spot_imgspot_img

Τελευταία Θέματα

spot_img
spot_img

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

«Ζορμπάς» του Νίκου Καζαντζάκη στη Μονή Λαζαριστών, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανίδη, από το ΚΘΒΕ

«[…] Οι άνθρωποι, αφεντικό, είναι πρόβατα. Αν τους αφήσεις, κάθονται. Αν τους δείξεις το δρόμο, πάνε. Αν τους φοβερίσεις, τρέχουν. Μα αν τους πεις την αλήθεια, σε τρώνε.»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Μεταφορές στο σανίδι, άλλοτε πιστές και άλλοτε στο βαθμό της απλής πρωτογενούς έμπνευσης, ενίοτε κειμένων και συνηθέστερα ολόκληρων βιβλίων, που εξ’ αρχής δημιουργήθηκαν για να αποτελέσουν προϊόν ανάγνωσης και όχι για να παρασταθούν, μας είναι οικείες και το θέμα γνωστό και πολλυσυζητημένο, με μερίδες θεατών και αναγνωστών να παίρνουν θέση υπέρ της μίας ή της άλλη πλευράς.

Και αν ο σκεπτικισμός των βιβλιολατρών απέναντι στις μεταφορές των λογοτεχνικών κειμένων έγκειται, κυρίως, στον περιορισμό της φαντασίας και στο «στρίμωγμά» τους σε μια περιορισμένη συνθήκη, το επιχείρημα ίσως καταλύεται, όταν πρόκειται για θεατρικές συμβάσεις, οι οποίες εν τη γενέσει τους είναι «ποιητικές».

Η ποιητική αυτή δυναμική, πιστεύω ότι ενέχει και συσσωματώνει τη φαντασία, ως ίδιον της εκφραστικής πράξης. Γιατί, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για την αφήγηση μιας ιστορίας κι αυτό δεν μπορεί παρά να συνιστά μία πράξη έκφρασης ενός συνόλου καλλιτεχνών του θεάτρου και ως τέτοια, αναντίρρητα, εμπεριέχει τη φιλοδοξία μιας διάνοιξής της προς τον κόσμο, αλλά και τον δικό μας τρόπο να είμαστε μέσα σ’ αυτόν.

 Με απλά λόγια, το «πρόβλημα» επιλύεται αυτοστιγμεί, αν αντιμετωπίσουμε τις θεατρικές μεταφορές ή διασκευές, ως τον τρόπο με τον οποίο οι εμπλεκόμενοι σε αυτές (σκηνοθέτης, ηθοποιοί , διασκευαστές κειμένων, σκηνογράφοι, μουσικοί, φωτιστές και λοιποί συνεργάτες) κατανοούν την ιστορία, την αποκωδικοποιούν και επιχειρούν να την παραστήσουν στη σκηνή.

 Στη νέα παράσταση του ΚΘΒΕ «Ζορμπάς», ο σημαντικός σκηνοθέτης –διασκευαστής Λευτέρης Γιοβανίδης και όλοι οι υπόλοιποι συντελεστές, κερδίζουν το στοίχημα.

Η μεταφορά στο σανίδι του βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη στην παράσταση του ΚΘΒΕ είναι επιτυχής, επειδή η ποίηση της εικόνας, ο διάλογος, η έκφραση, η κίνηση και η στάση των ηθοποιών, το φως και η μουσική που μεγεθύνουν την απόλαυση, είναι θαύμα ιδέσθαι.

«Ο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», (1946), δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα. Είναι ένα φιλοσοφικό μανιφέστο για την ελευθερία, την επαφή με τη φύση και τη σύγκρουση ανάμεσα στο πνεύμα και στην ύλη.

Το έργο βασίζεται στην αντίθεση δύο κόσμων, οι οποίοι εκπροσωπούνται από τους δύο πρωταγωνιστές:

Ο Νίκος, το «Αφεντικό» (ο συγγραφέας Καζαντζάκης ), είναι ο άνθρωπος του πνεύματος, της θεωρίας και των βιβλίων. Είναι εγκλωβισμένος στις σκέψεις του, διστακτικός και «στεγνός» από εμπειρίες. Συμβολίζει τον δυτικό ορθολογισμό.

Ο Αλέξης Ζορμπάς, είναι ο χαρακτήρας της πράξης, του ενστίκτου και των αισθήσεων. Δεν αναλύει τη ζωή, τη ζει. Είναι ο «πρωτόγονος» άνθρωπος που επικοινωνεί με τη γη, τον χορό και το πάθος.

Ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί τον Ζορμπά ως δάσκαλο για τον αφηγητή. Μέσα από τη φιλία τους, το «Αφεντικό» – συγγραφέας, συνειδητοποιεί ότι η αληθινή γνώση δεν βρίσκεται στα χαρτιά, αλλά στην επαφή με το «ακάθαρτο» και το «θείο» της καθημερινότητας.

Για τον Ζορμπά «Ελευθερία» σημαίνει να μην φοβάσαι τίποτα, ούτε τον θάνατο ούτε τον Θεό. Η περίφημη φράση που συνοδεύει το πνεύμα του έργου (και τον τάφο του Καζαντζάκη) είναι: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λεύτερος».

Όταν τα λόγια δεν αρκούν για να εκφράσουν τη χαρά ή τον πόνο, ο Ζορμπάς επιστρατεύει τη μουσική και τον χορό. Ο χορός είναι μια πράξη λύτρωσης, ένας τρόπος να ξεπεραστεί η ανθρώπινη μικρότητα και να επέλθει η ένωση με το σύμπαν.

Αυτός ο χορός του Καζαντζάκη, είναι η ίδια η ζωή που παλεύει σ’ ένα μεταιχμιακό χοροστάσι, «κάτω στην αμμουδιά», καθώς η παραλία είναι ένα σύνορο γης-θάλασσας. Είναι η μόνη περίπτωση που δεν είναι δεδομένος ο νικητής, η ζωή ή ο θάνατος.

Αλλά κι αν νικήσει στο τέλος ο θάνατος, ο χορευτής έχει την ικανοποίηση ότι εκείνη τη δεδομένη στιγμή που χορεύει είναι ο νικητής, επειδή άδραξε τη στιγμή χαράς που του δόθηκε και επικοινώνησε με τον συνάνθρωπό του, τον εαυτό του και τον Θεό.

 Η απόδοση της σκηνής στην παράσταση του Γιοβανίδη είναι μεν χορταστική, αλλά λυτρωτική. Εμπεριέχει ποίηση και μεγαλείο, διδασκαλία και παρηγοριά. Το μήνυμα που στέλνει στην αίθουσα είναι στολισμένο με την φράση: «Ζήσε το σήμερα, ξέχνα το χθες, ονειρέψου το αύριο!»

Η προσέγγιση του Ζορμπά προς τη γυναίκα είναι γεμάτη τρυφερότητα, αλλά είναι και μια αρχέγονη ανάγκη. Για εκείνον η άρνηση μιας γυναίκας είναι αμαρτία, καθώς η γυναίκα συμβολίζει την ίδια τη ζωή και τη γονιμότητα.

Ο Καζαντζάκης μέσα από τον Ζορμπά προτείνει μια διέξοδο από τον σύγχρονο «πολιτισμένο» εγκλωβισμό. Μας υπενθυμίζει ότι η ζωή είναι μια στιγμή που πρέπει να καταναλωθεί με πάθος.

Η Μαντάμ Ορτάνς (ή «ζαργάνα», όπως την αποκαλεί τρυφερά ο Ζορμπάς) είναι ίσως ο πιο τραγικός και συναισθηματικά φορτισμένος χαρακτήρας του έργου. Δεν είναι απλώς μια δευτερεύουσα φιγούρα, αλλά ένας πολυεπίπεδος συμβολισμός.

 Η ενσάρκωση του Παρελθόντος και της Φθοράς είναι η Ορτάνς του Καζαντζάκη. Είναι μια παλιά «καμπαρετζού», μια γυναίκα που κάποτε έζησε μέσα στη δόξα, τα πλούτη και τους έρωτες με ναυάρχους των Μεγάλων Δυνάμεων.

Τώρα, γερασμένη και ξεπεσμένη σε ένα χωριό της Κρήτης, αποτελεί το ζωντανό παράδειγμα της φθοράς του χρόνου. Ζει μέσα στις αναμνήσεις της, ντύνεται με παλιά δαντέλες και πούδρες, αρνούμενη να αποδεχτεί τη σκληρή πραγματικότητα της γήρανσης.

Για τον Ζορμπά, όμως, η Ορτάνς δεν είναι μια «ξεπεσμένη γυναίκα». Είναι η προσωποποίηση της θηλυκότητας που αξίζει σεβασμό και λατρεία, ανεξάρτητα από την ηλικία της, και την αντιμετωπίζει σαν βασίλισσα. Της χαρίζει την ψευδαίσθηση ότι είναι ακόμα ποθητή, όχι από οίκτο, αλλά από μια βαθιά φιλοσοφική πεποίθηση: ότι το μεγαλύτερο κρίμα στον κόσμο είναι να αφήσεις μια γυναίκα να νιώσει μόνη και παραμελημένη.

Η Χήρα είναι η ενσάρκωση της σαγηνευτικής , αρχέγονης δύναμης της φύσης. Δεν έχει όνομα στο βιβλίο, είναι απλώς «η Χήρα».

 Η ομορφιά της είναι «αμάρτημα» για την κλειστή κοινωνία. Επειδή είναι ελεύθερη και δεν ανήκει σε κανέναν, όλοι οι άντρες τη θέλουν και όλες οι γυναίκες τη μισούν.

 Ο θάνατός της είναι μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές του έργου. Η καταδίκη της από το χωριό (επειδή ένας νέος αυτοκτόνησε για χάρη της) είναι μια πράξη βαρβαρότητας που θυμίζει αρχαίο ελληνικό δράμα.

 Οι γυναίκες καταριούνται και αλαλάζουν, οι άνδρες του Κρητικού χωριού πιάνονται σε χορό, έναν άγριο τελετουργικό χορό που προμηνύει θάνατο. Σκηνή επιβλητική και υποβλητική. Το κοινό παρακολουθεί αποσβολωμένο, η σιωπή απλώνεται στην πλατεία, η ρυθμική απειλητική μουσική γεμίζει τη σκηνή, μαζί με τις φοβικές κινήσεις των θυμωμένων αρσενικών. Δυνατή σεκάνς στην παράσταση.

Η Χήρα ζει με την αλήθεια: είναι σιωπηλή, περήφανη και δέχεται τη μοίρα της με μια σχεδόν παγανιστική αξιοπρέπεια. Η δολοφονία της είναι η στιγμή που το Αφεντικό έρχεται αντιμέτωπο με το απόλυτο κακό.

Ο Ζορμπάς προσπαθεί να τη σώσει, δείχνοντας ότι η ηθική του είναι ανώτερη από τους νόμους του χωριού.

Το Αφεντικό παραμένει σοκαρισμένο και ανήμπορο, συνειδητοποιώντας ότι η φιλοσοφία του δεν μπορεί να σταματήσει το αίμα.

Αλλά ο Καζαντζάκης «σκοτώνει» και τις δύο. Ο θάνατός τους σηματοδοτεί την κάθαρση. Η Ορτάνς πεθαίνει για να δείξει ότι το παρελθόν σβήνει, και η Χήρα πεθαίνει ως θυσία στη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Το πλιάτσικο που ακολουθεί στο βιος της Φραντσέζας, στιγματίζει την αχαλίνωτη λαιμαργία για το ξένο, το εύκολο κέρδος και την ανάλγητη καρδιά που κρύβουν οι μικρόψυχοι άνθρωποι.

Μέσα από αυτούς τους θανάτους, ο αφηγητής (το Αφεντικό) αναγκάζεται να ωριμάσει βίαια και να καταλάβει ότι η ζωή είναι ένας κύκλος δημιουργίας και καταστροφής.

Η αποτυχία της επιχείρησης του λιγνιτωρυχείου και η καταστροφή της εναέριας γραμμής είναι η κορύφωση του έργου. Ενώ για το «Αφεντικό – συγγραφέα, είναι μια οικονομική καταστροφή, για τον Ζορμπά είναι μια ευκαιρία για γιορτή. Ο χορός τους στην «παραλία» μετά την καταστροφή, συμβολίζει τον θρίαμβο του πνεύματος πάνω στην ύλη και την αποδοχή της μοίρας.

 Στην κινηματογραφική μεταφορά του Μιχάλη Κακογιάννη (1964), η Ειρήνη Παπά ενσάρκωσε συγκλονιστικά τη βουβή παρουσία της Χήρας, ενώ η Λίλα Κέντροβα κέρδισε Όσκαρ για την ερμηνεία της ως Μαντάμ Ορτάνς.

Στην παράσταση του ΚΘΒΕ τους ρόλους ενσαρκώνουν με τον δικό τους δυναμικό, θεατρικό τρόπο, η Μπέττυ Νικολέση – Ορτάνς και η Κλειώ Δανάη Οθωναίου – Χήρα.

Ο Ζορμπάς απορρίπτει τον τιμωρό Θεό που κηρύττουν οι σκοταδιστές. Φαντάζεται τον Θεό σαν έναν άρχοντα που έχει τα ίδια ελαττώματα και τις ίδιες αρετές με τους ανθρώπους, αλλά σε μέγεθος γίγαντα.

Πιστεύει ότι ο Θεός είναι πολύ «ανώτερος» για να ασχολείται με τις μικροπρέπειες των ανθρώπων. Λέει χαρακτηριστικά ότι ο Θεός κρατάει ένα σφουγγάρι:

«Ο Θεός δεν είναι δάσκαλος με βέργα, είναι μεγάλος νοικοκύρης και κρατάει ένα σφουγγάρι γεμάτο νερό και σβήνει… σβήνει τις αμαρτίες μας».

Όταν ο Ζορμπάς έρχεται αντιμέτωπος με την αδικία και τον θάνατο των δύο γυναικών, η πίστη του δοκιμάζεται και αναδιαμορφώνεται:

Απέναντι στον θάνατο της Ορτάνς, ο Θεός του Ζορμπά είναι η παρηγοριά και προσπαθεί να τον «εξαπατήσει», χαρίζοντας στη γυναίκα λίγες στιγμές ευτυχίας. Θεωρεί ότι το να προσφέρεις χαρά σε μια ψυχή που σβήνει, είναι η πιο «θεϊκή» πράξη.

Απέναντι στη δολοφονία της Χήρας οργίζεται. Δεν μπορεί να δεχτεί έναν Θεό που επιτρέπει τέτοια κτηνωδία. Η αντίδρασή του είναι εξεγερτική. Για τον Ζορμπά, ο «διάβολος» δεν είναι μια μεταφυσική οντότητα, αλλά η κακία και ο φθόνος των ανθρώπων, ενώ ο Θεός βρίσκεται στην ύλη: Στο κρασί που πίνει. Στο χώμα που σκάβει. Στο γυναικείο σώμα. Στον χορό. Πιστεύει ότι αν αρνηθείς τις απολαύσεις που σου έδωσε η φύση, προσβάλλεις τον ίδιο τον δημιουργό. Η πνευματικότητά του περνάει μέσα από τις αισθήσεις .

Ενώ ο Νίκος -«Αφεντικό»- συγγραφέας, προσπαθεί να βρει τον Θεό μέσα από τη μεταφυσική αγωνία, ο Ζορμπάς τον βρίσκει στην καθημερινότητα.

 Κατηγορεί το «Αφεντικό» ότι με το να αναλύει τα πάντα, χάνει την ουσία. Για τον Ζορμπά, ο Θεός είναι το μυστήριο που δεν χρειάζεται εξήγηση, αλλά βίωμα, άρα είναι η ίδια η Ζωή. Είναι ένας Θεός που γελάει, που πονάει και που, τελικά, συγχωρεί τα πάντα γιατί καταλαβαίνει πόσο δύσκολο είναι να είσαι άνθρωπος. Όπως λέει και ο ίδιος, αν ο Θεός είναι δίκαιος, θα βάλει τον Ζορμπά στον Παράδεισο ακριβώς επειδή αγάπησε τον κόσμο που Εκείνος έφτιαξε.

Στο λιμάνι του Πειραιά, αναμένοντας το καράβι για την Κρήτη, ο φίλος του Νίκος – συγγραφέας- Αφεντικό- ( ο Νίκος Τσολερίδης στον ρόλο ), συναντά τον Ζορμπά. Ύστερα από λίγες κουβέντες οι δύο άντρες αποφασίζουν να δουλέψουν μαζί. Ένα ορυχείο λιγνίτη -κληρονομιά του Νίκου – πρέπει να τεθεί σε λειτουργία.

Ο Ζορμπάς δέχεται την πρόταση και ακολουθεί το «Αφεντικό» στην αποστολή του. Οι ρόλοι μοιράζονται, η σχέση εδραιώνεται. Μαζί θα φτάσουν στην Κρήτη θα γνωρίσουν την τοπική κοινωνία και θα θέσουν τα σχέδιά τους σε εφαρμογή. Η γνωριμία των δύο αντρών θα μετατραπεί σε δυνατή φιλία.

Ο τρόπος που ζει ο Ζορμπάς ανοίγει νέα μονοπάτια στη σκέψη και στις φιλοσοφικές αναζητήσεις του «Αφεντικού». Ο Ζορμπάς δεν αναλύει τη ζωή, την καταναλώνει. Καταβροχθίζει κάθε της απόλαυση και αγκαλιάζει με χιούμορ τα πάθη του και τις απολαύσεις της σάρκας.

Ο Νίκος είναι ο άνθρωπος των βιβλίων, της σκέψης, των προοδευτικών ιδεών, της θεωρίας. Ο Ζορμπάς είναι γήινος, άνθρωπος της πράξης και του αυθορμητισμού. Δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο ξένοι, θα ξεπεράσουν το μεταξύ τους χάσμα και θα προσπαθήσουν να συναντηθούν.

Συνδέονται και συνυπάρχουν έχοντας έναν κοινό πόθο: την αγάπη τους για την ελευθερία, που την αναζητούν μέσα από διαφορετικές διαδρομές.

Ο Νίκος Καζαντζάκης ολοκληρώνει το «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» το 1943. Το μυθιστόρημα γράφεται προς τιμήν του Γιώργη Ζορμπά, που ο Καζαντζάκης γνώρισε αρκετά χρόνια πριν, και αποτέλεσε για τον ίδιο όχι μόνο πηγή έμπνευσης αλλά και έναν «ψυχικό οδηγό» που σημάδεψε τη ζωή του. Τον άνθρωπο αυτόν τίμησε με το μυθιστόρημά του, σχολιάζοντας πικρά στον πρόλογό του: «Κι έτσι ο Ζορμπάς, ο γεμάτος σάρκα και κόκαλα, κατάντησε στα χέρια μου μελάνι και χαρτί».

Η μεταφορά ενός λογοτεχνικού βιβλίου στη σκηνή (θεατρική διασκευή) είναι μια διαδικασία «μετάφρασης» από έναν κόσμο λέξεων σε έναν κόσμο εικόνων, ήχων και ζωντανής δράσης. Είναι μια γοητευτική αλλά δύσκολη πρόκληση, καθώς ο διασκευαστής πρέπει να «προδώσει» το κείμενο για να μείνει πιστός στο πνεύμα του.

 Ο Λευτέρης Γιοβανίδης, έμπειρος σε διασκευές του είδους, απέφυγε τον κίνδυνο να στριμώξει στη θεατρική μεταφορά τις σελίδες του βιβλίου, ώστε να παρασταθεί μια βιαστική περίληψη χωρίς βάθος, δούλεψε την αφαίρεση με μαεστρία και απόλυτο σεβασμό στο κείμενο και οι πυκνές περιγραφές του συγγραφέα αντικαταστάθηκαν επιτυχώς από τη σκηνογραφία και τους φωτισμούς, χτίζοντας έτσι την ατμόσφαιρα οπτικά, ενώ από τον ήχο και τη μουσική απέδωσε την αίσθηση της αληθοφάνειας που προκαλεί η ιστορία.

Στην απαίτηση των συνεχών αλλαγών στις σκηνές, ανταποκρίθηκε ευρηματικά, ώστε η σκηνή παραμένει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης λειτουργική και πολυμορφική.

Η μεγαλύτερη παγίδα σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα είναι η «εικονογράφηση» του βιβλίου αντί της «μεταφοράς» του. Το καλό θέατρο δεν περιγράφει τι συμβαίνει στο βιβλίο, αλλά δημιουργεί μια νέα εμπειρία βασισμένη σε αυτό, όπως ακριβώς συμβαίνει στον «Ζορμπά» του ΚΘΒΕ, καθώς ο σκηνοθέτης δεν περιορίζεται σε μια απλή αφήγηση γεγονότων, αλλά παρουσιάζει ένα φιλοσοφικό μανιφέστο ντυμένο με σάρκα και οστά.

 Έτσι, οι φιλοσοφικές έννοιες γίνονται δράση. Η εσωτερική αναζήτηση του Νίκου – συγγραφέα- (Αφεντικού) φαίνεται ευκρινώς μέσα από την αμηχανία του σώματός του απέναντι στη ζωντάνια του Ζορμπά.

Η Κρήτη, η θάλασσα, το βουνό και το ορυχείο δεν είναι απλά το φόντο, αλλά «πρωταγωνιστές». Η αίσθηση του αέρα, του χώματος και του ήλιου είναι δομικά στοιχεία της ατμόσφαιρας του Καζαντζάκη.

Η ευρηματικότητα της σκηνοθεσίας δίνει λύση με τη μουσική (Χρήστος Παπαδόπουλος), τον χορό (Αναστασία Κελέση, Ιωάννης Μάρτος), τον φωτισμό (Αλέκος Αναστασίου) , την κίνηση (Ιωάννα Μήτσικα) , τις ερμηνείες, έτσι ώστε όλα να λειτουργούν, ως μεταφορές της δύναμης της φύσης και της ζωής.

Τα λιτά σκηνικά ου Δημήτρη Πολυχρονιάδη στιγματίζουν τόπο και χρόνο, εξυπηρετούν απόλυτα τη δράση, εφόσον καταλαμβάνουν ολόκληρη τη σκηνή και τα κοστούμια της Ευαγγελίας Κιρκινέ, ό,τι ακριβώς επιτάσσει η πιστή απεικόνιση της περιόδου, αλλά και ο σεβασμός στο κείμενο και στην ατμόσφαιρα που εκλύεται από τις γραμμές του.

Η πιο διάσημη σκηνή στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι αριστοτεχνικά δομημένη στην παράσταση και μαγεύει το κοινό: Όταν ο Ζορμπάς δεν μπορεί να εκφράσει τη χαρά ή τον πόνο του με λέξεις, χορεύει. Ο χορός του είναι μια πράξη εξέγερσης ενάντια στη βαρύτητα και τη μοίρα. Είναι η στιγμή που ο Συγγραφέας καταλαβαίνει ότι η ελευθερία δεν βρίσκεται στα χαρτιά, αλλά στο σώμα.

Η Μαντάμ Ορτάνς και η Χήρα είναι πρόσωπα με τεράστιο συμβολικό βάρος. Η διασκευή και η σκηνοθεσία δίνουν βάθος και ανθρώπινη υπόσταση σε αυτές τις γυναίκες, με αποτέλεσμα η τραγικότητα της μοίρας τους να συγκλονίζει τον θεατή. Πολύ καλές οι Μπέττυ Νικολέση και η Κλειώ- Δανάη Οθωναίου στους ρόλους, αντίστοιχα.

Ο Πασχάλης Τσαρούχας είναι ένας εξαιρετικά δυναμικός, στιβαρός Ζορμπάς, με δυνατή ενέργεια που γεμίζει τη σκηνή, ένα «δαιμόνιο» όπως τον θέλει ο Καζαντζάκης.

 Ο Νίκος Τσολερίδης αποδίδει τον δεύτερο βασικό ρόλο του έργου ήπια, χαμηλόφωνα, όπως το θέλησε ο σκηνοθέτης, παρουσιάζοντάς τον σαν ζεν- πρεμιέ της εποχής. Είναι όμορφος, έτσι κι αλλιώς, διαθέτει ωραία, εντυπωσιακή σκηνική παρουσία, επομένως λειτουργεί σαφέστατα η αντίθεση. Ο Ζορμπάς, εκ διαμέτρου αντίθετος χαρακτήρας, ομολογεί στο τέλος ότι το Αφεντικό είναι ο άνθρωπος που αγάπησε περισσότερο στη ζωή. Η φύση δένει τους ανθρώπους που συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον.

 Όλοι οι περιφερειακοί ρόλοι αποδίδονται θαυμάσια από τους εξαιρετικούς ηθοποιούς του Κρατικού και δίνουν τη μεγαλοπρεπή διάσταση στην παραγωγή και δίκαια επευφημούνται στην υπόκλιση.

Το μυθιστόρημα μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και το 2002 συμπεριλήφθηκε σε λίστα της Guardian με τα 100 Καλύτερα Βιβλία όλων των Εποχών. Έχει διασκευαστεί αρκετές φορές για το θέατρο ενώ παράλληλα γνώρισε μεγάλη επιτυχία και ως μιούζικαλ. Η κινηματογραφική του μεταφορά το 1963 σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, με πρωταγωνιστή τον Άντονι Κουίν στον ομώνυμο ρόλο, έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία. Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, με το συρτάκι στο φινάλε της ταινίας, αποτέλεσε για χρόνια σήμα κατατεθέν της ελληνικότητας, αναδεικνύοντας τουριστικά τη χώρα μας διεθνώς.

Συντελεστές

Συγγραφέας: Νίκος Καζαντζάκης

Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Λευτέρης Γιοβανίδης

Σκηνικά: Δημήτρης Πολυχρονιάδης – Κοστούμια: Ευαγγελία Κιρκινέ

Μουσική: Χρήστος Παπαδόπουλος

Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Videoart: Άντα Λιάκου

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Τέτουλα

Boηθός ενδυματολόγου: Ζωή Καραβασίλη

Βοηθός κινησιολόγου: Στέλιος Ράμμος

Οργάνωση παραγωγής: Μαρίνα Χατζηιωάννου

Διανομή

Αντώνης Αντωνάκος – Κωνσταντής, Παπάς, Σερβιτόρος Πειραιά

Θανάσης Δισλής – Νικόλας, Πελάτης Πειραιά 2

Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βασίλακας, Χωροφύλακας

Σοφία Καλεμκερίδου – Αργύραινα, Πελάτισσα Πειραιά 3

Γιάννης Καραμφίλης – Μαυραντώνης

Εύη Κουταλιανού – Μαρίκα, Πελάτισσα Πειραιά 6

Μπέττυ Νικολέση – Μαντάμ Ορτάνς

Κλειώ Δανάη Οθωναίου – Χήρα, Μοιρολογήτρα 1

Μίλτος Σαμαράς – Αργύρης, Εργάτης, Πελάτης Πειραιά 4

Γιώργος Σφυρίδης – Μπάρμπα Αναγνώστης

Χρήστος Τσάβος – Παυλής, Χωρικός

Πασχάλης Τσαρούχας – Αλέξης Ζορμπάς

Δημήτρης Τσιλινίκος – Μανόλακας

Νίκος Τσολερίδης – Νίκος

Θάνος Φερετζέλης – Μιμηθός, Πελάτης Πειραιά 1

Μαρία Χατζηϊωαννίδου – Κατίνα, Πελάτισσα Πειραιά 5

Χορευτές

Αναστασία Κελέση – Λόλα, Πελάτισσα Πειραιά 7, Μοιρολογήτρα 2

Ιωάννης Μάρτος – Χωρικός, Πελάτης Πειραιά 8

 ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ