Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου, 2026
spot_imgspot_img

Τελευταία Θέματα

spot_img

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Θύτες και θύματα

του Παύλου Λεμοντζή

Ένα στέκι είχαμε, θυμάμαι, τον «Θείο» στην Αμύντα. Το πρωί σχολείο, το απόγευμα στο κέντρο της πόλης. Μπιλιάρδο, σφαιριστήρια, μπαλάκια τα λέγαμε, τράπουλα, αγωνία, ξερή, τέτοια. Και σινεμά, βεβαίως. Ελληνικά μαυρόασπρα, έγχρωμα καουμπόικα, χλαμύδες, Μασίστας, Τούρκικα, κάτι Ινδικά, δακρύβρεχτα κι αυτά, καράτε, πολεμικά πάσης φύσεως και ιταλικές σεξοκωμωδίες.

Οι διαδρομές μετρημένες. Βόλτα στην Ομόνοια, σπόρια από το γωνιακό υπόγειο «Ο ΑΟΚ» σιροπιαστό γλυκό στου Άγγελου ή στου Καζαντζίδη, στα στενά του Αη Νικόλα και καθημερινή επίσκεψη στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, στην πάροδο Ομονοίας ( 1953 έως και το 1984). Ώρες, εκεί. Υπομονετική η Ρούλα (να μη θυμάμαι επίθετο, έσπασα το κεφάλι μου, αλλά δεν….)

Δεκαετίες μετά ο Κραουνάκης τραγούδησε με τη Δάφνη «Χρόνια σαν τριαντάφυλλα ξερά μες τα βιβλία..» έτσι όπως έγραψε τους στίχους ο Μάνος Ελευθερίου και, όλως τυχαίως, το άνοιξα το παλιό βιβλίο, βρήκα και τα ξερά τα φύλλα, σημάδια, μη νομίζετε, έχουν πια εξαϋλωθεί τόσα χρόνια ξεραΐλα και γύρισα πίσω κι ανέβηκα τα σκαλάκια στο μικρό χώρο της Βιβλιοθήκης με την παλιά την πόρτα, η Ρούλα: «βρε, καλώς τον, τον έφερες τον Καζαντζάκη;»

Δεν πρόλαβα να μιλήσω, όρμησε η Ρωξάνη η μόνιμη «πελάτισσα» της Βιβλιοθήκης, με τη μακριά της την πλεξούδα, που έτρεχε σ’ όλη τη ράχη και τέλειωνε περίπου στη μέση της και μου την πήρε την «Ασκητική» μέσα απ’ τα χέρια. Έτσι, από περιέργεια.

Τον Καζαντζάκη δέκα φορές τον δανείστηκα, όλο σκάλωνα στην κοσμοθεωρία του, επειδή η «Ασκητική» είναι το πλέον φιλοσοφικό βιβλίο του και, μολονότι δεν είναι εύκολη η ανάγνωσή του, καθώς απαιτεί προσοχή και προσήλωση για να γίνουν κατανοητές οι φιλοσοφικές σκέψεις του συγγραφέα, επέμενα, με το μυαλό που κουβαλούσα. Θα πρέπει να το διαβάσω ξανά και ξανά, οι πέντε κύκλοι του είναι πολυσύνθετοι, αλλά με ρούφηξε για τα καλά το θέατρο.

Η Ρωξάνη ζητούσε ευκαιρία να πει τα δικά της. Έλεγε, έλεγε, η καημένη, κανείς δεν την πρόσεχε. Είχε κι ένα τικ, θυμάμαι. Το χέρι το δεξί χάιδευε το μέτωπο στα πλάγια, κατέβαινε στο μάγουλο κι όσο μιλούσε, η κίνηση ήταν συνεχής.

Η Ρούλα ήταν καλή της φίλη. Συνειδητά. Όλοι οι υπόλοιποι που μπαινόβγαιναν στο «πνευματικό κέντρο», ας πούμε, της τραβούσαν την κοτσίδα, σαν σχοινί καμπάνας ένα πράγμα. Φώναζε η Ρωξάνη, μάλωνε, διεκδικούσε το δίκιο της όσο μπορούσε, γινότανε και σκληρή καμιά φορά με τα λόγια, αλλά ως εκεί. Σάματις, τι μπορούσε να κάνει στα διαολόπαιδα; Τίποτα παραπάνω.

Έναν αδερφό είχε, τον Θανάση, πιο σόλοικος αυτός. Δεν την ακολουθούσε στο στενό της Ομόνοιας, μόνο στον δρόμο προς το σπίτι τους, πάνω στο Σούγελο (δρόμος του νερού σημαίνει στα τούρκικα, σού=νερό και γιόλ= δρόμος. Έτσι το ξέραμε, έτσι το λέγαμε! Και έτσι είναι), στα λεγόμενα «Γαλατάδικα». Πώς κι από πού αυτή η ετικέτα, ποτέ δεν έμαθα, δε με ενδιέφερε κιόλας.

Δυο παιδιά, απόκληροι της κοινωνίας, σε μια εποχή που το ελάττωμα ήταν στίγμα φωτεινό που ακολουθούσε το παιδί σ΄ όλες του τις δραστηριότητες. Από το περπάτημα μέχρι τον λόγο και το βλέμμα. Έφυγαν οι γονείς τους, έφυγαν και οι δυο, νωρίς.

Τα θυμήθηκα ξαφνικά αυτά τα παιδιά, τα μνημονεύω τώρα, όσο να πεις, ένα μνημόσυνο κάποιοι άνθρωποι το δικαιούνται. Ήταν και γειτονάκια, ήταν και στην ηλικία μου, ήταν και οι γραφικοί τύποι της πόλης, ήταν δαχτυλοδειχτούμενα, ήταν και πονεμένα παιδιά.

Πλέον, η γραφικότητα περιορίζεται στις ελληνικές τηλεοπτικές σειρές. Σήμερα που οι άνθρωποι περπατούν στον δρόμο και μιλούν δυνατά στο κινητό τους, κανείς δε δίνει σημασία. Ούτε στα λεωφορεία που οι επιβάτες ακούν θέλουν δε θέλουν τα προσωπικά εκείνων που τα αραδιάζουν στον αέρα ανενδοίαστα. Σημεία των καιρών!

Αλλά, έστω κι έτσι, έστω στην αποδοχή του διαφορετικού στις μέρες μας, η δύναμη που χρειάζεται ένα τέτοιο προβληματικό άτομο, δεν είναι πάντα ηρωική με την κλασική έννοια. Συχνά είναι αθόρυβη και εξαντλητική.

Πρέπει να είναι κανείς χαλκέντερος για να μην επιτρέψει στην κακία του άλλου να γίνει η δική του εσωτερική φωνή. Το να αδιαφορεί για τους θύτες του, είναι ένας καθημερινός άθλος. Είναι η ικανότητα να «λυγίζει» από τον πόνο αλλά να μη σπάει, βρίσκοντας το κουράγιο να σηκωθεί το επόμενο πρωί και να βγει πάλι έξω.

Το να μην επιτρέψει στο μίσος να δηλητηριάσει τη δική του ψυχή απαιτεί ανώτερο πνευματικό επίπεδο. Όταν δεν υπάρχει αυτό, η διάβρωση κι ο πόνος είναι μονόδρομος.           

Η λέξη «ελάττωμα» είναι μια κοινωνική κατασκευή. Αυτό που οι ανάλγητοι αποκαλούν ελάττωμα, στην πραγματικότητα είναι μια ιδιαιτερότητα. Η ιστορία είναι γεμάτη από ανθρώπους που χλευάστηκαν για τη διαφορετικότητά τους και αργότερα, αυτή ακριβώς η διαφορετικότητα έγινε η μεγαλύτερη δύναμή τους.

«Η δύναμη δεν έρχεται από αυτά που μπορείς να κάνεις. Έρχεται από το να ξεπερνάς αυτά που κάποτε πίστευες ότι δεν μπορείς.»

Κανείς δε γεννιέται έτοιμος να αντιμετωπίσει το bullying. Όταν αποδέχεσαι εσύ τον εαυτό σου (με όλα τα “ψεγάδια”), τα λόγια των άλλων είναι λόγια του αέρα.

Η ψυχική αντοχή δε σημαίνει να ανέχεσαι τα πάντα, αλλά να ξέρεις πότε να πεις “ως εδώ” και να λάβεις τα μέτρα σου.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το bullying λέει τα πάντα για τον θύτη και τίποτα για το θύμα. Ο θύτης προσπαθεί να καλύψει τις δικές του ανασφάλειες επιτιθέμενος σε κάποιον που θεωρεί “αδύναμο”.

Συμβαίνει και στις καλύτερες κοινωνίες.

Στην κεντρική φωτογραφία η Οδός Αμύντα (από το αρχείο του Ηλία Πιπερίδη)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ