Ένα σαραντάλεπτο οπτικοακουστικό ποίημα στη σκηνή. Η αρχαϊζουσα του μεγάλου Παπαδιαμάντη από άμβωνος κι από χαρισματικό αφηγητή, ο μυστικιστικός χορός του σώματος με αργά τελετουργικά βήματα και μυϊκές κινήσεις- ως αφήγηση που παρεμβάλλεται μέσα στην αφήγηση- η «ιερατική» επιβλητική και υποβλητική μουσική, το εικαστικό αριστούργημα με τις ανάγλυφες ρίζες της βελανιδιάς στο φόντο κι οι εξαίσιοι φωτισμοί που έδωσαν ζωή στην εικόνα, είναι τα «υλικά» της μυσταγωγικής παράστασης που απολαύσαμε οι θεατές στην πρεμιέρα της νέας παραγωγής του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας.
Ένας χορευτής και ένας αφηγητής έχοντας ως αφετηρία αυτήν τη σκέψη διάβασαν σαν να είναι ένα κείμενο, τα τρία ερωτικά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: «Υπό την βασιλικήν δρυν», «Τα ρόδινα ακρογιάλια», «Η Φαρμακολύτρια».
Γράφει ο σκηνοθέτης- λογοτέχνης: «και κάτω από το φως της σκηνής, σαν κάτω από το φως της σελήνης, των άστρων και των κεριών, εκεί που με το ίδιο πάθος αμαρτάνει κανείς με το ίδιο πάθος ακριβώς μετανοεί, εκεί που όλα λέγονται και όλα συγχωρούνται, εκεί που σμίγουν παλιές και νέες λατρείες και συνυπάρχουν ο Διόνυσος, ο Άδωνις και ο Χριστός, εκεί λειτουργεί το θαύμα. Εμφανίζεται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σαν Ξεπεσμένος Δερβίσης. Όχι στον λάκκο της φρεσκοσκαμμένης σήραγγας του Θησείου, αλλά στο αγαπημένο του λημέρι, κάτω από την «βασιλικήν δρυν», εκστατικός, ξέφρενος και πλάνης. Και τότε η έκστασή του γίνεται ασυγκράτητη και μας πηγαίνει κατευθείαν στην καρδιά της ερωτικής πράξης, του θείου έρωτα. Μα η ζωή δεν στέκεται εκεί, αφήνει τη βάρκα, το ρεύμα να τον παρασύρει από «τα ρόδινα ακρογιάλια» και βρίσκεται νύχτα στο εκκλησάκι της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας, «…εἶν᾽ ἐκείνη, ἥτις χαλνᾷ τὰ μάγια, ἤτοι λύει πᾶσαν γοητείαν καὶ μεθοδείαν πονηρὰν…» Φτάνει εκεί φαρμακωμένος, αποτυχημένος, βασανισμένος, καραβοτσακισμένος από τα πάθη του τα ερωτικά και τα άλλα για να ζητήσει συγχώρεση, απουσιάζει ο Θεός, απουσιάζουν τα πάντα, η Αγία δε θα τον ακούσει».
Οι εικόνες των διαφορετικών, των αποτυχημένων, των ξένων, στα λογοτεχνικά έργα είναι ανάλογη με τη δημιουργική φαντασία του συγγραφέα. Οι καλλιτέχνες έχουν τη δυνατότητα να τις προβάλουν διαφορετικά, είτε αναπαράγοντας το στερεότυπο του ήρωα είτε αποκλίνοντας απ’ αυτό. Η εικόνα ως μείγμα αισθημάτων και ιδεών, που έχει συναισθηματικές και ιδεολογικές απηχήσεις, μπορεί να εκφράζει ελπίδες σχετικά με την υποδοχή του «διαφορετικού» και την ονειροπόλησή του ως συνανθρώπου.
Τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη είναι σύντομα αλλά πολύ σημαντικά κείμενα, που πραγματεύονται θέματα απλά (παγανιστικές γιορτές, έθιμα και κοινωνικές δράσεις, έρωτες ανεκπλήρωτους κι έρωτες μιασμένους) έως σύνθετα, όπως της ετερότητας, της αλλοθρησκείας και της αποδοχής της. Η ροή της αφήγησης έχει πολλές χρονικές αναδρομές και περιπλέκεται με στοχασμούς και συγκινησιακούς συνειρμούς , με ονειροπολήσεις και ανασαλέματα του παρελθόντος, του οποίου ο γοητευτικός χαρακτήρας τονίζεται με το επαναλαμβανόμενο μοτίβο της μουσικής.
Ο Παπαδιαμάντης δεν αποδέχτηκε ποτέ τη ζωή της Αθήνας, δεν αφέθηκε ποτέ στις σειρήνες του αστικού πολιτισμού. Η Αθήνα αναφέρεται περισσότερο ως θλιβερό παρόν, που γίνεται ακόμα πιο ασφυκτικό όταν συγκρίνεται με τη φυσική ζωή της Σκιάθου. Δε θα μπορούσε να βρεθεί μεγαλύτερη απόδειξη του αγεφύρωτου προσωπικού χάσματος απέναντι σ’ έναν κόσμο υλιστικό και συμφεροντολογικό –κι ως εκ τούτου ακατανόητο κι ανυπόφορο– από την ίδια τη ζωή του. Μεγαλωμένος στη Σκιάθο μέσα σε μία απλή πολυμελή οικογένεια, βρίσκεται εγκλωβισμένος στην Αθήνα, σ’ έναν κόσμο που αδυνατεί να κατανοήσει, πολύ περισσότερο να ενταχθεί. Κι όμως, σαν σε προσωπικό παιχνίδι ανατροπής, αυτός ο αθεράπευτα εσωστρεφής κοσμοκαλόγερος δημοσίευσε διηγήματα που φανερώνουν τις πιο υπόγειες, τις πιο βαθιές κι ανεκπλήρωτες – στα όρια του τυραννικού – ερωτικές διαχύσεις. Βέβαια, ο έρωτας είναι πάντα πλατωνικός, σαν μια ιδέα που αιωρείται, σαν άρωμα, σαν καθαρή νοσταλγική ονειροπόληση που κρύβει όμως απερίγραπτο θαυμασμό.
Λυρική εξομολόγηση στην «Φαρμακολύτρια», και στα «Ρόδινα ακρογιάλια», ενώ κατανοούμε τις χαρακτηριστικές για τον ρομαντισμό περιγραφές της αγωνίας και της απελπισίας του ερωτευμένου που δεν βρίσκει ανταπόκριση.
Ὕπνος τότε μὲ κατέλαβεν, εἰς τὸ στασίδιον ὅπου ἐκαθήμην. Ὁ ὕπνος ἦτον ἄνευ ὀνείρων, ὅλα τὰ ὄνειρα τοῦ τὰ εἶχεν ἀφαιρέσει ἡ ἐγρήγορσις. Μόνον ἐνδομύχως εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεως μου, μία φωνή, ἥτις ὡμοίαζε μὲ χρησμόν, ἠκούσθη ἀμυδρῶς νὰ ψιθυρίζῃ: «Ὕπαγε, ἀνίατε· ὁ πόνος θὰ εἶναι ἡ ζωή σου…»
Ἐξύπνησα. Ἐσηκώθην καὶ ἔφυγα. ᾘσθανόμην ἀγρίαν χαράν, διότι ἡ Ἁγία δὲν εἶχεν εἰσακούσει τὴν δέησίν μου.”
Στην παράσταση που έστησε ο Θοδωρής Γκόνης (για το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας και τον Σύλλογο Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Δράμας) είδε τον Παπαδιαμάντη όχι μόνο αισθητικά ή μόνο θρησκευτικά , αλλά σαν αξιολόγηση των δυο αυτών αξόνων με τέτοιο τρόπο , ώστε να μη θυσιαστεί ο ένας εν ονόματι του άλλου. Ο ίδιος ανέλαβε τον ρόλο του αφηγητή (στον Παπαδιαμάντη συναντάμε πάντα άνδρα αφηγητή) και ομολογώ ότι με εξέπληξε αναπάντεχα ευχάριστα. Ήταν εξαιρετικός. Λεπτές αποχρώσεις στη φωνή γέννησαν συναισθήματα έντονα, ανάλογα το σημείο της εξέλιξης, και, σε συνδυασμό με τις άλλες μορφές τέχνης, δημιούργησαν ατμόσφαιρα συναρπαστική, σχεδόν καθηλωτική.
Σ’ έναν χώρο περικλεισμένο σε κύκλο από κιμωλία, αυστηρή προσωπική περιχαράκωση, ο χορευτής Δημήτρης Σωτηρίου- γητευτής των «αδυναμιών» του Παπαδιαμάντη, «χόρεψε» μελετημένα, τελετουργικά, υπερβατικά, επειδή οι αέρινες κινήσεις του ξόρκισαν τους δαίμονες που ταλάνιζαν την ψυχή του συγγραφέα. Γνωρίζουμε πως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, λόγω του μοναχικού βίου του, χαρακτηρίστηκε αντιερωτικός, μονόχνοτος, ανέραστος, ανίκανος ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί. Κι όμως, κανείς άλλος συγγραφέας δεν μπήκε τόσο βαθιά, τόσο ανυπόδητος στο βασίλειο του έρωτα -κι ας μην υπάρχει πουθενά η περιγραφή έστω μιας σκηνής από ερωτική κλινοπάλη. Εξαιρετική απόδοση του ξυπόλυτου χορευτή – Παπαδιάντη- Δερβίση. 
Ένα μεγάλο συν στην παράσταση η εξαίσια μουσική του Μίμη Νικολόπουλου. Ακριβό ταξίδι στα μυσταγωγικά μονοπάτια είτε ονειρικά είτε θρησκευτικά. Το δε απίστευτης ομορφιάς ανάγλυφο σκηνικό, συμπλήρωνε το καθηλωτικό εικαστικό κάδρο που ο Τάσος Παλαιορούτας φώτισε έξυπνα, άλλοτε μονοδιάστατα κι άλλοτε πολυδιάστατα, σαν άλλος Ταρκόφσκι.
Δείτε αυτήν την άρτια, συγκινητική παράσταση, όπου τη συναντήσετε. Θα ταξιδέψει στη Δράμα, στο «Αυλαία» Θεσσαλονίκης και στη Βεργίνα.
Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: Θοδωρής Γκόνης
Χορογραφία: Δημήτρης Σωτηρίου
Σκηνικό/Κοστούμι: Ανδρέας Γεωργιάδης
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Συμεωνίδου
Χορευτής: Δημήτρης Σωτηρίου
Αφηγητής: Θοδωρής Γκόνης
Κατασκευή σκηνικού: Γιώργος Μαστοράκης, Γιάννης Σταυρίδης
Χειρισμός ήχου παράστασης: Κώστας Γαρουφαλίδης
Χειρισμός κονσόλας φωτισμών: Γιώργος Τριανταφυλλίδης
Παραγωγή ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ













