ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Η φαρσοκωμωδία είναι ένα είδος κωμικού θεατρικού έργου ή λογοτεχνικού αφηγήματος, που συνδυάζει στοιχεία από τη φάρσα και την κωμωδία. Κύριος στόχος της είναι η διασκέδαση του κοινού, συχνά μέσα από υπερβολικές καταστάσεις και ελαφρότητα.
Βασικά χαρακτηριστικά της είναι οι ακραίες και παράλογες καταστάσεις. Για παράδειγμα, οι χαρακτήρες εμπλέκονται σε απίθανες παρεξηγήσεις και μπερδέματα.
Οι εξελίξεις τρέχουν με καταιγιστικό ρυθμό, με αποκορύφωμα τη φρενήρη δράση.
Οι ήρωες συχνά στερούνται ψυχολογικού βάθους και βασίζονται σε καρικατούρες ή στερεότυπα.
Ακόμα, περιλαμβάνει έντονη σωματική κωμωδία, πτώσεις, κρυφτούλια, θεαματικές εισόδους/εξόδους στη σκηνή και, μερικές φορές, πιο «χοντροκομμένα» αστεία.
Ο όρος «Φαρσοκωμωδία» χρησιμοποιείται και μεταφορικά στην καθημερινή γλώσσα, κυρίως στην πολιτική, για να περιγράψει μια κατάσταση που είναι χαοτική, γελοία και εξελίσσεται με τρόπο που θυμίζει φτηνή θεατρική παράσταση.
Ασφαλώς, η ελληνική πολιτική σκηνή έχει όλα τα φόντα μιας κλασικής, αλλά κακοστημένης φαρσοκωμωδίας, μόνο που οι θεατές πληρώνουν πολύ ακριβό εισιτήριο.
Αν το καλοσκεφτούμε, έχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία του είδους, όπως ατάκες-κλισέ: «Δεσμευόμαστε», «Θα χώσουμε το μαχαίρι στο κόκκαλο», «Φταίνε οι προηγούμενοι» κλπ. Λες και υπάρχει ένα κοινό σενάριο που, απλώς, αλλάζει χέρια, ανάλογα με το ποιος είναι στην κυβέρνηση και ποιος στην αντιπολίτευση.
Πολιτικοί που, ανενδοίαστα, τη μία μέρα «σκίζουν» μνημόνια, συμφωνίες ή νομοσχέδια και την επόμενη τα εφαρμόζουν με χαμόγελο, ανακαλύπτοντας ξαφνικά τη «σκληρή πραγματικότητα».
Το θέατρο του παραλόγου είναι διαχρονικό στη χώρα μας, παρότι το θέατρο είναι θνησιγενής τέχνη. Αλλά δεν πρόκειται για Τέχνη. Πρόκειται για πολιτική φαρσοκωμωδία διαρκείας.
Επιτροπές που συστήνονται για να εξετάσουν άλλες επιτροπές, εξεταστικές που καταλήγουν στο ότι «όλα έγιναν καλώς» και κοινοβουλευτικοί καυγάδες που θυμίζουν περισσότερο καφενείο, παρά νομοθετικό σώμα.
Κάθε τόσο εμφανίζεται και ένας νέος Σωτήρας (ή παλιός με νέο περιτύλιγμα), που υπόσχεται να μας σώσει, μέχρι να γίνει μέρος του δικού του ανεπαρκούς θιάσου.
Το κακό με αυτή τη φαρσοκωμωδία είναι ότι, αντί για το σανίδι, παίζεται στις πλάτες των πολιτών.
Πρόσφατα γίναμε θεατές γελοίων έως τραγικών καταστάσεων.
Όταν η εθνική ασφάλεια γίνεται φάρσα, το γέλιο είναι πικρό.
Εδώ μιλάμε για σενάριο που, αν το έγραφε ο Σακελλάριος, θα του έλεγαν ότι υπερβάλλει. Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας της χώρας πέφτει θύμα Ρώσων φαρσέρ (των γνωστών Vovan και Lexus) επειδή του έστειλαν, λέει, ένα email, νομίζοντας ότι μιλάει ζωντανά με τον Ουκρανό ομόλογό του (τον Ουμέροφ)! Ο άνθρωπος που είναι υπεύθυνος για τη θωράκιση της χώρας, βγαίνει στα κανάλια και λέει «τον έβλεπα ζωντανά, όπως βλέπω εσάς, δεν μπορείς να εμπιστευτείς τα μάτια σου».
Από τη μία η κυβέρνηση μιλάει για «υβριδική επίθεση με εξελιγμένη Τεχνητή Νοημοσύνη», για να μαζέψει τα ασυμμάζευτα και, από την άλλη, βγαίνουν οι Ρώσοι φαρσέρ και μας τρολάρουν διεθνώς, λέγοντας «ποιο AI, ένα απλό e-mail στείλαμε και μας απάντησαν!».
Το αποτέλεσμα; Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας συζητάει χαλαρά σε βίντεο για εκλογές, για τον διοικητή της ΕΥΠ και για drones, η αντιπολίτευση ζητάει επίμονα την παραίτησή του, κι εμείς αναρωτιόμαστε αν τελικά τα «πρωτόκολλα ασφαλείας» της χώρας είναι χαρτιά κολλημένα στην οθόνη.
Ένα άλλο «Νούμερο» του πολιτικού θέατρου της φαρσοκωμωδίας, αφορά έναν ακόμα κωλοτούμπα. Εδώ περνάμε στο κλασικό πολιτικό δράμα με στοιχεία μετακομίσεων. Ο Γιώργος Καραμέρος παραιτείται από βουλευτής και από τον ΣΥΡΙΖΑ (μαζί με τον Κώστα Ζαχαριάδη και άλλους που ακολουθούν) για να μπει στο νέο «μαντρί» του Αλέξη Τσίπρα.
Στην ανακοίνωσή του λέει ότι θα παραμείνει «απλός στρατιώτης» στην προοδευτική παράταξη και ότι «ό,τι είπε, το έκανε». Μόνο που στην πολιτική ο «απλός στρατιώτης», συνήθως, παραιτείται από το ένα κόμμα έχοντας ήδη έτοιμη την εξάρτηση για το επόμενο.
Αυτή η μαζική αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ και η δημιουργία νέων κομμάτων από τα παλιά υλικά θυμίζει εκείνα τα συγκροτήματα των 80s που διαλύονταν, έφτιαχναν τρία διαφορετικά σχήματα με τα ίδια μέλη και έπαιζαν τα ίδια τραγούδια με άλλο όνομα. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, οι ταμπέλες αλλάζουν, αλλά οι πρωταγωνιστές παραμένουν στην ίδια ακριβώς σκηνή.
Η επικαιρότητα είναι σκληρή. Κερνάει συνέχεια γλυκόπικρες , έως φαρμακερές γεύσεις, σαν τις συντονισμένες εμπρηστικές επιθέσεις με γκαζάκια στα σπίτια των στελεχών της ΝΔ στη Θεσσαλονίκη.
Αν μη τι άλλο, δείχνουν πώς η πολιτική πόλωση ξεφεύγει από τις ατάκες των παραθύρων.
Το τραγικό είναι ότι δε μείναμε στο συνηθισμένο υλικό ζημιών, που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στις ειδήσεις. Μια γυναίκα έχασε τη ζωή της, μετά από νοσηλεία στη ΜΕΘ.
Ακόμα και σε αυτή την τραγική τροπή, η πολιτική «παράσταση» συνεχίζεται στα παρασκήνια.
Από τη μία, η άμεση ενεργοποίηση της Αντιτρομοκρατικής και οι γνωστές δηλώσεις για «δολοφονικές επιθέσεις» και «χτύπημα στη δημοκρατία».
Από την άλλη, η κλασική συζήτηση για την ασφάλεια που ανοίγει ξανά, με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα που ακούμε εδώ και δεκαετίες, λες και κάθε φορά ανακαλύπτουμε τον τροχό από την αρχή.
Αν η ελληνική πολιτική είναι φαρσοκωμωδία, η Ζωή Κωνσταντοπούλου είναι σίγουρα η πρωταγωνίστρια που αρνείται να βγει από τη σκηνή, ακόμα κι όταν έχουν σβήσει τα φώτα. Η στάση της αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο στο κοινοβουλευτικό (και δικαστικό) θέατρο.
Έχει αναγάγει τη διαδικασία σε προσωπικό momentum. Οι ατελείωτες παρεμβάσεις της, οι καυγάδες με τους προεδρεύοντες (όπως η πρόσφατη έντονη σύγκρουση με το ΚΚΕ που οδήγησε σε διακοπή της συνεδρίασης) και η στρατηγική «δεν κατεβαίνω από το βήμα» είναι πλέον σήμα κατατεθέν.
Λειτουργεί ταυτόχρονα ως πολιτικός αρχηγός και ως δικηγόρος (π.χ. στη δίκη των Τεμπών), πράγμα που έχει εξοργίσει ακόμα και την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων, οι οποίοι την κατηγορούν ανοιχτά για τεχνητή ένταση και εργαλειοποίηση των διαδικασιών.
Για τους υποστηρικτές της είναι η μόνη που «τα λέει έξω από τα δόντια» και ξεσκίζει τα πέπλα της συγκάλυψης. Για τους επικριτές της, είναι μια μόνιμη πηγή κοινοβουλευτικής παράλυσης, μια performance, που σκοπό έχει να στρέφει τους προβολείς αποκλειστικά πάνω της.
Αυτό είναι και το απόλυτο παράδοξο της ελληνικής πραγματικότητας. Την ίδια ώρα που η πολιτική ζωή παράγει ακραία τοξικότητα και πραγματικά θύματα, το πολιτικό προσωπικό αναλώνεται σε προσωπικές παραστάσεις, ατάκες για τα social media και εσωκομματικά ξεκαθαρίσματα.
Η πολιτική φαρσοκωμωδία δεν έχει φινάλε στη χώρα μας. Η αυλαία δεν πέφτει ποτέ. Έχει μόνο διαλείμματα.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ











