Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου, 2021

Η «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη στο κατάμεστο αρχαίο θέατρο Φιλίππων

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ροή Ειδήσεων

Άρθρα & Απόψεις

Οικονομία

Εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΟΣ
Έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση από την εφημερίδα της Καβάλας "ΕΝΗΜΕΡΟΣ" και το Kavala Web News

Πρόλογος

«Βάρβαρο είναι να είσαι ξένος σε μια αφιλόξενη χώρα και να αγωνιάς για τη ζωή σου». (Ορέστης- Πυλάδης)

«Βάρβαρη είναι η αίσθηση του εαυτού, ως «πεταμένου- εκεί». (Ιφιγένεια- Ιέρειες Αρτέμιδος)

Η «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» διδάχτηκε το 414 π.Χ. περίπου. Η «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» παραστάθηκε μετά τον θάνατον του Ευριπίδη, δηλαδή είναι έργο μεταγενέστερο, παρόλο που προηγείται σαν μύθος. Ωστόσο, η «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» είναι ένα από τα πιο τεχνικά έργα του Ευριπίδη και μας κάνει κοινωνούς όλων των δεινών του οίκου των Ατρειδών.

Στην τραγωδία θίγονται ζητήματα, όπως η φιλία, η αδελφική αγάπη, ο νόστος για την πατρίδα, η αντίθεση ανάμεσα στον ελληνικό τρόπο ζωής και στα ήθη των βάρβαρων Ταύρων, που τελούν ανθρωποθυσίες και, τέλος, η εξαπάτηση ως μέσο για την εξασφάλιση της σωτηρίας.

Υπόθεση

Η Ιφιγένεια δε θυσιάστηκε στην Αυλίδα. Η Άρτεμις την αντικατέστησε στο βωμό μ’ ένα ελάφι και την έφερε στη χώρα των Ταύρων, ενώ οι Έλληνες τη θεωρούν θυσιασμένη. Η Ιφιγένεια γίνεται ιέρεια της Άρτεμης και συνεργεί στο προκαταρκτικό στάδιο αιματηρών θυσιών, προς τιμήν της θεάς.
Ο Ορέστης, μετά το φόνο της μητέρας του κι εφόσον αθωώνεται στην Αθήνα, κατατρύχεται από τις Ερινύες που διαφώνησαν με την απόφαση. Ο Απόλλωνας, στον οποίον καταφεύγει, του δίνει εντολή να πάει στην Ταυρίδα, να κλέψει το ξόανο της θεάς Άρτεμης και να το φέρει στην Αττική, στην περιοχή της Βραυρώνας, για να λυτρωθεί από τη μανία των Ερινυών.

Ο Ορέστης με τον ξάδελφό και πραγματικό του φίλο Πυλάδη συλλαμβάνονται στην ακτή της αφιλόξενης Ταυρίδας και οδηγούνται στον βασιλιά της χώρας, τον Θόα. Εκείνος δίνει εντολή να θυσιαστούν. Οι δυο νέοι οδηγούνται μπροστά στην Ιφιγένεια για σφαγή. Σ’ ένα πολύ μακρύ επεισόδιο ο Ευριπίδης μεθοδεύει την αναγνώριση των δύο αδελφών, που, έως εκείνη τη στιγμή, θεωρούσαν νεκρά το ένα το άλλο.
Οι δύο νέοι σχεδιάζουν και πετυχαίνουν απόδραση εξαπατώντας τον άρχοντα της χώρας. Όταν η απάτη αποκαλύπτεται, εμφανίζεται η Αθηνά – ως από μηχανής θεά – και ευλογεί την πράξη. Τα αδέρφια αναχωρούν με το άγαλμα της Άρτεμης για την Αθήνα.

Ο Χορός που εξιστορεί το δράμα συγκροτείται από γυναίκες Ελληνίδες, αιχμάλωτες στη χώρα των Ταύρων.

Ανάγνωση

Πίσω από την υπόθεση, με στοιχεία horror, τα πρόσωπα δεν μπορούν να κρύψουν την τραγική τους καταγωγή. Δέσμια, παγιδευμένα σε θεϊκές αποφάσεις καταφεύγουν σε τεχνάσματα και πανουργίες, για να ανταποκριθούν στο θεϊκό σχέδιο και να το υπηρετήσουν. Πέφτουν σε πληθώρα ασεβειών, παραβιάζουν εντολές, προσβάλλουν έθιμα, εξαπατούν, διακωμωδούν τις ιερές τελετές.

Βέβαια, στο έργο θριαμβεύει η λογική των Ελλήνων έναντι της αφελούς δεισιδαιμονίας των βαρβάρων. Ο Ευριπίδης, όμως, δεν παίρνει θέση. Συμπαθεί τους ήρωες αλλά δεν τάσσεται με σαφήνεια υπέρ των μεθόδων τους. Η «Ιφιγένεια εν Ταύροις» από μία άποψη είναι έργο φυγής. Κι άλλα δράματα του Ευριπίδη , γραμμένα μετά το 415 π.Χ., είναι παρόμοια, όπως η «Ελένη» και η «Ανδρομέδα». Ο ποιητής φαίνεται ότι σκόπιμα αποφεύγει την πραγματικότητα. Όλα αυτά διαδραματίζονται σε χώρες μακρινές, παρουσιάζουν παράδοξες περιπέτειες και έχουν αίσια έκβαση.

Στην «Ιφιγένεια» δεν υπάρχουν οι διαστάσεις του τραγικού που βρίσκουμε στον Αισχύλο και στον Σοφοκλή. Οι ήρωες έχουν χάσει το μέγεθός τους και συμπεριφέρονται σαν κοινοί άνθρωποι. Είναι φυσικό, επειδή βρισκόμαστε στην πιο δραματική περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου, στη Σικελική εκστρατεία, ενώ στην Αθήνα αμφισβητούνται όλες οι αξίες και όλοι οι θεσμοί. Επομένως, ο οξυδερκής ποιητής εντάσσει στο έργο του το πνεύμα της εποχής.

Η παράσταση

Ο Γιώργος Νανούρης, νεοφώτιστος στο αρχαίο δράμα, σκηνοθετεί την «Ιφιγένεια» ακολουθώντας, ίσως, απόψεις αναλυτών. Αρκετοί φιλόλογοι, στηριζόμενοι στην πλοκή του έργου και ιδιαίτερα στο τέλος του, θεωρούν ότι δε θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται ως τραγωδία γι’ αυτό και το έχουν ονομάσει ρομαντικό δράμα ή μελόδραμα, τραγι-κωμωδία ή ακόμη και σύγχρονο θρίλερ. Τα κυριότερα επιχειρήματα, όσων αμφισβητούν ότι η Ιφιγένεια εν Ταύροις δεν είναι τραγωδία, μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: Απουσιάζει από το έργο το τραγικό θέμα. Η έκβαση του δράματος δεν αφήνει πικρή γεύση, αλλά προκαλεί διάθεση χαράς και ευθυμίας. Η κεντρική ηρωίδα του έργου, Ιφιγένεια, δεν παρουσιάζει τα γνωρίσματα ενός αληθινού τραγικού χαρακτήρα. Δεν εντοπίζεται στο έργο τραγική κορύφωση, δηλαδή ο ήρωας δε φτάνει στο ακρότατο σημείο της τραγικότητας. Δεν υπάρχει διανοητικό βάθος και , τέλος, οι Ορέστης – Πυλάδης – Θόας δεν αποτελούν αυθεντικούς χαρακτήρες αλλά «συμβατικές φιγούρες».

Η μοίρα, ωστόσο, της Ιφιγένειας και του Ορέστη, επιτρέπει στον σκηνοθέτη να θεωρήσει το έργο μία τραγική κατάσταση.

Έτσι, λοιπόν, ο μελετημένος θεατής εισπράττει από την παράσταση με την υπογραφή Γιώργου Νανούρη και με τη λυρική και, ίσως, φιλολογική μετάφραση του σπουδαίου Γιώργου Ιωάννου τα εξής:

Κλασσική η ανάγνωση με καλές προθέσεις των συντελεστών. Επίπεδη, θα πρέπει να παραδεχτούμε, στέκεται ολόκληρη η διαδρομή του μύθου. Μάλιστα, στο πιο κρίσιμο σημείο της τραγωδίας, αυτό της γνωριμίας των δυο αδερφών, η απόδοση δεν έχει αγαθά αποτελέσματα. Παρόλες τις προσπάθειες της καλής ηθοποιού Λένας Παπαληγούρα με τις εσώψυχες φωνές της και τους εναγκαλισμούς στον αδερφό της Ορέστη, δεν απογειώνεται η συγκίνηση. Το ρίγος χλιαρό από τη φορτισμένη συναισθηματικά στιγμή της αναγνώρισης, όμως στιλιζαρισμένης στο πλαίσιο κινηματογραφικής σεκάνς. Όλκιμη η σκηνή σε επίπεδο εκφραστικό και νοηματικό, δε νιώσαμε στο έπακρον να αναδεικνύονται συνολικά και συνθετικά τα ποιοτικά εκείνα στοιχεία που τη συγκροτούν και συμβάλλουν στην επιτυχή δραματική λειτουργία της.

Το συγκεκριμένο σημείο της τραγωδίας πραγματώνεται έντεχνα από τον ποιητή, χάρη στο καινοτόμο εύρημα της επιστολής και της ανταλλαγής των όρκων στο πρώτο της σκέλος, ενώ στο δεύτερο, καθοριστικό ρόλο παίζουν τα τεκμήρια και η ανάμνηση στοιχείων του οικογενειακού παρελθόντος. Χάρη στην αριστουργηματική σκηνή της αναγνώρισης, όπως την εμπνεύστηκε ο Ευριπίδης, το κοινό αγωνιά για το πότε θα υπάρξει ψυχική λύτρωση και στους φορείς της δράσης. Αυτή η αγωνία μετριάζεται στην κλασικίζουσα παράσταση, από τον κωμικοτραγικό ενθουσιασμό που εκδηλώνουν τα δυο αδέρφια στη στιγμή της αναγνώρισης.

Ο εξαιρετικός Μιχάλης Σαράντης έχει το χάρισμα του «υποκρίνεσθαι» και «κινείσθαι». Ερμηνεύει με υπερβολή, όμως δυναμικά, έναν συναισθηματικό Ορέστη και ακολουθεί πιστά τις οδηγίες στο να χτίσει έναν χαρακτήρα σπασμωδικό, υπερκινητικό, τυλιγμένο στην χαρμολύπη και στην αστείρευτη ενέργεια.

Ο Νίκος Ψαράς ως Θόας, δουλεύει τον βασιλιά με υψηλή ένταση και καταφέρνει να αποδώσει τις πτυχές της τυφλής εξουσίας.

Ο Πυλάδης του Προμηθέα Αλειφερόπουλου , μια αμήχανη κι αβοήθητη φιγούρα, μακριά από τον κόσμο της λογικής και της φλεγματικότητας.

Η άποψη του σκηνοθέτη να συναντηθούν στο ίδιο πρόσωπο – Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη – οι ρήσεις του βουκόλου και του αγγελιοφόρου υπήρξε ένα σημείο τριβής, καθώς εκτελέστηκαν χωρίς ιδιαίτερα διακριτά στοιχεία, δεδομένου ότι απαγγέλλονται σε δύο διαφορετικής ατμόσφαιρας χρονικά σημεία. Η πρώτη, μέσα στο ζοφερό πλαίσιο μιας ύπουλης αταραξίας που επιβάλλει η τελετουργική ρουτίνα της ηρωίδας και η δεύτερη, κατά τη λύση της τραγωδίας.

Η Χάρις Αλεξίου ως θεά Αθηνά, αγαλματώδης, έκλεισε ήρεμα την παράσταση. Η στεντόρεια φωνή και το κατηγορηματικό ύφος της, δωρίζουν στο συνολικό σκηνικό πόνημα μια επιτυχή έκβαση. Ευτυχής η ιδέα από την παραγωγή, άλλωστε, να συμπεριλάβει στον θίασο την αγαπημένη τραγουδίστρια. Αποδείχθηκε ισχυρότατος πόλος έλξης θεατών.

Ωστόσο, θα πρέπει να πούμε ότι ο σκηνοθέτης αντιμετώπισε τον Χορό με την χορωδιακή του διάσταση, σαν μέλη ενός τελετουργικού, αξιοποιώντας στο έπακρο την εξαίσια πολυφωνία των χαρισματικών κοριτσιών. Πολύ καλή η κορυφαία Κίττυ Παϊταζόγλου, η οποία ήταν επιφορτισμένη με σχεδόν όλους τους στίχους που στην τραγωδία απαγγέλουν οι Ελληνίδες υπηρέτριες.

Οι άλλες γυναίκες (Νικόλ Κουνενιδάκη, Μαρία Κωνσταντά, Άννα Κωνσταντίνου, Δανάη Πολίτη, Βιβή Συκιώτη και Αρετή Τίλη), με χαρακτηριστική ακρίβεια γίνονται το μέλος (μουσική) της παράστασης. Είναι προφανές ότι δούλεψαν ευσυνείδητα και πειθαρχημένα υπό τους ήχους της σύνθεσης του Άγγελου Τριανταφύλλου. Απλώνονται έντεχνα στην ορχήστρα μελωδίες αποπνέουσες λυρισμό, σ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Επιλογή σκηνοθεσίας το παραπάνω, η οποία λειτουργεί καταλυτικά , όπως στο Β΄ Στάσιμο σε συνδυασμό με τον λόγο, ενώ σ’ άλλες σκηνές καταλήγει σ’ ένα μακρόσυρτο παραδοσιακό τραγουδιστικό άκουσμα , θαρρείς της Κριμαίας, όπου και η Ταυρίδα- κατά τον μύθο- που χαρίζει τέρψη στο κοίλο.

Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, απλά αλλά κλασσικά, μακριά από καθετί περιττό και «βαρύτιμο». Τα σκηνικά της Μαίρης Τσαγκάρη, μια λιτή, ενδιαφέρουσα εικαστική εγκατάσταση ναού, η οποία λειτουργεί ως χώρος με συμβολική διαχρονική ιερότητα.

Αξιοσημείωτη λεπτομέρεια το προσωπικό σχόλιο του σκηνοθέτη γι’ αυτά που σήμερα βιώνουμε και μας ταλαιπωρούν. «Η Ιφιγένεια, προκειμένου να δραπετεύσει από τη βάρβαρη χώρα των Ταύρων, σκαρφίζεται ένα τέχνασμα: διαδίδει ότι υπάρχει ένα μίασμα στην Ταυρίδα και ο μόνος τρόπος για να σωθούν οι άνθρωποι από αυτό είναι να μείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους.

Ασφαλώς, χειροκροτούμε την πρώτη προσπάθεια του Γιώργου Νανούρη στην αρχαία τραγωδία, επειδή περιδιάβηκε το κείμενο με σεβασμό, αναγνώρισε τη Θυμέλη ως κέντρο βάρους του δράματος και δόμησε συμπαθητικά μια παράσταση με ενάργεια και μ’ ένα καλό επιτελείο ηθοποιών. Πάντοτε δε, επικροτούμε τον μόχθο όλων των συντελεστών στο χτίσιμο του οικοδομήματος- παράσταση. Οι αδυναμίες που εντοπίζουμε συμβαίνουν και στις καλύτερες υπογραφές, που διαθέτουν στη σκευή τους εμπειρία και πολλή γνώση.

Ένα επαναλαμβανόμενο «πλην» στο αρχαίο θέατρο είναι η χρήση χειλοφώνων. Δυστυχώς, αφαίρει σημαντικό κομμάτι της συνολικής προσπάθειας, καταστρέφει την ποίηση, ξεφτίζει τις εικόνες και πληγώνει τη μετάφραση. Λυπηρό και άδικο για τους εργάτες του θέατρου και για τους θεατές.

Επίλογος

Ο Ευριπίδης παρουσιάζει τους δύο κεντρικούς ήρωες του δράματός του, την Ιφιγένεια και τον Ορέστη, να συγκρούονται όχι μόνο με την ατομική του ο καθένας ειμαρμένη, που την καθορίζουν οι χρησμοί, αλλά και με την αδυσώπητη μοίρα του αμαρτωλού οίκου των Ατρειδών, του οποίου αποτελούν τους τελευταίους γόνους. Η έκβαση της τραγωδίας αποκαλύπτει την κάθαρση της καταραμένης γενιάς τους, μα και τη δική τους σωτηρία και αποκατάσταση. Συνεπώς, η βασική ιδέα που υποβάλλει το έργο είναι ότι ο άνθρωπος ζει στα δόκανα μιας θεϊκής δύναμης, που τον κατευθύνει στη λύτρωση ή στην καταστροφή. Παρόλα αυτά, ο ίδιος μπορεί με τη δική του ενεργητικότητα και δράση να επηρεάσει την πορεία της ζωής του, όπως συμβαίνει με την Ιφιγένεια και τον Ορέστη, που με τη συντονισμένη επιστράτευση της ευφυΐας και της τόλμης τους, υπερκεράζουν το ίδιο το πεπρωμένο τους! Έτσι, όμως, καταξιώνεται η προσωπική ευθύνη, και η Αττική τραγωδία αναδεικνύεται, πράγματι, «ποίημα της ανθρώπινης ελευθερίας».

Συντελεστές

Μετάφραση Γιώργος Ιωάννου
Σκηνοθεσία Γιώργος Νανούρης
Μουσική Άγγελος Τριανταφύλλου
Φωτισμοί Αλέκος Γιάνναρος
Σκηνικά Μαίρη Τσαγκάρη
Κοστούμια Ιωάννα Τσάμη
Βοηθός σκηνοθέτη Γιώργος Παπαδάκης
Βοηθοί μουσικού Στέλλα Ζιοπούλου, Αρχοντούλα Μαρούση, Μαργαρίτα Χαλακατεβάκη

Βοηθός σκηνογράφου Κατερίνα Σιώσιου

Τρισδιάστατος σχεδιασμός σκηνικού Γιώργος Κατσούγκρης

Κατασκευή γυναικείων κοστουμιών Moutaki

Παίζουν: Λένα Παπαληγούρα (Ιφιγένεια), Μιχάλης Σαράντης (Ορέστης), Νίκος Ψαρράς (Θόας), Πυγμαλίων Δαδακαρίδης (Αγγελιοφόρος), Προμηθέας Αλειφερόπουλος (Πυλάδης), Κίττυ Παϊταζόγλου (Κορυφαία Χορού) και η Χάρις Αλεξίου (Αθηνά)

Χορός: Νικόλ Κουνενιδάκη, Μαρία Κωνσταντά, Άννα Κωνσταντίνου, Δανάη Πολίτη, Βιβή Συκιώτη, Αρετή Τίλη

Παραγωγή Το ΘΕΑΤΡΟ
Διεύθυνση παραγωγής Θεοδώρα Καπράλου
Επικοινωνία & Δημόσιες σχέσεις Όλγα Παυλάτου- Ρίτα Σίσιου

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

spot_img

Διαφημίσεις