέλλον.
Η Γεωργία Μαυραγάνη ασχολήθηκε επισταμένως με το ακανθώδες θέμα της απολιγνιτοποίησης της Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο αποκτά πλέον μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά.
Διεξήγαγε μια ενδελεχή έρευνα μηνών σε ζωντανές πηγές (συνεντεύξεις) και σε γραπτές (αρχεία), διασκεύασε το κείμενό της ως μια ποιητική μεν, καταγγελτική δε παράσταση και παρουσιάζει σε επιλεγμένα σημεία της χώρας ένα θέατρο ντοκουμέντο, με κύριο στόχο την ενσυναίσθηση και, κυρίως, τη διάσωση της συλλογικής μνήμης, μετατρέποντας τις προσωπικές συνεντεύξεις, τις αληθινές αφηγήσεις και τις μαρτυρίες των βιομηχανικών εργατών σε άμεσο τεκμήριο μνήμης, για την εργασία και την απώλεια.
Αυτή ήταν και η μεγάλη πρόκληση για τη Γεωργία Μαυραγάνη. Από πού ξεκινά κανείς; Από την ιστορία του λιγνίτη; Από το παγκόσμιο ζήτημα της ενέργειας; Από την οικονομική διάσταση; Από τη ζωή των εργαζομένων; Από τις περιβαλλοντικές συνέπειες; Είναι ένα θέμα γεμάτο αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά , ο λιγνίτης στήριξε οικονομικά την περιοχή, δημιούργησε χιλιάδες θέσεις εργασίας και διαμόρφωσε την ανάπτυξή της. Από την άλλη, υπήρξαν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, στην υγεία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην παράσταση, επειδή δεν έπρεπε να αγνοηθούν.
Στον βαθμό που η δραματουργία δε δημιουργεί οτιδήποτε εκ του μηδενός, αλλά καταφεύγει σε πηγές, κάθε δραματική σύνθεση περιλαμβάνει ένα μέρος ντοκουμέντων.
Διακρίνουμε αναμφίβολα σ’ αυτή τη μέθοδο την ανταπόκριση στη σύγχρονη προτίμηση στο ρεπορτάζ και στο αληθινό ντοκουμέντο, την επιρροή των Μέσων που κατακλύζουν τους θεατές- ακροατές με αντιφατικές και κατευθυνόμενες πληροφορίες και την επιθυμία του δημιουργού να απαντήσει με ανάλογη τεχνική.

Επομένως, η κίνηση είναι ορθώς πολιτική και, θαρρώ, πως το θέατρο ντοκουμέντου είναι ο κληρονόμος του ιστορικού δράματος. Αντίθετα, το θέατρο μυθοπλασίας το εισπράττω ως ιδεαλιστικό και απολιτικό, ίσως, εφόσον χειρίζεται τα γεγονότα με στόχο την ψυχαγωγία.
Ωστόσο, αν εκλάβουμε την πολιτική με την ετυμολογική έννοια του όρου, θα συμφωνήσουμε ότι το θέατρο είναι κατ’ ανάγκη πολιτικό, αφού εγγράφει τους πρωταγωνιστές στην πόλη ή την ομάδα. Ο όρος δηλώνει με ακρίβεια, επιτρέψτε μου, το αγωνιστικό θέατρο, το λαϊκό, το προπαγανδιστικό, το επικό, αλλά και το μπρεχτικό.
Όλα αυτά τα είδη έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη θέληση των συντελεστών μιας παράστασης να θριαμβεύσει μια αλήθεια, μια αναγκαία πίστη, ένα φιλοσοφικό ή και ένα στρατηγικό σχέδιο. Οπότε, η αισθητική υπάγεται στον πολιτικό αγώνα, μέχρι του σημείου -γιατί, όχι – η θεατρική μορφή να ακυρώνει τον αγώνα των ιδεών που ενστερνίζεται η εξουσία, που, πιθανώς, να πρόκειται για αγώνα- άλλοθι.
Στη «Γη της Επαγγελίας» ( τίτλος – δάνειο από τη «Γένεση» της Παλαιάς Διαθήκης) οι θεατές κοινωνούμε το κυρίως θέμα ως μείζον πρόβλημα, μέσα από τις συνεντεύξεις εργαζομένων που δραματοποιούνται, μέσα από το υλικό που απλώνεται στη σκηνή και θυμίζει εργοτάξιο- ακόμα και ο λιγνίτης είναι παρών – έτσι όπως το σχεδίασαν οι Εύη Μιμίκου και Βενετία Νάση, αλλά και μέσα από τις εικόνες που εμπεριέχουν καθαρή ποίηση στη μεταφορά της πραγματικότητας, ενώ ξετυλίγονται σκηνές με ανθρώπινες αντιδράσεις όπως πικρό γέλιο, θυμός, αγανάκτηση, οργή για την ανυπαρξία ενός σχεδίου σωτηρίας.
Η περιοχή ζει με τις κοιλότητες των ορυχείων, τα κουφάρια των εργοστασίων και την παλιά της δόξα. Οι νέοι φεύγουν μαζικά. Όσοι έχουν μείνει βρίσκονται σε πένθος. Χρειάζονται πράξεις. Όσο συντηρείται η μικροπολιτική με την επιδοματική λογική των ανοικονόμητων χρηματοδοτήσεων από το ΔΑΜ (Δίκαιη αναπτυξιακή μετάβαση) δεν θα αλλάξει τίποτα.
Η παράσταση ξεχωρίζει και για τις συγκλονιστικές αφηγήσεις εργατών και για το κινηματογραφικό της υλικό, με την υπογραφή του Στάθη Γαλαζούλα, το οποίο αποκαλύπτει σημαντικά τεκμήρια για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στα χωριά και στα παροπλισμένα ορυχεία της Δυτικής Μακεδονίας, με αισθητική ντοκιμαντέρ αλλά και με ποιητική ματιά. Στο ενδιαφέρον οπτικό υλικό, θα πρέπει προσθέσουμε τις συγκλονιστικές φωτογραφίες του Νίκου Λόφτσαλη από τον κρανίου τόπο των ορυχείων.
Το τέλος της λιγνιτικής εποχής γίνεται το εφαλτήριο αυτής της παράστασης θεάτρου-ντοκουμέντου. Μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων μετατρέπονται σε σκηνική πρώτη ύλη, σε μια αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας. Ένα άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση, που αφορά όχι μόνο έναν τόπο, αλλά ολόκληρη τη χώρα.
Διαπιστώνουμε ότι η παράσταση αποκαλύπτει μια θολή πλευρά ενός ζητήματος με το οποίο όλοι συνδεόμαστε, χωρίς όμως να το γνωρίζουμε πραγματικά. Όλοι πατάμε τον διακόπτη για να έχουμε ηλεκτρικό ρεύμα, όμως ελάχιστοι γνωρίζουμε τι κρύβεται πίσω από αυτή την καθημερινή πράξη. Οι θεατές ανοίγουμε ένα παράθυρο στη σκέψη μας. Μοιραστήκαμε μια ιστορία, που μέχρι σήμερα παρέμενε σχεδόν άγνωστη, μέσα από τις μαρτυρίες ανθρώπων που εργάστηκαν στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Το θέατρο δίνει πρόσωπο σ’ αυτή την ιστορία και την κάνει από κρυμμένη, ορατή. Λογικό να απορεί η παραγωγή αν μια παράσταση μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα ή να επισπεύσει εξελίξεις. Δεν μπορεί να ξέρουν η Κοζάνη, η Πτολεμαΐδα, το Αμύνταιο, εάν η «Γη της Επαγγελίας» θα στρέψει περισσότερο τα φώτα της επικαιρότητας στη Δυτική Μακεδονία ή αν τελικά θα υλοποιηθούν όλα όσα είχαν εξαγγελθεί για τη δίκαιη μετάβαση.
Η σκηνοθεσία δεν αποσιωπά τις περιβαλλοντικές και τις υγειονομικές συνέπειες της λιγνιτικής δραστηριότητας. Είναι προφανές ότι οι κάτοικοι της περιοχής επιθυμούνε ένα καθαρότερο περιβάλλον και καλύτερες συνθήκες ζωής. Το θέμα που υπαινίσσεται η παράσταση είναι ότι η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια ουσιαστική αντιπρόταση για την περιοχή.
Η Γεωργία Μαυραγάνη εργάστηκε για δύο μήνες πραγματοποιώντας δεκάδες συνεντεύξεις και συγκεντρώνοντας αρχειακό υλικό. Μίλησε με εργαζομένους της ΔΕΗ, ανθρώπους της αυτοδιοίκησης, πολιτικούς, κατοίκους της περιοχής και πολλούς ακόμη που είχαν προσωπική γνώση της ιστορίας. Στη συνέχεια συνέθεσε όλο αυτό το υλικό δραματουργικά, επιλέγοντας να εστιάσει κυρίως στους εργαζομένους. Συνειδητή η επιλογή της να φέρει αυτούς τους ανθρώπους στο προσκήνιο και, μέσα από τις προσωπικές τους διαδρομές, να φωτίσει μια πολύ σημαίνουσα ιστορία.
Επέλεξε να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις ίδιες τις μαρτυρίες. Ακούμε τις φωνές των ανθρώπων, βλέπουμε ορισμένους σε βίντεο, υπάρχουν αρχειακές εικόνες, φωτογραφίες και οπτικό υλικό από τα εργοστάσια και τα μηχανήματα. Οι ηθοποιοί ( Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου), δε λειτουργούν ως οι αποκλειστικοί φορείς της αφήγησης, αλλά υπηρετούν τη μαρτυρία και το υλικό που έχει συγκεντρωθεί. Η μουσική του Χάρη Νείλα ντύνει την αφήγηση.
Η δράση στη σκηνή εξελίσσεται σε μια πολύ συγκεκριμένη δραματουργική δομή. Η παράσταση αναπτύσσεται σε επτά ημέρες. Η επιλογή αυτή συνδέεται αφενός με τον τίτλο, «Γη της Επαγγελίας», αφετέρου με την ίδια τη λειτουργία των μονάδων, η οποία δεν σταματούσε ποτέ. Συνεχιζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία δύο ανθρώπων της κοινότητας (Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς), που συμμετέχουν στην παράσταση. Ενός εν ενεργεία εργαζομένου, που είναι και καλλιτέχνης και ενός συνταξιούχου. Ο δεύτερος είναι άνθρωπος που έχει υποβληθεί σε τραχειοτομή. Η φωνή του υπόκωφη, αδύναμη, λιγοστή και η σκηνή στην οποία αφηγείται την ιστορία του είναι από τις πιο συγκινητικές της παράστασης.
Οι ηθοποιοί τον ρωτούν αν, γνωρίζοντας όσα ακολούθησαν, θα ξαναέκανε την ίδια δουλειά. Και εκείνος απαντά χωρίς δισταγμό: «Βεβαίως. Εκεί ήταν το σπίτι μου». Στη συνέχεια τον ρωτούν αν θα ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. «Με τίποτα», απαντά. Σε αυτή την αντίφαση συμπυκνώνεται ολόκληρη η ιστορία της περιοχής και αυτός ο απόμαχος εργάτης αποτελεί το μέτρο της παράστασης.
Η Γεωργία Μαυραγάνη ακολουθεί μια πολύ λιτή σκηνοθετική γραμμή. Δεν επιδιώκει την ένταση μέσα από δυνατές μουσικές ή εξάρσεις των ηθοποιών. Υπάρχει μια βραδύτητα και μια απλότητα. Η αφήγηση είναι τόσο πυκνή, ώστε τα 90 λεπτά της διάρκειάς της κυλάνε γρήγορα και δημιουργικά, εφόσον η παράσταση ήρθε για να δώσει δημόσιο χώρο σε ανθρώπους και εμπειρίες, που διαφορετικά μπορεί να έμεναν αθέατες.
Ουσιαστικά, η παράσταση θέτει στο επίκεντρο το μείζον ζήτημα της ενέργειας, της ανάπτυξης και του κοινού μας μέλλοντος, δείχνοντας ότι όσα συμβαίνουν στη Δυτική Μακεδονία αντικατοπτρίζουν παγκόσμιες προκλήσεις.
Η «Γη της Επαγγελίας» περιοδεύει σε επιλεγμένα ανοικτά θέατρα της χώρας.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη
Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου
Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση
Μουσική: Χάρης Νείλας
Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου
Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου
Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά
Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου
Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς
Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης
Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ
Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης
Επιμέλεια προγράμματος: Κατερίνα Λάκκα
Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς
Ζωγραφική επιμέλεια σκηνικού: Νίκος Καρράς, Νίκος Αθανασάκης, Παναγιώτης Μεϊντάνης, Δημοσθένης Καρράς
Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς
Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου
Ηχολήπτης προβών: Λευτέρης Φερλαχίδης
Ηχολήπτης περιοδείας: Μάνος Κόμπος
Υπεύθυνη παραγωγής Δη.Πε.Θε. Κοζάνης: Δήμητρα Σωτηροπούλου
Υπεύθυνη παραγωγής Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου: Ηλέκτρα Καρατζά
Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος
Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ









