ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Όταν η ανθρώπινη δικαιοσύνη αποτυγχάνει, η Νέμεση επαναφέρει την ισορροπία και το δικαίωμα της γυναίκας να διεκδικήσει τη θέση της στον κόσμο.
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος είχε ξεσπάσει αιματηρός, όταν ο Ευριπίδης παρουσίασε την τραγωδία του «Ανδρομάχη» (αγνοούμε την ακριβή χρονιά). Συνέδεσε την ιστορία της άλλοτε αρχόντισσας και πια σκλάβας Ανδρομάχης με αυτή της Ερμιόνης και, με αφορμή τον γιο του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμο, έπλασε μια τραγωδία, στην οποία παρουσιάζονται ανάγλυφα όλα τα ελαττώματα των Σπαρτιατών.
Η Ανδρομάχη είναι ένα από τα έργα του Ευριπίδη που πραγματεύεται την εμπειρία των αιχμαλώτων γυναικών που υπέπεσαν σε δουλεία λόγω της ήττας του λαού τους, ενώ η Εκάβη και οι Τρωάδες αποτελούν τα πιο εντυπωσιακά παράλληλα αυτού του θέματος προσφέροντας πολύτιμα στοιχεία για τις ψυχολογικές επιπτώσεις της ήττας και της ταπείνωσης.
Η Ανδρομάχη ωστόσο, αναφέρεται σε ένα μεταγενέστερο στάδιο από τη στιγμή της κατάκτησης, όταν οι κύριοι ομηρικοί ήρωες έχουν πεθάνει, φανερώνοντας πώς ο πόλεμος επιδρά στις ζωές των θυμάτων ακόμη και σε καιρό ειρήνης. Οι συγκρούσεις που διαδραματίζονται στο έργο δεν αφορούν έναν στρατιωτικό πόλεμο αλλά μια οικιακή διαμάχη, έναν «πικρό πόλεμο» που προκάλεσε η σύζυγος του Νεοπτόλεμου, Ερμιόνη, εναντίον της ερωμένης-παλλακίδας του, Ανδρομάχης.

Αναλυτικότερα, το έργο ξεκινά με την τελευταία να αναζητά καταφύγιο στο ιερό της Θέτιδας φοβούμενη την οργή της Ερμιόνης, επειδή η Τρωαδίτισσα γέννησε χωρίς τη θέλησή της ένα παιδί στον Νεοπτόλεμο, ενώ η Σπαρτιάτισσα παραμένει άτεκνη. Αυτός απουσιάζει από τον οίκο του, καθώς στην προσπάθειά του να εξιλεωθεί για την μομφή του προς τον Απόλλωνα σχετικά με τον θάνατο του πατέρα του, Αχιλλέα, επισκέπτεται το Μαντείο των Δελφών.
Η Ερμιόνη βρίσκει την ευκαιρία να δράσει και με τη βοήθεια του Μενέλαου κατηγορεί την Ανδρομάχη πως με μάγια την έκανε στείρα. Η Ανδρομάχη φοβούμενη για τη ζωή του παιδιού της το είχε ήδη κρύψει, όμως οι άνθρωποι του Μενέλαου βρίσκουν το παιδί και ο ίδιος ο Μενέλαος την εκβιάζει να εγκαταλείψει το ιερό στο οποίο είχε βρει άσυλο.
Τελικά, η ηρωίδα εξαπατάται, απομακρύνεται από το ιερό της Θέτιδας, με αποτέλεσμα μητέρα και παιδί να ετοιμάζονται να θανατωθούν, ώσπου παρεμβαίνει ο Πηλέας , οπότε ο Μενέλαος επιστρέφει στη Σπάρτη. Από την άλλη πλευρά, η Ερμιόνη φοβάται τώρα την επίπληξη του Νεοπτόλεμου, μόλις επιστρέψει και μάθει τα όσα συνέβησαν και τότε εμφανίζεται ο παλιός της έρωτας, ο Ορέστης, που την παίρνει μαζί του στη Σπάρτη ελπίζοντας να παντρευτούν, αφού προηγουμένως έχει φροντίσει να δολοφονηθεί ο Νεοπτόλεμος στους Δελφούς.
Το έργο ολοκληρώνεται με την επιφάνεια της Θέτιδος, η οποία παρηγορεί τον ταραγμένο Πηλέα και τον διατάζει να θάψει το σώμα του εγγονιού τους στους Δελφούς. Ακόμη, ανακοινώνει ότι η Ανδρομάχη θα παντρευτεί τον Έλενο στη Μολοσσία και ότι από το παιδί της με τον Νεοπτόλεμο θα γεννηθούν οι μελλοντικοί ηγεμόνες αυτής της γης. Τέλος, γνωστοποιεί ότι ο Πηλέας θα ζει στο εξής μαζί της ως θεός στο σπίτι του Νηρέα.
Ο Ευριπίδης, λοιπόν, με ιδιαίτερη ευρηματικότητα αναπτύσσει τον μύθο ως «έναν ιστό αλληλοσυνδεόμενων οικογενειακών ιστοριών» παρουσιάζοντας με πάθος και ένταση τις επιπτώσεις του πολέμου σε τρεις διαφορετικούς οίκους.

Η ταραχώδης συνέχεια της ζωής της Ανδρομάχης, του Νεοπτόλεμου και του Ορέστη αποδεικνύουν ποιητικά πως κανένα επικό τέλος δεν είναι οριστικό. Το παρελθόν έρχεται συνεχώς στην επιφάνεια από τους ήρωες και κυρίως από την Ανδρομάχη, η οποία, όπως θα δούμε παρακάτω, πολλές φορές φαίνεται πως ζει ταυτόχρονα στο παρόν και το παρελθόν.
Σε μια αντιστροφή της ηρωικής Ιλιάδας, στην Ανδρομάχη ο Ευριπίδης στηλιτεύει την αλαζονεία των Ελλήνων και την ψευδαίσθηση της ανωτερότητας του πολιτισμού τους. Οι προπολεμικές υποσχέσεις για μια ενωμένη, ισχυρή χώρα διαψεύδονται σε ένα τοπίο φθοράς, γήρατος, φόβου και φθόνου. Η ευθύνη βαρύνει όχι μόνο τους πρωτεργάτες, αλλά και όσους τους πίστεψαν και συνέβαλαν στον ευτελισμό των αξιών με την ανοχή τους. Η νέα γενιά πληρώνει το τίμημα.
Η ρευστότητα του μύθου είναι αυτή που επιτρέπει στη δραματική απόδοση και σκηνοθεσία της Μαρίας Πρωτόπαπα, να ασχολείται με θέματα που ενδιαφέρουν το κοινό και να εξερευνά σύγχρονα ζητήματα, χρησιμοποιώντας ως πλαίσιο αναφοράς τον ηρωικό κόσμο. Ειδικότερα: ρατσισμός, ξενοφοβία, πόλεμος και οι συνέπειές του, ζητήματα κοινωνικά, όπως η διγαμία, η γονιμότητα και η γνησιότητα των παιδιών, όλα συνδέονται με τις ανησυχίες της εποχής του τραγικού ποιητή, ενώ παράλληλα ο Ευριπίδης στο έργο του εξετάζει τα όρια της ευγένειας και της βαρβαρότητας, του ηρωικού και του αντιηρωικού έξω από το πεδίο της μάχης, του ελληνικού και του ξένου και γενικότερα το δίπολο φύση-νόμος.
Το έργο στην παράσταση δεν προσφέρει παρηγοριά, αλλά με ανελέητη διαύγεια καθρεφτίζει μια κοινωνία εξουθενωμένη και παγιδευμένη στην ίδια της την αυτοκαταστροφή. Εδώ, ο λόγος του Ευριπίδη αποφεύγει την αυστηρή αριστοτελική ενότητα και επιλέγει μια ελεύθερη, πολυφωνική αφήγηση, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο δράμα που αρνείται να χωρέσει σε στεγανά.
Η Ανδρομάχη αποκαλύπτει ξανά την δυναμική φύση της προς το τέλος της τραγωδίας, κατά τη διάσωσή της, όταν αγνοώντας την ιδιότητά της ως ξένης και παλλακίδας επιπλήττει έμμεσα τον Πηλέα για την αργοπορημένη άφιξή του μετά από πολλές προσκλήσεις από μέρους της.
Η ανυποχώρητη φύση και συμπεριφορά της ηρωίδας έχουν προκαλέσει συγκρούσεις στον οίκο του Νεοπτόλεμου. Η δράση λαμβάνει χώρα στη Θεσσαλία, στο Θετίδειον, στον οίκο του Νεοπτόλεμου, γιου του Αχιλλέα. Εκεί ξεσπά η σύγκρουση μεταξύ της Ανδρομάχης, χήρας του Έκτορα και σκλάβας του Νεοπτόλεμου, και της συζύγου του, Ερμιόνης.
Ο Χορός τη συμβουλεύει να συμβιβαστεί με την κοινωνική της θέση να κάνει ειρήνη με την Ερμιόνη και να απευθύνεται με ευπρέπεια στον Μενέλαο, αλλά όλες οι εκκλήσεις που γίνονται για συμμόρφωση προς τις συμβάσεις (γυναίκα, ξένη, σκλάβα, παλλακίδα) αγνοούνται. Η Ανδρομάχη έχει βασιλική καταγωγή και θα γίνει πάλι βασίλισσα στο τέλος της τραγωδίας, κάτι για το οποίο ο Ευριπίδης μας έχει προετοιμάσει με λεπτό τρόπο.

Στην εμπνευσμένη δραματουργική και σκηνοθετική προσέγγιση της «Ανδρομάχης» από τη Μαρία Πρωτόπαππα, τους δύο βασικούς ρόλους αλλά και τον Χορό, ερμηνεύουν άνδρες, όπως στο Αρχαίο Δράμα και στο Ελισαβετιανό θέατρο.
Η Ερμιόνη και η Ανδρομάχη είναι στην ουσία προσωποποιήσεις πόλεων. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, η Τροία και η Σπάρτη, οπότε υπάρχει μια σύγκρουση σε μεγαλύτερο επίπεδο.
Ο Μενέλαος και ο Πηλέας αντιπροσωπεύουν την πολιτική και την εξουσία.
Οι γυναίκες δεν είναι απλώς θηλυκότητες, έχουν κατασκευαστεί από άντρες για να αντιπροσωπεύουν τον ιδεατό ρόλο της χώρας και της κοινωνίας. Έτσι, η ευριπίδεια τραγωδία ενώ μιλά για ένα σπίτι, ασχολείται στην ουσία με το ήθος και την πολιτική διαχείριση ενός κράτους σε καιρό ειρήνης.
Η γλώσσα του Ευριπίδη σπάει τους κανόνες της εποχής και μετουσιώνεται σε ξόρκια που δονούνται από σημαντικότητα, αισθητηριακή μνήμη και συλλογικά βιώματα.
Παράδειγμα, η Ερμιόνη είναι μια σπαρτιάτισσα, ένα κορίτσι που έχει μεγαλώσει στρατιωτικά, με βαθιά πειθαρχία, εξού και το ξυρισμένο κεφάλι του πολύ καλού Τάσου Λέκα που την υποδύεται.
Αυτά τα πολύτιμα στοιχεία επιχειρεί η σκηνοθέτρια να φέρει στο φως και να τα μεταδώσει όχι μόνο λεκτικά αλλά και κινησιολογικά, έχοντας στο πλευρό της σημαντικούς αρωγούς , όπως τη μετάφραση του Γ. Β. Τσοκόπουλου και τους : Έλενα Τριανταφυλλοπούλου (Συνεργασία στη δραματουργική επεξεργασία), Ελένη Σπετσιώτη (Καλλιτεχνική συνεργασία), Σάκη Μπιρμπίλη (Σκηνικά – Φωτισμούς), Βάνα Γιαννούλα (Κοστούμια) Λόλεκ ( εξαίσια μουσική), Αλέξανδρο Βαρδαξόγλου (συγκινητικά «ομιλούσα» κίνηση) και Άννα Παγκάλου (Φωνητική δραματουργία – Διδασκαλία), ώστε να παραδώσει δραματουργικά και σκηνοθετικά ένα έργο που εγείρει νευραλγικά ερωτήματα και διερευνά τις εμπειρίες του τρόμου και της καταστροφής, τις ατομικές επιλογές και τη βαθιά επιρροή τους στην κοινωνία.
Η ίδια η σκηνοθέτρια κρατάει τον ρόλο της Γυναίκας, που είναι ο συνδετικός κρίκος του παρελθόντος με το παρόν, ο Αργύρης Ξάφης ενσαρκώσει με αξιέπαινη υποκριτική δεινότητα την Ανδρομάχη και ο Τάσος Λέκκας την Ερμιόνη, χωρίς γυναικεία καμώματα. ΄Άλλωστε, η απόδοση γυναικείων τραγικών ρόλων από άνδρες ηθοποιούς – και τον γυναικείο Χορό στην παράσταση τον ερμηνεύουν υπερταλαντούχοι και καλα εκπαιδευμένοι άνδρες – δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή, αλλά λειτουργεί ως εργαλείο ανατροπής των προσδοκιών και ανάδειξης των διαχρονικών ζητημάτων εξουσίας, ταυτότητας και κοινωνικής θέσης που θέτει το κείμενο.
Το στοιχείο αυτό ενισχύει τη σύνδεση του έργου με τη σύγχρονη κοινωνία, αναδεικνύοντας τις καθολικές αλήθειες γύρω από την εξουσία και τις διαπροσωπικές σχέσεις σε κάθε εποχή.
Τον Πηλέα ερμηνεύει με τον χαρακτηριστικό του τρόπο ο Δημήτρης Πιατάς και ο έμπειρος Γιάννης Νταλιάνης τον Μενέλαο, ο οποίος αποδίδει εύστοχα τον ποταπό, επηρμένο, σκληρό, προσβλητικό, ανάλγητο βασιλιά της Σπάρτης.

Μάλιστα, ο διάλογος Μενελάου-Πηλέα έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Ο Μενέλαος εμφανίζεται ανηλεής, άδικος, απάνθρωπος, στεγνός ορθολογιστής, κατά κάποιον τρόπο δικτάτορας. Είναι η δύναμη της πυγμής. Από την άλλη, ο γέροντας Πηλέας με δύο βακτηρίες προσέρχεται στην ορχήστρα, δείγμα ηλικίας αλλά και οικονομικής ευημερίας είναι η γλώσσα του ανθρωπισμού και της ισορροπίας. Ο Δημήτρης Πιατάς, με την εκπληκτική παρουσία του, δίκαια κερδίζει το κοινό.
Η Στέλλα Γκίκα έχει το ρόλο της διακριτικής, τρυφερής και συναισθηματικής Θέτιδας που έσμιξε με θνητό και γέννησε θνητό (τον Αχιλλέα), και τραγουδάει υπέροχα ένα από τα χορικά.
Δηλώνει σε μια συνέντευξή της η Μαρία Πρωτόπαππα: « Ήθελα να δημιουργήσω μια αρμονία με ανδρικά ηχοχρώματα. Αυτό συνδέεται με το ποιοι είναι οι χαρακτήρες και τι συμβολίζουν. Για μένα το έργο μιλά για έναν πόλεμο που αφορά τους άντρες. Τα θύματα, βέβαια, είναι άντρες, γυναίκες και παιδιά, αλλά στην πραγματικότητα οι άντρες διαχειρίζονται την πολιτική, την οικογένεια και την ιδιωτική ζωή, οπότε στην ουσία μιλούν για τις αξίες τους, την εξουσία τους, για το πώς διαχειρίζονται την κοινωνία.
Παράλληλα, όταν βλέπω άντρες να υπερασπίζονται γυναικεία θέματα, όπως τη μητρότητα ή τη θυματοποίηση των γυναικών, συγκινούμαι πολύ περισσότερο. Εμείς οι γυναίκες ηθοποιοί συνήθως προσεγγίζουμε τα συναισθηματικά θέματα με το θυμικό μας. Το έργο αυτό όμως δεν εστιάζει στην Ανδρομάχη σαν πρωταγωνίστρια, εστιάζει στο βλέμμα της, στο υποκειμενικό της στοιχείο, στην αίσθηση που έχει για τον κόσμο γύρω της. Και αυτός ο κόσμος, αν και νίκησε σε έναν πόλεμο, δεν έχει τη σωστή νοοτροπία».
Η σκηνοθεσία αντιμετωπίζει με σεβασμό τον χώρο, το κείμενο, τους καλλιτέχνες και το κοινό, ωστόσο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα αρχαία ελληνικά ηχούν σαν μια άλλη γλώσσα. Υπάρχουν στοιχεία που είναι αμετάφραστα, παρηχήσεις που δεν μπορούν να αποδοθούν στη νέα ελληνική. Οπότε, κάθε ανέβασμα έχει εξ ορισμού πολλές διαφορές από το πρωτότυπο. Από εκεί και πέρα, κάθε καλλιτέχνης έχει το δικαίωμα να πειραματιστεί. Αυτή η παράσταση στη μορφή που της έδωσε η Μαρία Πρωτόπαππα, γοητεύει το κοινό.
Υπάρχουν πολλές στιγμές στη διάρκειά της που χαρίζουν ψυχική ανάταση, αλλά θέλω να ξεχωρίσω μία εξόχως ευρηματική σκηνή, μια συγκλονιστική σεκάνς μέσα στη ροή του έργου, όπου αναπαρίσταται ο φόνος του Νεοπτόλεμου αφηγηματικά μεν, αλλά συναρπαστικά χορογραφημένα και εκτελεσμένα από τον Χορό, με την καθηλωτική κίνηση του κορυφαίου συνοδευόμενη από τον σπαραγμό του Πηλέα- Δημήτρη Πιατά. Ανατριχιαστική απόδοση. Πολλά συγχαρητήρια για την ιδέα και την εντυπωσιακή, χορευτική με πλαστικότητα και εικαστική διάσταση, υλοποίησή της.
Έπαινοι αξίζουν σε όλους τους συντελεστές αυτής της ιδιαίτερης παράστασης που κερνάει μαγευτική βραδιά, όπου ανεβαίνει.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Μετάφραση: Γ. Β. Τσοκόπουλος
Σκηνοθεσία, Απόδοση, Δραματουργική επεξεργασία: Μαρία Πρωτόπαππα
Συνεργασία στη Δραματουργική Επεξεργασία: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Καλλιτεχνική Συνεργασία: Ελένη Σπετσιώτη
Σκηνικά- Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Κοστούμια: Βάνα Γιαννούλα
Μουσική: Λόλεκ
Κίνηση: Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου
Φωνητική Δραματουργία, Διδασκαλία: Άννα Παγκάλου
Βοηθός Σκηνοθέτριας: Εύη Νάκου
Βοηθός Σκηνογράφου: Νατάσα Τσιντικίδη
Κατασκευή Μακέτας: Όλγα Κουτρουμάνου
Διεύθυνση, Εκτέλεση Παραγωγής: Kart Productions
Επικοινωνία & Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη
Διαφήμιση-social media: Renegade Media, Βασίλης Ζαρκαδούλας
Φωτογραφίες promo- Video: Μαρίζα Καψαμπέλη
Camera: Αλέξανδρος Γεωργίου
Μακιγιάζ Φωτογράφησης: Ειρήνη Γάτου
Video Trailer παράστασης: Θωμάς Παλυβός
Promo Design: Γιάννης Σταματόπουλος
Παραγωγή: ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΕΧΝΗ Ε.Ε.
Παίζουν (με σειρά εμφάνισης):
Γυναίκα: Μαρία Πρωτόπαππα
Ανδρομάχη: Αργύρης Ξάφης
Θεράπαινα: Δημήτρης Γεωργιάδης
Ερμιόνη: Τάσος Λέκκας
Μενέλαος: Γιάννης Νταλιάνης
Πηλέας: Δημήτρης Πιατάς
Τροφός: Κωνσταντίνος Πασσάς
Ορέστης: Δημήτρης Μαμιός
Αγγελιοφόρος: Γιάννης Μάνθος
Θέτιδα: Στέλλα Γκίκα
Χορός: Δημήτρης Γεωργιάδης, Νώντας Δαμόπουλος, Δημήτρης Μαμιός, Γιάννης Μάνθος, Κωνσταντίνος Πασσάς και Γιώργος Φασουλάς.
Ως Μολοσσός ακούγεται ο Γιώργος Φασουλάς και ως Νεοπτόλεμος εμφανίζεται ο Νώντας Δαμόπουλος
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ