«Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να ανησυχούμε από ένα σεισμό, διότι τα κτήρια μας γενικά συμπεριφέρονται καλά», τονίζει με δηλώσεις του στον «Ενήμερο», ο επίκουρος καθηγητής του τμήματος πολιτικών μηχανικών του Δ.Π.Θ., Λάζαρος Βασιλειάδης, αντικείμενο του οποίου είναι η στατική και δυναμική των κατασκευών.
Με αφορμή τα όσα δηλώνονται το τελευταίο χρονικό διάστημα από σεισμολόγους περί επιφυλακής για το ενδεχόμενο μιας μεγάλης σεισμικής δόνησης στην χώρα, ο «Ε» ζήτησε την άποψη του καθ’ ύλην αρμόδιου να μας απαντήσει, σχετικά με το αν πρέπει να είμαστε ανήσυχοι ή όχι για τα κτήρια στα οποία ζούμε και εργαζόμαστε και πως αυτά συμπεριφέρονται γενικότερα στους σεισμούς.
«Θέλουμε συχνά να υπάρχει εκτόνωση με μικρούς ή μεσαίους σεισμούς, παρά να μη γίνονται καθόλου με τον κίνδυνο ενός μεγάλου και καταστροφικού»
Αρχικά, ο επίκουρος καθηγητής του Δ.Π.Θ., αναφέρθηκε στους σεισμολόγους, επισημαίνοντας: «Η χώρα μας είναι μια κατεξοχήν σεισμογενής περιοχή. Σέβομαι την επιστήμη των σεισμολόγων, οι οποίοι επίσημα λένε ότι οι τελευταίοι σεισμοί της Ιταλίας και η ενεργοποίηση των ρηγμάτων που προκάλεσαν, δεν επηρεάζουν την Ελλάδα. Κατά πόσο μπορεί να γίνει ένας μεγάλος σεισμός ή όχι στη χώρα, προφανώς και οι ίδιοι οι σεισμολόγοι λένε ότι δεν μπορούν να το προβλέψουν, καθώς η επιστήμη δεν έχει φτάσει ακόμη εκεί. Θέλουμε όμως συχνά εκτόνωση της ενέργειας με μικρούς και μεσαίους σεισμούς, παρά να μην γίνονται καθόλου σεισμοί, με τον κίνδυνο ενός μεγάλου και καταστροφικού. Άρα, δεν ανησυχούμε ιδιαίτερα, καθώς στη χώρα μας γίνονται σεισμοί».
Γερασμένος ο δομικός πλούτος της Ελλάδας
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο δομικό πλούτο της χώρας μας επισημαίνοντας: «Ο δομικός πλούτος της Ελλάδας είναι γερασμένος. Τα περισσότερα κτήρια είναι κατασκευής πριν από το 1985. Να θυμίσω ότι πριν το 1959 δεν υπήρχε αντισεισμικός κανονισμός στην Ελλάδα. Άρα κτήρια πριν από αυτήν την ημερομηνία δεν έχουν κανονισμό. Ο αντισεισμικός κανονισμός εφαρμόστηκε από το 1959 και ίσχυσε αναλλοίωτος μέχρι το 1985. Άρα μια περίοδος που εξετάζουμε είναι τα κτήρια που κατασκευάστηκαν από το 1959 μέχρι και το 1985. Μια δεύτερη περίοδος είναι από το 1985 μέχρι και το 1995, με σαφώς βελτιωμένο και πιο αυστηρό κανονισμό και από το 2000 και μετά έχουμε τα νέα κτήρια που γίνονται με έναν από τους πιο αυστηρούς παγκοσμίως αντισεισμικούς κανονισμούς, τα οποία όμως είναι και τα πιο λίγα. Ωστόσο, ακόμη και τα παλιά κτήρια αντέχουν καλά στους σεισμούς».
«Ο σεισμός είναι ένα φυσικό εργαστήριο που αποκαλύπτει τις αδυναμίες μελετητών και κατασκευαστών»
«Πουθενά στον κόσμο κανένας κανονισμός δεν επιβάλλει να κατασκευάζονται άτρωτα κτήρια. Αυτό που απαιτούν οι κανονισμοί είναι να υπάρχουν βλάβες στα κτήρια, αλλά αυτά να μη καταρρέουν, αλλά και να περιορίζονται ταυτόχρονα, όσο το δυνατό, οι βλάβες σ’ αυτά σε μη φέροντα στοιχεία. Υπάρχει ένα ζήτημα στις πυκνοδομημένες περιοχές με την άναρχη δόμηση, κυρίως της δεκαετίας του 1970, όπου έγιναν μεγάλες οικοδομές. Εκεί χρειάζεται προσοχή, διότι με έναν μεσαίο ή μεγάλο σεισμό μπορεί να υπάρξουν βλάβες. Καταρρεύσεις μπορεί να γίνουν και σε νέα κτήρια. Ο σεισμός αποκαλύπτει τα προβλήματα που υπήρξαν σε μελέτες και κατασκευές. Τα νέα κτήρια στην κατασκευή του φέροντος οργανισμού ελέγχονται από τους ελεγκτές δόμησης, κάτι που παλιότερα δεν συνέβαινε. Ο σεισμός είναι ένα φυσικό εργαστήριο που αποκαλύπτει τις αδυναμίες τόσο του μελετητή, όσο και των κατασκευαστών», υπογράμμισε καταληκτικά στις δηλώσεις του στον «Ε» ο Λάζαρος Βασιλειάδης.
