spot_img

Τελευταία Θέματα

spot_img
spot_img
spot_img

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

spot_img

«Για την Ελένη» του Μάνου Καρατζογιάννη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Ήρθε, επιτέλους, και η σειρά μας. Να ζήσουμε την εμπειρία. Να κοινωνήσουμε τα σπαράγματα ζωής της Ελένης Παπαδάκη, έτσι όπως τα ανθολόγησε, τα σταχυολόγησε και τα διασκεύασε σε θεατρικό μονόλογο ο Μάνος Καρατζογιάννης κι έτσι όπως μας τα δώρισε η σπουδαία Μαρία Κίτσου.

Μετά την επιτυχημένη πρεμιέρα του στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, την επανάληψή του σε σκηνές των Αθηνών, τη μικρή περιοδεία σε όλη την Ελλάδα, την επιστροφή του στη Μητρόπολη για έναν τρίτο κύκλο παρατάσεων, το έργο του Μάνου Καρατζογιάννη «Για την Ελένη» επιχειρεί και πάλι περιοδεία στην περιφέρεια. Κάνει στάση στην πόλη μας και μας δίνει την ευκαιρία να απολαύσουμε μια εξαιρετική ερμηνεία από την Μαρία Κίτσου κι ένα συγκροτημένο, ανένταχτο πολιτικά σκηνοθετικό εγχείρημα που εντυπωσιάζει. Ο νεαρός Μάνος Καρατζογιάννης γράφει και σκηνοθετεί ένα πολιτικό έργο χωρίς φόβο και πάθος. Με σεβασμό στην καλλιτέχνιδα – άνθρωπο και ενδελεχή μελέτη στα ιστορικά γεγονότα. Εστιάζει στο πρόσωπο, αφηγείται περιστατικά, στήνει μια αλληγορία για τη διαχρονική θέση της τέχνης απέναντι στην πολιτική, ενώ δίχως μεροληψίες, δίνει γλαφυρά την εικόνα τού τι σημαίνει εμφύλιος αλληλοσπαραγμός κι αδελφοκτόνος πόλεμος.

Ελένη Παπαδάκη: Μία από τις μεγαλύτερες Ελληνίδες ηθοποιούς του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Καταγόμενη από πλούσια οικογένεια λογίων, έλαβε μεγάλη και πολύπλευρη μόρφωση. Μιλούσε άπταιστα 4 ξένες γλώσσες και διάβαζε αρχαίους συγγραφείς από το πρωτότυπο. Σπούδασε πιάνο και φωνητική μουσική. Πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή το 1925, στο «Θέατρο Τέχνης», προγενέστερο εκείνου του Κουν. Η πρώτη επαγγελματική της εμφάνιση πραγματοποιήθηκε με την Ηρωδιάδα στη «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάιλντ και την Κόρη, στο έργο του Λουίτζι Πιραντέλο «Έξι Πρόσωπα Ζητούν Συγγραφέα». Αμέσως καθιερώθηκε ως πρωταγωνίστρια. Συνεργάστηκε με τα σπουδαιότερα ονόματα του ελληνικού θεάτρου: Βεάκης, Κυβέλη, Κοτοπούλη, Παππάς.

Εκεί όμως που έγραψε χρυσές σελίδες με τις ερμηνείες της ήταν στο Εθνικό Θέατρο, όπου προσλήφθηκε αμέσως μετά την ίδρυσή του (Νοέμβριος 1932). Πρωταγωνίστησε σε αρχαίες τραγωδίες, κλασικά και σύγχρονα έργα, ενώ κύκνειο άσμα της ήταν η ερμηνεία της στην «Εκάβη» του Ευριπίδη.

Δυστυχώς, η απελευθέρωση της χώρας μας βρήκε τους ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου, όπως άλλωστε και όλο σχεδόν τον ελληνικό λαό, χωρισμένους σε δεξιούς και αριστερούς. Στη λεγόμενη «δίκη» του Σ.Ε.Η.- η διοίκηση ελεγχόταν από το ΚΚΕ- στο θέατρο «Διονύσια», στις 24 Νοεμβρίου 1944, η Ελένη Παπαδάκη διαγράφηκε. Η ίδια ήταν απούσα. Σε επιστολή που έστειλε στη συνέλευση αναρωτιόταν, μεταξύ άλλων, «κατά πόσον η όλη στάσις μου κατά το διάστημα της Κατοχής υπήρξεν αντεθνική, αντισυναδελφική, εγωιστική και απρεπής;». Η Παπαδάκη, χάρη στις γνωριμίες της, είχε καταφέρει να σώσει πολλούς, ανεξαρτήτως ιδεολογίας.

Το αισχρό «θάνατος στην πουτάνα» το άκουσε πολλές φορές. Δημοσιεύματα ανάλογα είχαν συμβάλει στην εικόνα της Παπαδάκη ως συνεργάτιδας των Γερμανών ή δωσίλογων, αλλά κυρίως, ως ερωμένης του τελευταίου κατοχικού πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη.

Στις 21 Δεκεμβρίου 1944 έφυγε από το σπίτι της στα Πατήσια και πήγε στου Δημήτρη Μυράτ. Το ίδιο απόγευμα την αναζήτησαν μέλη της Πολιτοφυλακής Πατησίων και την συνέλαβαν. Στις 26 Ιανουαρίου 1945, βρέθηκε η σορός της σ’ ένα όρυγμα, μαζί με τις σορούς 3-4 ακόμα γυναικών. Όταν μαθεύτηκε ο θάνατος της μεγάλης ηθοποιού, ο καλλιτεχνικός κόσμος βυθίστηκε σε πένθος. Η κηδεία της έγινε δύο μέρες αργότερα. Ο θάνατός της θρηνήθηκε ως εθνική απώλεια. Ο Άγγελος Σικελιανός εν είδει επιγράμματος έγραψε:

«Μνήσθητι Κύριε : Για την ώρα που η λεπίδα του
φονιά άστραψε κι όλος ο θεός της τραγωδίας εφάνη.
Μνήσθητι Κύριε: για την ώρα που άξαφνα, κι οι
εννιά αδερφές εσκύψαν
να της βάλλουν των αιώνων το στεφάνι».

H Ελένη Παπαδάκη, μια πολύ σημαντική καλλιτέχνις, ιδιαίτερα καλλιεργημένη αλλά και ελεύθερη γυναίκα, ενέπνευσε σημαντικούς Νεοέλληνες συγγραφείς σε διάστημα μεγαλύτερο των επτά δεκαετιών, ώστε να την αξιοποιήσουν ως ηρωίδα στα έργα τους που αναφέρονται στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και δη στα Δεκεμβριανά.
Μεταξύ αυτών κι ο Μάνος Καρατζογιάννης, που κάνει κάτι πολύ γενναίο. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, αποτείνει φόρο τιμής σε μια μεγάλη ηθοποιό, αδικημένη από τους συνάδελφους της σε σημείο έσχατο. Θανάτου της. Με κύρια πηγή το αρχείο του Μάνου Ελευθερίου, συρράπτει μια σκοτεινή περίπτωση του ελληνικού θεάτρου με τη συγκλονιστική ιστορία μιας γυναίκας που υπήρξε θύμα της προσωπικής της λάμψης και της διαφορετικότητάς της. Επικαιροποιεί την παθογένεια του έθνους μας- εμφύλιος σπαραγμός- στιγματίζει πρόσωπα και συμπεριφορές (ακούγονται σκόρπια ονόματα καλλιτεχνών και πολιτικών) αλλά κυρίως, δίνει ευκαιρία στους θεατές να ανατρέξουν σε πηγές και να μάθουν όλα όσα κατέγραψε η ιστορία, αυτά που παραμέριζαν ως υποδεέστερα.

Η ανάθεση του ρόλου στην Μαρία Κίτσου είναι στόχος στο κέντρο. Σπουδαία ηθοποιός. Η ερμηνεία της, γεμάτη ποίηση, δύναμη κι ενέργεια και πάθος και φόβο και περηφάνια, μα και ικεσία, συγκίνησε την πλήρη αίθουσα και ενθουσίασε σε υπερθετικό βαθμό. Από το πρώτο της υγρό βλέμμα, ευάλωτο, αληθινό, έως τις εξαιρετικές στάσεις του κορμιού της, είτε όρθια είτε καθισμένη, μας προσέφερε μια γυναίκα –έργο τέχνης και μια ηρωίδα, άλλοτε του Όσκαρ Γουάιλντ, όταν έβγαλε τη βεντάλια της Λαίδης Γουίντερμιρ, κι άλλοτε της ίδιας της Παπαδάκη, όταν χόρεψε τανγκό με τον «εκτελεστή» της κι ακουγόταν το δικό της τραγούδι, το «τανγκό της θεατρίνας». Εξαιρετικές διακυμάνσεις φωνής, έκφρασης, σε κάθε περίπτωση. Όλη η προίκα της σταδιοδρομίας της πέρασε από μπροστά μας, όπως και η μοιραία μέρα. Συγκινήθηκε η Μαρία Κίτσου- Ελένη Παπαδάκη και συγκίνησε. Τόσο, ώστε στο τέλος επευφημήθηκε από τους θεατές με παρατεταμένο χειροκρότημα κι εκείνη ευχαρίστησε τον κόσμο με δάκρυα. Αληθινά δάκρυα.

Επρόκειτο για μια πολύ καλή παράσταση σε μια ευφρόσυνη βραδιά στο «Αντιγόνη Βαλάκου».

Συντελεστές:

Κείμενο / Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης

Σκηνικό: Γιάννης Αρβανίτης

Κουστούμια: Βασιλική Σύρμα

Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη

Μουσική επιμέλεια: Γιώργος Πούλιος

Μουσική σύνθεση τραγουδιού: Άρης Βλάχος

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ