Σάββατο, 25 Ιουνίου, 2022

Βασάνιζε γάτα, αλλά τον «πρόδωσε» το βίντεο

Ταυτοποιήθηκε το άτομο που απεικονίζεται σε βιντεοληπτικό...

«Άδειασαν» τους λογαριασμούς επιχειρηματιών σε Καβάλα και Δράμα

Σε εξέλιξη βρίσκονται οι έρευνες των αστυνομικών...

Εξιχνιάστηκαν δύο ληστείες σε επιχειρήσεις στην Καβάλα

Έπειτα από εμπεριστατωμένες έρευνες των αστυνομικών του...

Νικ Πέιν «Μια μέρα όταν ήμασταν νέοι» σε πανελλήνια πρώτη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»!

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ακολούθησε μας

Δραματουργία

«-Πραγματικά, φοβάμαι απίστευτα. Φοβάμαι ότι μόλις τελειώσει αυτός ο πόλεμος και με στείλουν σπίτι, δεν θα είσαι εδώ. Ότι θα έχεις φύγει.

–Θα είμαι πάντα δίπλα σου».

Όταν ο Λεονάρντ και η Βάϊολετ ξεκινούν την πρώτη τους νύχτα μαζί, ξέρουν ότι μπορεί να είναι και η τελευταία τους. Είναι το έτος 1942 και σε ένα μικρό δωμάτιο ξενοδοχείου στο Μπαθ, το ζευγάρι προετοιμάζεται για την αναχώρηση του Λέοναρντ στον πόλεμο και συζητά τι μπορεί να τους φέρει το μέλλον. Καθώς οι βόμβες αρχίζουν να πέφτουν, ξέρουν ότι ο κόσμος τους δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος.

Όμως, ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει κι όταν το 2002 το ζευγάρι ξαναβρίσκεται, πρέπει να αποφασίσει τι έχασε και τι κέρδισε.

Η υπόθεση

Το έργο παίζεται χωρίς διάλειμμα και περιλαμβάνει τρεις εκτεταμένες σκηνές σε μια χρονολογική σειρά, που συνδέονται με μουσικές εποχής και κατάλληλες ενδυματολογικές αλλαγές. Η πρώτη από αυτές βρίσκεται σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου το 1942. Η δεύτερη στο πάρκο «Royal Victoria» του Μπαθ το 1963 και η τρίτη σε ένα μικρό σπίτι στο Λούτον, το 2002.

Στη δεύτερη συνάντηση, το 1963, είναι σαφές ότι η υπόσχεση δεν τηρήθηκε, αλλά όχι από έλλειψη προσπαθειών. Με τρόπο που θύμιζε τον συγγραφέα Τόμας Χάρντι (1840 – 1928), ο οποίος πότισε τα βικτοριανά κείμενα με μοιροκρατικό ύφος, διόλου ρητορικό, στάλθηκαν επιστολές αλλά δεν ελήφθησαν ποτέ.

Η Βιολέτα παντρεύτηκε έναν τραυματία πολέμου πιλότο και δημιούργησε τη δική της οικογένεια. Ο Λέοναρντ φρόντιζε για χρόνια την άρρωστη μητέρα του. Σε μια δυνατή συναισθηματική ακολουθία, η Βάϊολετ περιγράφει πόσο σκληρά προσπάθησε να γεφυρώσει το χάσμα και πόσο απρόθυμα παράτησε τις προσπάθειες.

Στην τελευταία σκηνή, στο 2002, η Βιολέτα είναι χήρα και ο Λέοναρντ έχει γεράσει άσχημα και είναι βαριά άρρωστος. Η κόρη της, μάταια προσπάθησε να την πείσει να μην συναντήσει ξανά τον Λέοναρντ.

Το κείμενο ακολουθεί, λοιπόν, ένα σφιχτό αφηγηματικό τόξο: Υπόσχεση. Καταγγελία και αιτιολόγηση. Συμφιλίωση.

Ο συγγραφέας

Ο νέος και, ήδη, διάσημος Άγγλος συγγραφέας Νικ Πέιν (1984) έχει γράψει πολλά έργα τα οποία ανέβηκαν σε διάφορους θεατρικούς χώρους στον κόσμο, οι δε «Αστερισμοί» του έχουν αποσπάσει πολλές διακρίσεις, μεταξύ αυτών και το βραβείο George Devine.

Ο Νικ Πέιν σπούδασε στο Central School of Speech and Drama και στο York University.

Είναι επίσης απόφοιτος του προγράμματος Royal Court Young Writer’s Program.

Νικ Πέιν

Το σκηνικό του ντεμπούτο έγινε τον Σεπτέμβριο του 2010 στο royal court με την κωμωδία του «Wanderlust».

Το 2012 κέρδισε το βραβείο της Evening Standard για το καλύτερο έργο της χρονιάς. Τον Ιανουάριο του 2013 ο Νικ Πέιν ανακοίνωσε πως έχει αρχίσει τη μεταφορά των «Αστερισμών» στον κινηματογράφο. Αυτό το σχέδιο, όμως, παρέμεινε στις καλένδες.

Η παράσταση

Διακρίνεται για τις αποχρώσεις, τις παύσεις και τις επαναλήψεις του προφορικού λόγου. Αν το δεχτούμε ως ένα νατουραλιστικό έργο, υπάρχουν ενδιαφέροντα επεισόδια σε κάθε σκηνή. Όταν η δράση απομακρύνεται από τον νατουραλισμό αποκτά μια πιο συμβολική σημασία.

Η ανθρώπινη ζωή και οι πολλές εκδηλώσεις βίας που έχει υποστεί έχουν βρει ένα εξαιρετικό μέσο αναπαράστασης και αμφισβήτησης στην τέχνη (θέατρο) και στη λογοτεχνία. Οι θέσεις που υιοθέτησαν και οι ηθικές και πολιτικές διαστάσεις που απέδωσαν μπορεί να είναι άμεσες ή έμμεσες. Ωστόσο, τα πιο διαχρονικά έργα τέχνης, αυτά των σπουδαίων συγγραφέων, μπορούν να υπερβούν τα σύνορα των πολιτισμών και να αναπτύξουν έναν διάλογο που είναι ταυτόχρονα τοπικός και παγκόσμιος. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κινητοποιούν ένα μυστηριακό στοιχείο, το οποίο εξερευνά την τραγικότητα του ανθρώπου σε καιρό πολέμου, τα όνειρα σε ειρηνικά χρόνια και τους εφιάλτες του εσωτερικού του διαλογισμού. Όπως ακριβώς συμβαίνει στο έργο του Νικ Πέιν «Μια μέρα όταν ήμασταν νέοι».

Ο σκηνοθέτης και μεταφραστής Λεωνίδας Παπαδόπουλος εκμεταλλεύεται σωστά τον σκηνικό χώρο και καλύπτει αποτελεσματικά τις αλλαγές σκηνών με κοστούμια που στιγματίζουν εποχές. Ακολουθεί πιστά τον συγγραφέα και βλέπουμε τη ζωή δύο ανθρώπων σε τρείς σημαντικούς σταθμούς της ζωής τους. Ξεκινώντας από τη νεαρή τους ηλικία κοντά στην κορύφωση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταβήκαμε στη δεκαετία του ‘60 και μείναμε στα τέλη της δεκαετίας του ’90.

Καθεμία από αυτές τις «Πράξεις» της παράστασης δίνει μια πολύ σημαντική αίσθηση χωροχρόνου στον θεατή, ο οποίος μπορεί να ταυτιστεί αρχικά με μια νεανική αθωότητα, έπειτα με τη δυσαρέσκεια του μεσήλικα και, τέλος, να ζήσει την αλήθεια της μοναξιάς του γήρατος, κι όλα τυλιγμένα στην αχλή της παράπλευρης απώλειας πολέμου.

Η μουσική και ο φωτισμός είναι σημαντικές παράμετροι για τη δημιουργία ατμόσφαιρας και για την καθοδήγηση του κοινού από τη μια περίοδο στην άλλη.

Η ομάδα διαχείρισης σκηνής αξίζουν συγχαρητήρια για τη στιβαρή και αποτελεσματική δουλειά της. Το σκηνικό εξυπηρετεί και τις τρεις σκηνές στον ενιαίο χώρο της σκηνής.

Η Ναταλία- Άννα Βασιλέκα, ως Βάϊολετ, είναι ιδιαιτέρως δυνατή στην παθιασμένη σεκάνς στη δεύτερη σκηνή και ο Παύλος Σταυρόπουλος, ως Λέοναρντ, είναι ένας πειστικός ηλικιωμένος στην τρίτη σκηνή, παρά την ελαφρά μεταμόρφωσή του από τη νεαρή στην τρίτη ηλικία.

Πρόκειται για προσεκτικά σχεδιασμένους χαρακτήρες, απλούς ανθρώπους που, φαινομενικά, ζουν συνηθισμένα και φυσιολογικά αλλά με συναισθηματικές καταπιεστικές καταστάσεις, τις οποίες αγωνίζονται ανεπαρκώς να τις εκφράσουν.

Οι δύο πρωταγωνιστές, Σταυρόπουλος και Βασιλέκα, δίνουν αξιοπρόσεχτες ερμηνείες λεπτότητας και συγκρατημένου συναισθήματος. Αποφεύγουν σοφά την καρικατούρα καθώς μεγαλώνουν. Οι φλυαρίες της γυναίκας στο πάρκο στιγματίζουν έξυπνα τη μέση ηλικία, ενώ τα ανήσυχα χέρια και τα χείλη του άνδρα υποδηλώνουν συγκινητικά το «σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου», ως συνέπεια εργασιακού στρες. Λειτουργούν και οι δύο με εξαιρετική χημεία στη σκηνή, καθώς βρίσκονται εκεί σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Το έργο ανεβαίνει στο «Αντιγόνη Βαλάκου» σε πανελλήνια πρώτη κι οι θεατές μπορούν να δουν μια ιστορία που εξετάζει τις ανθρώπινες σχέσεις στο διάβα του χρόνου, αλλά και το παιχνίδι της μνήμης, τη φυσιολογική φθορά, την ταχύτητα επεξεργασίας των γνωστικών μας λειτουργιών, κυρίως δε, τις επίκτητες πληγές που αφήνει ο πόλεμος. Σπέρνει θάνατο ή συντηρεί ζωντανούς – νεκρούς. Οι απώλειες μετριόνται σε χαμένες ζωές, χαμένα εδάφη, χαμένες αγάπες, χαμένα όνειρα.

Συντελεστές

Συγγραφέας: Nick Payne

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Λεωνίδας Παπαδόπουλος

Σκηνικά: Michelangelo Bevilacqua

Κοστούμια: Δομνίκη Βασιαγεώργη

Σχεδιασμός φωτισμών: Βαγγέλης Μούντριχας

Μουσική Επιμέλεια: Λιάνα Τζερεφού

Φωτογραφίες: Μαρία Τσακίρη

Κατασκευή Σκηνικών: Γιώργος Μαστοράκης, Γιάννης Σταυρίδης

Ηθοποιοί: Παύλος Σταυρόπουλος, Ναταλία-Άννα Βασιλέκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

Διάβασε κι αυτό

Δημοφιλέστερα Θέματα