Γράφει ο Ανδρέας Χριστόπουλος

Αντίθετα από ότι νομίζουν οι πολλοί, τις οικονομικές κρίσεις δεν τις δημιουργεί η έλλειψη χρήματος αλλά το πλεόνασμα χρήματος, δηλαδή χρήματα που είναι ανενεργά και ξαφνικά επενδύονται. Τι συμβαίνει όταν επενδύονται μαζικά μεγάλα κεφάλαια σε έναν τομέα; Παρατηρείται το φαινόμενο του μιμητισμού. Σπεύδουν κι άλλοι, έχουν δεν έχουν τα κεφάλαια, να επενδύσουν.
Κάποια στιγμή οι αρχικοί επενδυτές εκτιμούν ότι οι επενδύσεις έχουν πιάσει ταβάνι. Τότε φεύγουν πουλώντας τις επιχειρήσεις που δημιούργησαν ή κρατώντας τες στο μέγεθος που πρέπει. Λίγο μετά αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Ο κορεσμός φέρνει αδυναμία κερδών, όσοι δανείστηκαν για να μπουν στο παιχνίδι δεν έχουν έσοδα για να αποπληρώσουν τα δάνεια, ολόκληρα κτήρια ερημώνονται.
Κάνω αυτή την εισαγωγή γιατί το φαινόμενο που περιγράφω είναι σε τέτοια διαδρομή με τα φωτοβολταϊκά. Μπήκαν στην αγορά οι μεγάλοι και ακολούθησε κόσμος. Σε λίγο πολλές επενδύσεις στον κλάδο θα καταστραφούν.
Η χώρα βρέθηκε μέσα σε λίγα χρόνια με τεράστιο αριθμό αδειών και επενδυτικών σχεδίων, χωρίς όμως να έχει αναπτυχθεί με την ίδια ταχύτητα το ηλεκτρικό δίκτυο και οι μονάδες αποθήκευσης που απαιτούνται για να «σηκώσουν» αυτή την παραγωγή.
Με δανεισμούς, επιδοτήσεις και χωρίς κρατική πρόβλεψη, δημιουργήθηκε μια «πράσινη φούσκα» που μπορεί να οδηγήσει σε ένα νέο κύκλο κόκκινων δανείων.
Μικρότεροι παίκτες, που επένδυσαν σε φωτοβολταϊκά με υψηλό δανεισμό και μεγάλες προβλέψεις απόδοσης, θα είναι τυχεροί αν καταφέρουν να πουλήσουν σε χαμηλές αποτιμήσεις αλλιώς θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις τράπεζες.
Η αγορά δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με όρους «επιδότησης χωρίς σχέδιο». Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να δει που και πως να παρέμβει. Μια ευκαιρία είναι ο νόμος που φέρνει τους περιοριστικούς όρους ανάπτυξης τέτοιων μονάδων.









