ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ξεκινώντας από την κλασική θεατρική σύμβαση της αλλαγής των ρόλων, ο αντισυμβατικός Ζαν Ζενέ παγιδεύει τα πρόσωπά του σε ένα ανελέητο σκηνικό παιχνίδι όπου τα όρια δεν ορίζονται και τα άκρα δεν τελειώνουν. Τα μυστικά πάθη των γυναικών εκρήγνυνται και το παιχνίδι γίνεται τελετουργία εξόντωσης. Ένα έργο με απροσδόκητες τροπές, που μετατρέπει τη σκηνή «σε έναν χώρο όπου όλα επιτρέπονται».
Γραμμένο το 1947, βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία που συγκλόνισε τη Γαλλία (την υπόθεση των αδελφών Παπέν) και εξερευνά τα όρια της ταυτότητας, του μίσους και της κοινωνικής καταπίεσης.
Ο «αιρετικός» Ζενέ (1910 – 1986) ταρακούνησε το θεατρικό γίγνεσθαι της εποχής με το «Les Bonnes», του οποίου η ακριβής μετάφραση στα ελληνικά είναι «οι Υπηρέτριες», αλλά και «οι Καλές». Πρώτη δημοσίευση του έργου: περιοδικό L’ Arbalete, τον Μάιο του 1947.
Ο Ζενέ έγραψε τις «Δούλες» κατά παράκληση του Louis Jouvet, που τις ανέβασε στο Theatre de l’ Athenee των Παρισίων, τον Απρίλη του 1947. Ο Jouvet χρησιμοποίησε στην παράστασή του ένα ελαφρώς παραλλαγμένο κείμενο, που εκδόθηκε το 1958 και αποτελεί το στερεότυπο σήμερα κείμενο του έργου.
Ο Ζαν Ζενέ, ένας περιθωριακός εκδιδόμενος ομοφυλόφιλος, κατάδικος και εγκαταλειμμένος από τη μητέρα του, περνάει στα χέρια της πρόνοιας, των αναμορφωτηρίων και των φυλακών, ενώ βρίσκει τον εαυτό του στη συγγραφή. Στη φυλακή έγραψε τα περισσότερα έργα του. Καταλυτικό ρόλο στη ζωή και το έργο του διαδραμάτισε η γνωριμία του με τον Σαρτρ, οπότε μπορούμε σήμερα να πούμε πως ο Ζενέ υπήρξε σημαντικό κομμάτι της γαλλικής διανόησης, καθώς και ένας ιδιαίτερος εκπρόσωπος του θεάτρου του παραλόγου.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του συγγραφέα το έργο δε γράφτηκε για να δικαιώσει την τάξη των υπηρετών και ν’ ασχοληθεί με τα ζητήματα τους, αλλά πρόκειται για μια αλληγορία. «Οι Δούλες» είμαστε όλοι εμείς με τα όνειρα μας, τις ψευδαισθήσεις μας, τις αρρωστημένες φαντασιώσεις μας, τις ανάγκες διαφυγής μας από την πραγματικότητα.
Ακόμα, «Οι Δούλες» είναι ο αντικατοπτρισμός όλων εκείνων που φοβόμαστε, που αγαπάμε να μισούμε, συμπεριλαμβανομένης και της εξουσίας, η οποία στο έργο απεικονίζεται με την παρουσία της Κυρίας, που με τη σειρά της εξουσιάζει τις δούλες της και ορίζει το παρόν και το μέλλον τους, αλλά είναι και ‘’δούλα’’ του Κυρίου, ωσεί παρών στο έργο, όμως η δύναμή του την παραλύει.
Παρακολουθούμε, λοιπόν, τη διάλυση της προσωπικότητας του ανθρώπου, σε κατάσταση ανελευθερίας και εξάρτησης, μέσα από την ποιητική, «συμβολική» γλώσσα του θεάτρου του Παραλόγου.

Η «Κυρία» αντιπροσωπεύει συμβολικά τον κόσμο των άστοργων ανθρώπων, που, κατά τον Ζενέ, πρέπει να πεθάνει. Γύρω από αυτή τη σκέψη και το πάθος της εκδίκησης περιστρέφεται ο μύθος του έργου.
Απόκληρος στη ζωή του ο συγγραφέας, συμπαθεί και συμπονά τους ομοίους του, ενώ μισεί αυτούς που τους βλάπτουν. Ολόκληρο το έργο κρύβει ένα τραγικό μεγαλείο: την άρνηση του ανθρώπου να υποδουλωθεί.
«ΣΟΛΑΝΖ: Καί δέ μοῦ λές, ὅλες αὐτές τίς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας, τί τίς ἤθελες… Ἦταν ἀνάγκη νά μποῦνε κι αὐτές μέσα στό… στό… ΚΛΑΙΡΗ : Στό… στό… σέ ποιό; Ἄντε λοιπόν! Βρές του ἕνα ὄνομα! Βάφτισέ το! Μήπως ξέρουμε κι ἐμεῖς τί ‘ναι αὐτό πού κάνουμε; «Παιχνίδι» εἶναι; «Θέατρο»; Τέλος πάντων! Καλύτερα νά μήν ἀρχίσουμε τώρα αὐτή τή συζήτηση. Ὅπου νά ‘ναι ἡ Λεγάμενη θά γυρίσει. ᾿Αλλ’ αὐτή τή φορά, Σολάνζ, ἔ; Τήν κρατᾶμε γερά, δέ μᾶς ξεφεύγει…»
Πρόκειται για μια ιστορία τεράτων (η λέξη είναι του ίδιου του Ζενέ ). Είναι μια ονειρική προβολή σ’ ένα σκοτεινό σύμπαν, το οποίο ξεφεύγει από τις κατηγορίες της σκεπτόμενης λογικής. Παίζοντας την Κυρία τους οι υπηρέτριές της, η Κλαίρη και η Σολάνζ, τακτοποιούν έναν διπλό λογαριασμό μαζί της. Συγχρόνως δε, την απεχθάνονται και τη λατρεύουν, ακόμη και σωματικώς. Το εκ βαθέων μίσος τους φτάνει έως την απόπειρα δολοφονίας, ενώ βρίσκονται σε προβεβλημένη ανήθικη σχέση. Παίζουν το: να απεχθάνονται η μία την άλλη. Το παιχνίδι τους, όμως, παροξύνει την αμοιβαία τους απέχθεια. Στην πραγματικότητα, οι δούλες είναι το είδωλο η μία της άλλης.
Παρασυρόμενες από τη ζήλια τους, όντας αδικημένες από τη ζωή και από την κοινωνία για το στάτους στο οποίο είναι καταδικασμένες να ζουν, καταστρώνουν σχέδια να καταστρέψουν την κυρία. Αρχικά, στέλνουν ανώνυμα γράμματα στην αστυνομία που αποκαλύπτουν πως ο σύζυγος (Κύριος) είναι απατεώνας, κλέφτης και λωποδύτης και πως τα πλούτη του είναι παράνομα και δεν είναι αποτέλεσμα τίμιου, εργασιακού μόχθου. Αποκαλύπτεται επίσης υποψία μιας ενδεχόμενης δολοφονίας της Κυρίας, ώσπου το ενδεχόμενο γίνεται απόφαση και προμελετημένο έγκλημα. Οι δύο δούλες καταστρώνουν το σχέδιο της δολοφονίας, το οποίο αποτυγχάνει και οδηγεί τη μία από τις δύο σε αυτοκτονία.
Κάθε φορά που η Κυρία τους λείπει, οι δύο αδελφές παίζουν ένα επικίνδυνο παιχνίδι ρόλων. Η μία υποδύεται την «Κυρία» και η άλλη την «υπηρέτρια».
Μέσα από αυτό το παιχνίδι, εκτονώνουν το μίσος τους για την εργοδότριά τους, φτάνοντας κάθε φορά μέχρι το σημείο της εικονικής δολοφονίας της.
Η φαντασίωση αρχίζει να μπερδεύεται με την πραγματικότητα. Όταν μια προσπάθειά τους να παγιδεύσουν τον εραστή της Κυρίας αποτυγχάνει, ο φόβος της αποκάλυψης τις οδηγεί σε μια απεγνωσμένη απόφαση: να μετατρέψουν το παιχνίδι σε αληθινό φόνο.
Ο Ζενέ χρησιμοποιεί την τεχνική του καθρεφτισμού. Οι δούλες δεν θέλουν απλώς να σκοτώσουν την Κυρία· θέλουν να γίνουν η Κυρία. Είναι μια συνεχής εναλλαγή προσωπείων, όπου η αλήθεια χάνεται.
Επί της ουσίας, οι τρείς ηρωίδες κάνουν μια οργισμένη συνειδησιακή επανάσταση ενάντια στον εαυτό τους για να εξαφανίσουν τη βασανιστική σχέση αφεντικού -δούλου, με την οποία είναι δεμένες ανέκκλητα, αλλά αγωνίζονται μάταια. Από την αρχή της παράστασης είναι εμφανής η κρίση των σχέσεων Κυρίας- υπηρετριών, οι οποίες οικειοποιούνται τον πολιτισμό της, προσπαθούν να μπουν στο «πετσί» της, πράγμα το οποίο τις καθιστά απάνθρωπες, κυνικές και υποκρίτριες.

Σημείωση: Το έργο θεωρείται κορυφαίο δείγμα του Θεάτρου του Παραλόγου και της σκληρότητας, καθώς δεν προσφέρει μια εύκολη λύση ή μια ηθική δικαίωση, παρά μόνο μια τραγική κάθαρση.
- Εδώ δεν έχουμε «καλούς» και «κακούς», αλλά ανθρώπους παγιδευμένους σε ρόλους που τους επιβάλλει η κοινωνία και οι ίδιοι οι εαυτοί τους.
Οι χαρακτήρες: Κλαίρη: Είναι η πιο «εύθραυστη» αλλά και η πιο επικίνδυνη. Στο παιχνίδι των ρόλων, συνήθως υποδύεται την Κυρία. Μέσα από αυτή τη μεταμφίεση, βιώνει μια ναρκισσιστική ηδονή, αλλά ταυτόχρονα νιώθει απέχθεια για το σώμα της και την τάξη της.
Σολάνζ: Η μεγαλύτερη αδελφή, η πιο «γειωμένη» και σκληρή. Συχνά λειτουργεί ως ο προστάτης της Κλαίρης, αλλά η σχέση τους είναι τοξική, γεμάτη ενοχές και αμοιβαία εξάρτηση. Είναι αυτή που στο τέλος καλείται να διαχειριστεί την τραγική κατάληξη.
Η Κυρία: Αν και εμφανίζεται λίγο, η παρουσία της είναι καταλυτική. Είναι η ενσάρκωση της επιφανειακής ευγένειας που κρύβει μια βαθιά περιφρόνηση. Δεν είναι ένα «τέρας» με την μεταφορική έννοια, αλλά η αδιαφορία της για την ανθρώπινη υπόσταση των υπηρετριών της, είναι αυτό που τις εξωθεί στα άκρα.
Πολύ καλή στον ρόλο η Ναταλία- Άννα Βασιλέκα.
Η Ελένη Μόμτσου (Κλαίρη) και η Νατάσα Σταύρακα ( Σολάνζ) είναι εξαιρετικές ηθοποιοί. Δοτικές, σε βαθμό να ελευθερώσω τη δύναμη της αυθαιρεσίας μου. Στις ονειροπολήσεις τους μέσα σε πύργους και σε τεράστιους κήπους, εγώ σεργιάνιζα στο «lifestyle περιοδικό.
Στις εξομολογήσεις κρυφών επιθυμιών τους, έτσι όπως η κινηματογραφική μουσική τις έντυνε, εγώ κολυμπούσα μέσα στις εικόνες του Πολάνσκι από το «Μαχαίρι στο Νερό».
Στις εκρήξεις της Κυρίας (Ναταλία – Άννα Βασιλέκα) , εγώ γινόμουν εκτιμητής του «επαίνου ερμηνείας».
Στις αψιμαχίες των υπηρετριών, εγώ χάζευα την Μπέτι Ντέιβις με την Τζόαν Κρόφορντ στην «Κακιά αδελφή».
Σ’ όλες τις σκηνές κυριαρχίας των «Δούλων», εγώ τις στεφάνωνα με κλαδιά ελιάς, ως ένδειξη απεριόριστης εκτίμησης, θαυμασμού και συγκίνησης. Υπέροχες και οι δύο.
Η αδιαμφισβήτητη σκηνική χημεία τους «φωνάζει» τη συλλογική προσπάθεια, τον σπάνιο επαγγελματισμό, τον συνειδητό κόπο που καταβάλουν, αλλά και την άριστη τεχνική δομή, τις αρετές, το ήθος και την αρτιότητα της προσωπικής τους «εργαλειοθήκης». Κλαίρη και Σολάνζ μπλέκονται η μία μέσα στην άλλη, κατακτώντας κάθε κομμάτι του καθρέφτη αλλά και της ύπαρξής τους.
Η Κλαίρη της Μόμτσου είναι τόσο εσωτερική και τρυφερή σαν κλωναράκι κι όμως τόσο σκληρή, σαν κεντρί. Στον αντίποδα, η Σολάνζ της Σταύρακα δείχνει τόσο ενεργειακά ακέραιη σε όλη τη διάρκεια, όσο και παραληρηματικά συντονισμένη στο «εγώ» του ρόλου. Είναι ο αέρας που μπαίνει από τις χαραμάδες και ψυχραίνει κάθε ένταση, από τη δροσερή υγρασία ως τη θανατερή παγωνιά.
Ο Ζενέ λέει ότι το έργο του είναι αλληγορικό και ότι οι Δούλες είμαστε εμείς, ο κάθε αναγνώστης, ο κάθε θεατής. Ο κάθε άνθρωπος που διαψεύδεται, πέφτει και σηκώνεται, ονειροπολεί, απελπίζεται, είναι θύμα της εξουσίας, αλλά και θύτης ταυτόχρονα. Ο κάθε άνθρωπος και κάθε συναίσθημα που κουβαλά: μίσος, φόβο, φθόνο, λατρεία. Που θέλει να ζήσει μια άλλη ζωή από αυτήν που του επιβάλλει η μοίρα.
Η Ναταλία- Άννα Βασιλέκα, που σκηνοθετεί την παράσταση στο Θέατρο « Kouinta Pocket Theatre» της Καβάλας , στην εξαίσια μετάφραση του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, βρίσκει τον δρόμο, ξετυλίγει το νήμα ευθύγραμμα, στοχεύει κατ’ ευθείαν στον ποιητικό πυρήνα χωρίς να στέκει στο γράμμα, και αποφεύγει – όσο γίνεται- τους περίπλοκους μαιάνδρους μιας αέναα ελισσόμενης, ενδοστρεφούς σκέψης, που « Φυσις κρύπτεσθαι φιλεί», φράση του Ηράκλειτου που δηλώνει ότι η αλήθεια και η βαθύτερη ουσία των πραγμάτων δεν είναι φανερές, αλλά απαιτούν αναζήτηση, νόηση και διείσδυση πέρα από τις επιφανειακές εντυπώσεις.
Η παράσταση έχει εξαιρετικούς ρεαλιστικούς-ονειρικούς – την ίδια στιγμή – χρόνους και ρυθμούς και μια συμπάγεια ύφους διαυγούς, μέσα στη «θολότητά» του, που την αναδεικνύουν ως μια αξιόλογη προσέγγιση του δημοφιλούς έργου, που ανεβαίνει πολύ συχνά στη χώρα μας.

Και στην Καβαλιώτικη παρουσίαση των «Υπηρετριών», η συγγραφική μαεστρία του Ζενέ να φέρει το θέατρο μέσα στο θέατρο, οι δύο αδερφές δονούνται από δολοφονικά ένστικτα, εκδηλώνουν νευρώσεις και ζουν τη μεγάλη σύγκρουση, μιας και η «Κυρία» – που πλέον είναι υποχείριό τους, εφόσον την υποδύονται – φαίνεται να τις αγαπά, να θέλει να τους δίνει πράγματα, να στηρίζεται επάνω τους.
Παγιδευμένες αιώνια μέσα στην κρεβατοκάμαρα της Κυρίας, βεβηλώνουν με λύσσα τα αντικείμενα-σύμβολα της εξουσίας και αναβιώνουν επίμονα, σχεδόν εμμονικά, τον ίδιο φαύλο κύκλο. Το παιχνίδι των ρόλων ξερνάει τις αλήθειες τους και δυναμιτίζει τις ναρκωμένες τους αισθήσεις. Μήπως όμως είναι και αυτό μια πλάνη;
Κάθε φορά που το παιχνίδι κορυφώνεται, η «Κυρία» αναπάντεχα επιστρέφει, έτσι όλα μένουν στην μέση ανολοκλήρωτα μέχρι να φύγει πάλι εκείνη και να αρχίσουν όλα από την αρχή. Όμως μια φορά η Κλαίρη αποφασίζει να το πραγματώσει το έργο, αποφασίζει να πιει το θανατηφόρο τίλιο, ώστε να επιτευχθεί η δολοφονία. Το τέλος είναι συγκλονιστικό και δίνει μια γερή γροθιά στο στομάχι. Σοκάρει τον αναγνώστη, επειδή ο Ζενέ τολμά να βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης από Ν.Ο. λιτά, μαύρα, συμβολίζουν τη σκοτεινή ψυχή των υπηρετριών και, σαφώς, εξυπηρετούν την μετακόμιση. Η ενδυμασία της Κυρίας, ανάλογη του πλούτου και της τάξης της.
Οι φωτισμοί (Σαράντη Ζορντού) τονίζουν τη σκηνοθετική άποψη. Μοναδική καλαίσθητη εξαίρεση, ο φωτισμός της ονειρικής τουαλέτας – κάδρο, που καμαρώσαμε όλοι. Πάνω και κάτω από τη σκηνή.
Η μετάφραση του σπουδαίου Οδυσσέα Ελύτη πρωτοπαρουσιάστηκε το 1968 από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Χατζημάρκου. Ο Έλληνας, νομπελίστας ποιητής, έβαλε την υπογραφή του σε τρία συνολικά θεατρικά έργα ως μεταφραστής, εκτός από τις «Δούλες», στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπέρτολτ Μπρεχτ και στην «Οντίν» του Ζαν Ζιροντού.
«Οι Δούλες» της «Κουΐντα» είναι μια παράσταση αφιερωμένη στην καταπίεση και στην κοινωνική ανισότητα, θύματα των οποίων υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι, όσο ο κόσμος μας υπάρχει, έστω κι αν ζει και κινείται σε γήινες πλαστικές κατασκευές ή επιπλέει σε πλαστικές υδάτινες επιφάνειες.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης
Ηθοποιοί: Έλενα Μόμτσου, Νατάσα Σταύρακα, Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Σκηνικά: Ν.Ο.
Φωτισμοί: Σαράντος Ζουρντός
Ενδυματολογική και μουσική επιμέλεια: Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Μουσική επεξεργασία: Παναγιώτης Λαζαρίδης
Φωτογραφίες, Βίντεο: microfilming: Γιάννης Τεκερίδης
Παραγωγή: Kouinta Theatre Productions
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ






