Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου, 2021

Έναρξη 64ου Φεστιβάλ Φιλίππων με Εθνικό Θέατρο και Αριστοφάνη «Ιππείς»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ροή Ειδήσεων

Άρθρα & Απόψεις

Οικονομία

Εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΟΣ
Έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση από την εφημερίδα της Καβάλας "ΕΝΗΜΕΡΟΣ" και το Kavala Web News

Εξήντα τέσσερα χρόνια Φεστιβάλ Φιλίππων. Ώριμη ηλικία κι εννοώ ότι η ωριμότητα είναι η ικανότητα ενός θεσμού να ανταποκρίνεται στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, «γνωρίζοντας» με ποιον τρόπο να δράσει , αναλόγως με τις συνθήκες και την κουλτούρα της κοινωνίας στην οποία είναι εντεταγμένο.

Ομολογώ ότι οι άνθρωποι που το διοικούν έχουν καταφέρει εφέτος να καταρτίσουν ένα πλουσιότατο πρόγραμμα υψηλού επιπέδου, με τέχνες και γράμματα που αφορούν στο θέατρο, στην ποίηση, στην αφήγηση, στην μουσική, στη διδασκαλία. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός είναι η τιμώμενη προσωπικότητα και οι εκδηλώσεις απλώνονται εφέτος στην πόλη της Καβάλας, ως συμμετοχή του θεσμού στην επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση.

Πρώτη παράσταση στο αρχαίο θέατρο Φίλιππων οι «Ιππείς» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο.

Η κατεξοχήν πολιτική και επίκαιρη κωμωδία του Αριστοφάνη «Ιππείς» διδάχτηκε το 424 π. X. και, εκτός από τη νίκη του στα Λήναια, ήταν και το πρώτο έργο που έφερε την υπογραφή του Αριστοφάνη στη σκηνοθεσία.

Ιππείς σημαίνει, βέβαια, «καβαλάρηδες», όμως στις ελληνικές πόλεις το ιππικό στρατολογούσε άνδρες από τις ευπορότερες τάξεις, διότι αυτές μπορούσαν να συντηρήσουν άλογα. Ο μέσος Αθηναίος αντίκριζε τους «ιππείς», όπως βλέπουμε σήμερα τους αξιωματικούς του στρατού κι όχι τους απλούς πολίτες.

Στόχος του ήταν η διακωμώδηση των διεφθαρμένων πολιτικών και αποτελεί την πιο ωμή πολιτική κωμωδία του. Έργο αλληγορικό με συμβολισμούς, σύγχρονο όσο ποτέ, θεμελιώνει την άποψη πως, όταν σε μια πολιτεία κυριαρχήσει η απάτη, η εξαγορά, η φαυλότητα, η αναξιοκρατία, το ψέμα, η παραπλάνηση, μόνο με τα ίδια μέσα μπορεί να αντιμετωπιστεί η διαφθορά.

Ο Αριστοφάνης δηλώνει την αποστροφή του για τον δημαγωγό Κλέωνα, Παφλαγόνα στο έργο, που μετά τον Περικλή κατείχε την εξουσία στην πόλη της Αθήνας τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Για να χτυπήσει τον φαύλο Κλέωνα, ο ποιητής εφευρίσκει έναν φαυλότερο, ο οποίος και κατατροπώνει τον δημαγωγό.

Το κείμενο, καθαρά πολιτικό, καυτηριάζει την κακοδιαχείριση και τις ατασθαλίες της εξουσίας που οδηγούν τη χώρα στην παρακμή, την εξαθλίωση και τον μαρασμό και προειδοποιεί τους πολίτες κάθε εποχής για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στα θεμέλια της Δημοκρατίας.

Οι Ιππείς δεν είναι το καλύτερο έργο του Αριστοφάνη. Ούτε το ποιητικότερο. Αποτελεί, όμως, τον αδυσώπητο λίβελο του νεαρού κωμωδιογράφου– γράφτηκε όταν ο Αριστοφάνης ήταν περίπου 26 ετών- που στηλιτεύει αμείλικτα την πολιτική κατάσταση των δραματικών εκείνων χρόνων και καταφέρεται απροκάλυπτα εναντίον του δημαγωγού Κλέωνα. Και το κάνει οργισμένος με τον τρόπο του φαύλου πολιτικού. Ξεπέφτει στο επίπεδο της αγοράς, του όχλου και της πολιτικής χυδαιότητας, καθώς πίστευε ότι ο καλύτερος τρόπος για να πολεμήσει τον δημαγωγό της λαοσύναξης ήταν να γίνει κι ο ίδιος ένας δημαγωγός της σκηνής. Να ένα παράδειγμα από την μετάφραση του Σωτήρη Κακίση.

«Αλλαντοπώλης: Πράγματι, αξίζει να τ’ ακούσετε όλα.
Τον ακολούθησα, και να ‘μαι κι εγώ στη Βουλή.
Αυτός εκεί μέσα βρόνταγε, σημεία και τέρατα
για τους Ιππείς έλεγε, να σας γκρεμίσει,
να τους πείσει πως είστε συνωμότες φώναζε,
πως σας έπιασε. Κι οι βουλευτές όλοι
τον άκουγαν κι αλλάζανε χρώματα
κι αγρίευαν και σκυθρώπιασαν.
Κι εγώ επειδή κατάλαβα πως θα κατάφερνε
να τους εξαπατήσει με τα λόγια και τα ψέματα,
είπα μέσα μου: «Εμπρός, Απατεώνες και Παλιάνθρωποι,
Αναίσθητοι και Τομάρια και Κακούργοι
κι Αγορά εσύ που μ’ ανέθρεψες, δώσ’ τε μου
τώρα θάρρος και θράσος, ευφράδεια κι ευγλωττία
κι αναίδεια!» Κι όπως έτσι σκεφτόμουνα,
δεξιά δίπλα μου ένας ξεκωλιάρης έκλασε!
Προσευχήθηκα τότε και με τον κώλο κι εγώ το κιγκλίδωμα
έσπρωξα και χύθηκα μέσα κι όσο πιο δυνατά μπορούσα
φώναξα: «Βουλευτές, επειδή μεταφέρω
ευχάριστα μηνύματα, να μιλήσω πρώτος θέλω.
Από τότε που ξέσπασε αυτός ο πόλεμος
μαρίδες τόσο φτηνές δεν έχω ξαναδεί!»
Κι αμέσως τότε τα πρόσωπά τους ηρέμησαν,
και για το καλό νέο αυτό με στεφάνωσαν. Κι εγώ τότε
τους είπα να τρέξουν κρυφά όσο πιο γρήγορα
ν’ αγοράσουν μαρίδες πολλές πάμφθηνες,
τα τελάρα των ψαράδων να τα σηκώσουν όλα.
Κι εκείνοι με χειροκρότησαν, οι χαζοί».

Υπόθεση

Ο Δήμος ο Πυκνίτης (ο λαός της Αθήνας) έχει δύο υπηρέτες: τον Δημοσθένη και τον Νικία – τους γνωστούς πολιτικούς και στρατηγούς- που προσπαθούν να προσφέρουν με τις υπηρεσίες τους ό,τι καλύτερο στον Δήμο- Λαό. Έχει προσλάβει όμως κι έναν άλλον υπηρέτη, τον Παφλαγόνα , που γίνεται ευνοούμενός του και τρομοκρατεί το υπόλοιπο προσωπικό με τρόπο βάναυσο και χυδαίο. Ο Γέρο Δήμος, δυστυχώς, υποκύπτει στις κολακείες και τις δημαγωγίες αυτού του αγύρτη -Παφλαγόνα – Κλέωνα.

Παρά την εισαγωγή του Χορού στην κωμωδία, ως αντίδραση απέναντί του, είναι φανερό ότι ο απατεώνας δεν δύναται να ηττηθεί από μια ανώτερη τάξη αρετής και πνεύματος, όπως αυτή των ιππέων. Ως αποτέλεσμα, οι δύο δούλοι του Δήμου επιλέγουν τον Αλλαντοπώλη, καθώς αυτός θα κυβερνήσει, σύμφωνα με τον χρησμό, ολόκληρη την αθηναϊκή επικράτεια. Οι προαναφερθέντες, Νικίας και Δημοσθένης, οι οποίοι προέρχονται από την ολιγαρχική και δημοκρατική μερίδα αντίστοιχα, συσπειρώνονται απέναντι στον ριζοσπαστικό δημοκράτη με σκοπό την ελευθερία τους από την κακομεταχείριση που υφίστανται. Η απελευθέρωση αντιπροσωπεύει την επιθυμία των καλών ανθρώπων για ειρήνη, η οποία θα βάλει τελεία στον φόβο και στον πόλεμο που επικρατεί στην πόλη. Η εμπλοκή του Κλέωνα στην αστάθεια και τις άσκοπες πολεμικές συρράξεις αποτελούν τον λόγο για τον οποίο σατιρίζεται. Η γελοιοποίησή του εκκινεί από το κωμικό του όνομα «Παφλαγόνας», η ετυμολογία του οποίου αποτελεί μια κατηγορία εναντίον του πολιτικού και προϊδεάζει το κοινό ότι θα παρακολουθήσει μια κατά μέτωπο επίθεση απέναντι σε ένα πρόσωπο. Η παραπομπή στην Παφλαγονία, βόρεια της Φρυγίας, φέρει στον νου το ηχομιμητικό «παφλάζειν» που σημαίνει θορυβώ, κοχλάζω, αναβράζω, ενώ, παράλληλα, υπονοεί την ξενική καταγωγή του Κλέωνα.

Με μια σειρά αντιπαραθέσεων, όπου οι δύο αντίπαλοι ανταλλάσσουν χυδαίες ύβρεις και ανταγωνίζονται σε φαυλότητα, καταλήγουν μπροστά στο Γέρο Δήμο να αναπτύσσουν τα ‘πολιτικά’ τους σχέδια και το πρόγραμμά τους. Ο αγράμματος Αλλαντοπώλης αναδεικνύεται έξοχος δημαγωγός και ξεπερνάει σε κολακείες τον Παφλαγόνα- Κλέωνα. Εκείνος, ηττημένος εγκαταλείπει τον οίκο του Δήμου, ο νέος υπηρέτης του Λαού με μαγικά φίλτρα τον ξανανιώνει και το έργο τελειώνει με χαρές και πανηγύρια.

Η παράσταση

Οι Ιππείς του Εθνικού σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου είναι, θαρρείς, παράσταση στημένη αμήχανα, χωρίς να κομίζει μια νέα, πρωτότυπη ανάγνωση. Βλέπετε, η εποχή ευνοεί τους δημοφιλείς και πετυχημένους σε συγκεκριμένα μετερίζια να δοκιμάζονται και σε άλλα χωράφια είτε έχουν φαεινές ιδέες είτε αξιοποιούν γνωριμίες. Ζούμε, ευτυχώς θα λέγαμε, σ’ έναν κύκλο εκδημοκρατισμού της έκφρασης, η οποία καταλαμβάνει, ενίοτε, τη θέση της τέχνης κι από μια άποψη δικαιώνει τη φράση: « γιατί αυτός κι όχι εγώ;».

Η μετάφραση του Σωτήρη Κακίση και η σκηνοθεσία -χορογραφία του Κωνσταντίνου Ρήγου εκμεταλλεύτηκαν ανεπαρκώς την ευκαιρία που τους δόθηκε. Οι κειμενικές παρεμβάσεις δεν πρόσφεραν ούτε επικαιρική εμβέλεια ούτε σατιρική νοστιμιά. Δώθε- κείθε πεταμένα τσιτάτα, μια Καρυάτιδα φέρουσα τίτλο καλλιστείων «Miss Brexit» και μια τυπωμένη σκιά από τα 200 χρόνια Ελληνικής Επανάστασης, στήθηκαν ωσάν μπαλωματάκια κουρελούς, που είχε για κρόσσια ευφυολογήματα του συρμού, όπως αγγλικούρες και σπαράγματα από viral προτάσεις πολιτικών. Ο πηγαίος κωμικός οίστρος και η σκηνική ελαφράδα έλειψαν σκηνοθετικά, σκηνογραφικά, ενδυματολογικά (η έμπνευση από αρχαιοελληνικά αγγεία χάθηκε στα ακκίσματα των φερόντων τα κοστούμια), μουσικά, χορογραφικά, αλλά και ερμηνευτικά.

Κυρίαρχο οπτικό στοιχείο δεν υπήρχε. Η έναρξη με τους ηθοποιούς σε ρόλο μελών ομάδας ενόργανης και ρυθμικής γυμναστικής, ως προθέρμανση, προϊδέασε – κατά κάποιον τρόπο – το κοινό για την ιλαρή ατμόσφαιρα που θα ακολουθούσε.

Σ’ ένα σκηνικό πανηγυριού στήθηκαν περιμετρικά της ορχήστρας πλάγιοι ίπποι ενόργανης γυμναστικής, ικανοποιημένη η Θυμέλη από τον Χορό ( άξιος, άξιος!) κι νεοφώτιστος Πάνος Μουζουράκης, ως Δημοσθένης, έκανε φιλότιμες προσπάθειες να στηρίξει τον ρόλο, παρότι έχει ακόμη θέματα με την άρθρωσή του. Συμπαθητική, δημοφιλής δίμετρη φιγούρα, χρειάζεται χρόνο για να εντρυφήσει στον νόμο της παραγωγής της συνείδησης στη σκηνή, που διαρκεί σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Σαφώς, λόγω έλλειψης εμπειρίας και θεατρικής παιδείας. Επαρκής ο Κωνσταντίνος Πλεμμένος- Νικίας.

Ο Χορός – προικισμένοι με πολλά ταλέντα ηθοποιοί, πειθαρχημένοι εργάτες του θεάτρου – βρισκόταν στο πατάρι του σκηνικού και στην ορχήστρα σ’ έναν διαρκή ιλαρό οίστρο. Παρά τις εξαιρετικές του ικανότητες στην υποκριτική, στην μουσική (οργανοπαίκτες), στην κίνηση, στο τραγούδι, παρά την άριστη φυσική κατάσταση των μελών του, έφερε τη σκευή του κενή από «αριστοφανική- δηκτική- σατιρική» επιθυμία, ελέω σκηνοθεσίας, ώστε αδυνατούσε να δείξει ικανό μέγεθος της ύπαρξής του στο καταγγελτικό έργο. Ωστόσο, δεκαέξι γυμνασμένοι, ταλαντούχοι νέοι, άσκησαν ευσυνείδητα τα καθήκοντά τους στη γραμμή του σκηνοθέτη και χορογράφου της παράστασης. Μάλιστα, έδειξαν να διασκεδάζουν υπέρμετρα τις χορογραφίες, σε βαθμό γλεντιού σε rave party. Τουλάχιστον, παρέσυραν το κοινό στην ευθυμία και σκόρπισαν ένα ευεργετικό κέφι στο κοίλο είτε με χιπ -χοπ μουσικές είτε με ραπ είτε με πρωτότυπες.

Περίεργοι κίονες συμβόλιζαν οτιδήποτε αρχέτυπο έλαμψε στο μυαλό του σκηνοθέτη. Όλο το σύνολο βοήθησε μόνο στη σύγκριση τηλεόρασης- θεάτρου, με νικητή αυτόν που ήθελε ο κάθε θεατής.

Ξεχωριστά σημεία της παράστασης, η παρλάτα του Δήμου – Στέλιου Ιακωβίδη στο πατάρι, ο οποίος απέδωσε με ιδιαίτερη δυναμική το πνίγος (φράση που λέγεται με μια ανάσα και σε πολύ γρήγορο ρυθμό), ο μονόλογος της Στεφανίας Γουλιώτη με την επίκληση των Θεών και την προσευχή στον Άνθρωπο και στα Άλογα (ο Ποσειδώνας ήταν θεός αλόγων, αρματοδρομιών και θάλασσας), με ιδιαίτερη αναφορά στο Θέατρο και τις ιέρειές του, ενώ οι «αγώνες» Κλέωνα και Αλλαντοπώλη παρουσιάστηκαν, μάλλον, άνισα με τη δυναμική των Χορικών.

Κορυφαία σκηνή, αυτή του δεύτερου μονολόγου της Στεφανίας Γουλιώτη, ένα έξυπνο κείμενο – παράπονο θνητού προς οποιαδήποτε ωσεί, μονίμως, παρούσα θεότητα της ανθρωπότητας στο πέρασμα των αιώνων, ενώ ταυτόχρονα τη συνόδευε έξοχα ο Κωνσταντίνος Μπιμπής φωνητικά, σιγοτραγουδώντας επιφωνήματα λύπης, απόγνωσης, ικεσίας, πικρίας, σαν νέγρικο μπλουζ, σαν υπόγειο τζαζ, σαν gospel καθολικό, σαν μπαλάντα καρδιάς. Άξιο επαίνου στιγμιότυπο, μία και μοναδική ευφυής στιγμή συνεργασίας όλων των συντελεστών. Μουσική, φωτισμοί, καθοδήγηση, ερμηνείες.

Ο Κώστας Κόκλας είναι συμπαθής στο ευρύ κοινό. Διαθέτει μια αγαπητή μανιέρα, η οποία τον έκανε δημοφιλή και στην τηλεόραση και στο θέατρο, την ξεδίπλωσε κι εδώ ως Κλέων, επευφημήθηκε από το κοινό, το οποίο έφτασε στο κοίλο για να τον απολαύσει, άρα η επένδυση της κρατικής παραγωγής σ’ αυτόν ήταν σωστή.

Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, έμπειρος, διαφορετικής σχολής κι απολαυστικός όπου τον έχω δει, ερμήνευσε με δεξιότητα έναν πολυσχιδή ήρωα – Αλλαντοπώλη και, προσωπικά, θεωρώ πως ήταν ο σημαντικότερος τροχός του άρματος.

Ο Δήμος (λαός) Στέλιος Ιακωβίδης, ιδιαιτέρως γραφική καρικατούρα στην παράσταση, ηθοποιός με πηγαίο κωμικό ταλέντο, άρεσε στο κοινό.

Η μουσική του Θοδωρή Ρέγκλη χαρούμενη, διασκεδαστική, ενταγμένη στο πλαίσιο ενός πάρτι και, ως εκεί. Αντίθετα, οι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα συγκαταλέγονται αβίαστα στα «συν» της παράστασης.

Οι χορογραφίες του Κωνσταντίνου Ρήγου, άλλοτε σχολικής εκδρομής κι άλλοτε απαιτητικές ασκήσεις, διασκέδασαν κοινό και ερμηνευτές.

Το πολιτικό μήνυμα του έργου – ακόμα κι αν δεν ξεπηδούσαν οι εμβόλιμες στο σώμα του κειμένου αναφορές στη σημερινή διαφθορά, στα γνωστά τσιτάτα πολιτικών – είναι σαφέστατο: ο Αριστοφάνης εντόπισε και μετέτρεψε σε ποιητικό, θεατρικό λόγο, προκλητικά σύγχρονο, το αιώνιο δράμα αυτού του τόπου: η χειραγώγηση του Δήμου από αχρείους δημαγωγούς, δήθεν υπηρέτες του, αλλά και η ευθύνη του ίδιου του λαού που παρασύρεται και χειραγωγείται. Εθνική παθογένεια, ανέγγιχτη στο πέρασμα των αιώνων.

Κι αν το 424 π. Χ. το κοινό της Αθήνας, εν μέσω Πελοποννησιακού Πολέμου, έβλεπε ξεκάθαρα στο ρόλο του Παφλαγόνα αποκλειστικά και μόνο τον περίφημο πολεμοχαρή δημαγωγό, το σημερινό κοινό στον απόηχο της οικονομικής κρίσης, μπορεί κάλλιστα να αποδώσει σε αρκετά πρόσωπα της πολιτικής σκηνής των τελευταίων δεκαετιών, τον ρόλο του Κλέωνα.

Τελικά, αποχωρεί από την παράσταση με ένα χαμόγελο ικανοποίησης.

Συντελεστές

Μετάφραση: Σωτήρης Κακίσης
Σκηνοθεσία – Χορογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος
Μουσική: Θοδωρής Ρέγκλης
Σκηνικό: Κωνσταντίνος Ρήγος – Μαίρη Τσαγκάρη
Κοστούμια: Νατάσα Δημητρίου
Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας
Συνεργάτις χορογράφου: Μαρκέλλα Μανωλιάδη
Βοηθός σκηνοθέτη: Άγγελος Παναγόπουλος
Mουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνογράφου: Αλέγια Παπαγεωργίου
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστίνα Στεφανίδη
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλίσα Μπουλάτ
Βοηθός ενδυματολόγου: Κατερίνα Κωστάκη
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή (αλφαβητικά):

Αλλαντοπώλης: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης

Δήμος: Στέλιος Ιακωβίδης

Κλέων: Κώστας Κόκλας

Δημοσθένης: Πάνος Μουζουράκης

Νικίας: Κωνσταντίνος Πλεμμένος

Kορυφαίοι Χορού: Στεφανία Γουλιώτη, Κωνσταντίνος Μπιμπής (γιουκαλίλι), Γιάννης Χαρίσης

Χορός: Πάρις Αλεξανδρόπουλος, Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Θάνος Γρίβας (κιθάρα), Πάνος Ζυγούρος (μελόντικα), Κωνσταντίνος Καϊκής, Γιάννης Καράμπαμπας (κιθάρα), Αλκιβιάδης Μαγγόνας (κλαρινέτο), Βασίλης Μπούτσικος (κιθάρα), Γιώργος Πατεράκης (κιθάρα), Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Περικλής Σιούντας (μπαγιάν), Γιώργος Σκαρλάτος (ευφώνιο), Αντώνης Σταμόπουλος (κιθάρα).

Μουσικός επί σκηνής: Λαέρτης Μαλκότσης (σαξόφωνο)

Φωτογράφος παράστασης: Πάτροκλος Σκαφίδας

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

spot_img

Διαφημίσεις