ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΗ
Διασκευή: Κατερίνα Παπαναστασάτου – Σκηνοθεσία: Σωτήρης Ρουμελιώτης
Το θεατρικό έργο, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, βασίζεται στο σενάριο της ομότιτλης, βραβευμένης με τη Χρυσή Άρκτο του Φεστιβάλ Βερολίνου 2021, κινηματογραφικής ταινίας του Radu Jude.
Γυρισμένη ως θέατρο, ως θέαμα, ως ένα τσίρκο ή ένα τρένο που έχει ξεφύγει εντελώς από τις ράγες, η δίκη της πρωταγωνίστριας- δασκάλας στην ταινία, που κατηγορείται από γονείς ως διεστραμμένη, λόγω διαρροής στο διαδίκτυο δικό της βίντεο πορνό, ξεκινά με μια σχολαστική παρέκβαση του θέματος, όπως: «σκεφτείτε τα παιδιά», πριν παρεκκλίνει σε κάθε βήμα, σε σχεδόν κάθε πιθανό πολιτισμικό σχίσμα που βρίσκεται αιώνια υπό συζήτηση.
Ο Ρουμάνος σκηνοθέτης όχι μόνο αποτυπώνει με επιτυχία την απόλυτη ματαιότητα και αδυναμία του σύγχρονου λόγου, αλλά το κάνει με τέτοιο τρόπο που σε αφήνει άναυδο. Είναι η ενότητα σχολίων οποιουδήποτε περιφερειακού ειδησεογραφικού ιστότοπου, γραμμένη με μεγάλα γράμματα και ζωντανεύει αυτάρεσκη, πικρή, δηλητηριώδης, ανεξήγητη και διαταραγμένη. Τυχαίνει, επίσης, να είναι συναρπαστική και, ναι, καθαρτική. Βέβαια, η ταινία χρησιμοποιεί τη συνθήκη της πανδημίας, οπότε η μάσκα ανάγεται σε πολλαπλά σύμβολα, που δεν μπορούνε να αποτυπωθούν ή να παρασταθούν στη σκηνή.
«Θα ήταν αφελές και άγονο καλλιτεχνικά το να προσπαθούσαμε να αναπαράγουμε μια ήδη πετυχημένη ταινία. Έτσι, έχει γίνει μια νέα διασκευή από την Κατερίνα Παπαναστασάτου, η οποία, βέβαια, θεωρώ ότι διατηρεί ακέραιο το καυστικό χιούμορ και το ιδιαίτερο ύφος του Ρουμάνου συγγραφέα και σκηνοθέτη Radu Jude. Ωστόσο, υπάρχουν και σημαντικές διαφορές, μιας και οι συντελεστές και οι ηθοποιοί προσθέσαμε νέες ιδέες, υλικό που προέκυψε από αυτοσχεδιασμούς και, γενικότερα, προσθέσαμε τις προσωπικές μας οπτικές και εμπειρίες. Τέλος, η σημαντικότερη διαφορά πιστεύω πώς είναι το ότι, ενώ στην ταινία εμφανίζονται γύρω στους 30-40 γονείς, στη δική μας εκδοχή όλοι οι γονείς ενσαρκώνονται απολαυστικά από τρεις ηθοποιούς, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη θεατρικότητα και είναι ένα μεγάλο στοίχημα υποκριτικά και παραστασιακά». Αυτά δήλωσε σε συνέντευξή του ο σκηνοθέτης Σωτήρης Ρουμελιώτης.

Η Έμι, δασκάλα σε ένα σχολείο υψηλού κύρους, βλέπει το επαγγελματικό της μέλλον να διακυβεύεται σοβαρά όταν διαρρέει στο διαδίκτυο ένα προσωπικό της βίντεο ερωτικού περιεχομένου, ένα ιδιωτικό porn tape που έχει γυρίσει σε μια απολύτως προσωπική στιγμή της με τον σύζυγό της. Επιθέσεις σεξισμού, ρατσισμού, μισαλλοδοξίας, μετακύλισης ευθυνών, ανεύθυνες αιτιάσεις γονέων και κηδεμόνων, αλλά και μια αισθητική «αποκλεισμού» της αλήθειας, αναγκάζουν την Έμι – όλα μαζί – να απολογηθεί μπροστά σε γονείς που αναλαμβάνουν να διαδραματίσουν τον ρόλο των «ιεροεξεταστών». Όμως εκείνη, αρνείται να παραδώσει τα όπλα.
Βασισμένη στο ανατρεπτικό σενάριο του βραβευμένου Ρουμάνου δημιουργού Radu Jude, η θεατρική σκηνοθεσία του Σωτήρη Ρουμελιώτη, φέρνει την ιστορία στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Με καυστικό χιούμορ, απρόσμενες ανατροπές και διαρκείς συγκρούσεις, μια απλή συζήτηση γονέων και εκπαιδευτικών μετατρέπεται σε αληθινή μονομαχία γύρω από τα ταμπού της σεξουαλικότητας, τους κοινωνικούς ρόλους, την ευθύνη του γονέα και τα όρια ανάμεσα στον ιδιωτικό και το δημόσιο βίο.
Σε μια κοινωνία που ζει μέσα από εικόνες και εύκολες κρίσεις, οι άνθρωποι βρίσκονται όλο και πιο εκτεθειμένοι στην αδηφάγα αγοραία κριτική, ειδικά μέσω του διαδικτύου. Όταν όμως έρχεται η ώρα να συζητήσουμε πρόσωπο με πρόσωπο – χωρίς να παρεμβάλλονται αναμεσά μας οθόνες και εφαρμογές – οι μάσκες της προοδευτικότητας πέφτουν με θόρυβο και οι βαθιά ριζωμένες κοινωνικές προκαταλήψεις αποκαλύπτονται με τραγελαφική γλαφυρότητα.
Και στο «Ατυχές πήδημα ή παλαβό πορνό» εμπεριέχεται μια ευρεία γκάμα συναισθηματικών αποχρώσεων και ψυχικών διαθέσεων, γεγονός που το κάνει απρόσμενο και ανατρεπτικό. Συχνά το τραγικό και το γελοίο περπατάνε χέρι-χέρι και, πολλές φορές, όταν δεν τα ξεχωρίζεις ευδιάκριτα, σου αποκαλύπτονται αναπάντεχες όψεις της ανθρώπινης ύπαρξης και της καθημερινότητας.
«Συναντηθήκαμε σαν ομάδα για πρώτη φορά (δηλώνει ο σκηνοθέτης στη συνέντευξή του) και, ευτυχώς, καταφέραμε πολύ γρήγορα να βρούμε έναν κοινό κώδικα. Από εκεί και πέρα αφεθήκαμε στη ροή της συνθήκης, δοκιμάσαμε διάφορες ιδέες και, με πολλή δουλειά, καταφέραμε να παίζει ο κάθε ηθοποιός από πέντε-έξι διαφορετικά πρόσωπα, με τις αλλαγές ρόλων να είναι τρομερά γρήγορες. Νομίζω ότι οι πρόβες μας ήταν μια πολύ ανοιχτή διαδικασία, όπου το κάθε άτομο έβαλε πολλά προσωπικά λιθαράκια και αυτό οδήγησε σε ένα πλουσιότερο συλλογικό αποτέλεσμα».
Όπως προδιαθέτει ο αντισυμβατικός τίτλος, η παράσταση είναι μια προκλητική και αυθάδικη καταγραφή της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Είναι μια επίκαιρη θεατρική πρόκληση, εξόχως πολιτική και λυτρωτικά αθυρόστομη, που επικεντρώνεται πάνω στην έννοια του χυδαίου.
Το ενδιαφέρον υπερ – φορμαλιστικό σενάριο του Ζουντέ διασκευάστηκε με επιτυχία από την Κατερίνα Παπαναστασάτου, προσδίδοντάς του αρκετές πινελιές από την ελληνική πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργηθεί ένα ζωηρό κείμενο, που επιδιώκει να προσεγγίσει τα όρια ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο, το κατά πόσο αυτά αίρονται όταν οι κοινωνικοί ρόλοι υπαγορεύουν συγκεκριμένες συμπεριφορές.

Οι εναλλαγές ρυθμών, η χρήση βίντεο και η ενσωμάτωση του θιάσου με τις θέσεις του κοινού δημιουργούν ένα έργο ταυτόχρονα διασκεδαστικό και άβολο, πιστό στο πνεύμα του Ρουμάνου δημιουργού. Εντυπωσιακό είναι πώς τα τρία μέρη της ταινίας του, το «ρεαλιστικό» πρώτο, το «δοκιμιακό» δεύτερο και το «δικαστικό» τρίτο, ενσωματώνονται οργανικά στη σκηνική γραφή, χωρίς να χαθεί η ειρωνεία ή η κοινωνιολογική της διάσταση. Η μετάβαση από το χάος της καθημερινότητας στη συλλογική παράνοια του δημόσιου διασυρμού λειτουργεί υποδειγματικά και οι συντελεστές το μεταφέρουν άψογα.
Ενσωματωμένοι στη συνθήκη του δημόσιου εξευτελισμού οι: Άγγελος Ανδριόπουλος, Ελένη Βαΐτσου, Ελένη Δαφνή, Σπύρος Σουρβίνος, με τη δική τους δυναμική, συγκροτούν το άτυπο «λαϊκό» δικαστήριο. Μέσα από αλληλοεπιθέσεις, κωμικές ενίοτε εκρήξεις, έκφραση στερεότυπων, αναλύσεις και υποθέσεις σεξιστικού περιεχομένου, αλλαγή εκτιμήσεων και ανατροπές καταλήγουμε σε τρεις ολότελα διαφορετικές εκβάσεις της ιστορίας μας, που φέρουν και μια αλλιώτικη τύχη για την «κατηγορούμενη».
Ωστόσο, εκεί όπου η παράσταση δείχνει να πλησιάζει εξαιρετικά την ταινία είναι η τρίτη εκδοχή του τέλους, εφόσον προηγήθηκαν οι δύο δια δραστικές εκδοχές , η οποία και στην ταινία λειτουργούσε ως έκρηξη οργής, σαρκασμού και ανατροπής. Εδώ, το τέλος είναι η μεταμόρφωση της δασκάλας σε ένα θηρίο που βρυχάται, αυτό που κατάφεραν να «κατασκευάσουν» γονείς και συναδερφοι της, με τις λυσσαλέας τους επιθέσεις. Εμφορούμενη από απίστευτη ενέργεια που της προσέδωσε η αγανάκτησή της, αναλύεται σε βρυχηθμούς, ιαχές ζούγκλας και δικαιώνει τον εαυτό της μ’ αυτόν τον ακραίο τρόπο και, ταυτόχρονα, το περί δικαίου αίσθημα διαχέεται στην αίθουσα.
Η Ελένη Δαφνή αποδίδει με ευαισθησία την ντροπή και την ψυχική φθορά του χαρακτήρα της, ώσπου στο φινάλε μεταλλάσσεται σε ηφαίστειο που ξερνά τη λάβα του και σκεπάζει τις «αγίες οικογένειες» του συλλόγου γονέων, η Ελένη Βαΐτσου, ο Σωτήρης Ρουμελιώτης και ο Σπύρος Σουρβίνος οργώνουν την αίθουσα και τη σκηνή και ερμηνεύουν με δύναμη και φρενήρεις ρυθμούς όλους τους χαρακτήρες, το δε σκηνικό φινάλε καταφέρνει να αποδώσει πλήρως την κοινωνική και προσωπική εξέγερση που το έργο προϋποθέτει.
Αυτή η παράσταση – φαρσοκωμωδία του Ρουμελιώτη είναι μια τολμηρή, ευφυής και απολαυστικά καυστική θεατρική μεταφορά, έμπλεη ευρημάτων με τη μορφή γκαγκς, που φέρνει τον καθρέφτη της υποκρισίας πολύ κοντά στο ελληνικό κοινό.
Λόγω της εξερεύνησης επίκαιρων θεμάτων, της προθυμίας τού να θεωρήσει τη σεξουαλικότητα ως απόλυτο αγαθό και της αμείλικτης επίθεσής του στον ολοκληρωτισμό, ο οποίος σαφώς βρίσκεται σε άνοδο σήμερα, το έργο αποτελεί ένα αξιόλογο μέσο κοινωνικής και πολιτικής ανάλυσης. Οι υπερβολές του και ο αδυσώπητος, αμείλικτος διδακτισμός του το καθιστούν προκλητικό.

Η παράσταση, ωστόσο, του Σωτήρη Ρουμελώτη και της Κατερίνας Παπαναστασίου, μια αναζωογονητική, σκόπιμα θρασεία φαρσοκωμωδία, καταφέρνει να είναι τόσο διδακτικά πολιτική, όσο και ανεκτά βλάσφημη και, δικαίως, θυμωμένη.
Χωρίς αμφιβολία, είναι κάτι που δεν έχετε ξαναδεί. Είναι τολμηρό εγχείρημα της ομάδας «Γέφυρα», κάποτε ωμό και χοντροκομμένο, δικαίως έξαλλο και αν αυτό δεν είναι πανκ ροκ, δεν ξέρω τι είναι.
Ο αποστασιοποιημένος τρόπος (μια ψευδαίσθηση ότι υπάρχει ένα δικαστής που υπηρετεί και εφαρμόζει γραπτούς και ηθικούς, άγραφους νόμους), με τον οποίο παρουσιάζονται τα πάντα, σαν να ξεπετάγονται μέσα από ένα κέλυφος σαρκασμού, χρησιμεύει μόνο για να αναδείξει και μέσω της υπερβολής, τον χαρακτήρα μιας κοινωνίας που είναι, πράγματι, πορνογραφική.
Συντελεστές
Διασκευή: Κατερίνα Παπαναστασάτου
Σκηνοθεσία/ Σχεδιασμός φωτισμών: Σωτήρης Ρουμελιώτης
Σκηνικά: Αιμιλία Κακουριώτη
Κοστούμια: Θεανώ Τσαλόγλου
Μουσική: Γιώργος Χρυσικός
Παίζουν: Ελένη Βαΐτσου, Ελένη Δαφνή, Σωτήρης Ρουμελιώτης, Σπύρος Σουρβίνος
Φωτογραφίες: Αναστασία Γιαννάκη
Παραγωγή: Θεατρική Ομάδα Γέφυρα
Διάρκεια: 70 λεπτά
Η παράσταση επιχορηγήθηκε από το Υπουργείου Πολιτισμού.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ









