spot_img

Τελευταία Θέματα

spot_img
spot_img
spot_img

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

spot_img
spot_img

Σφυγμομετρήσεις!

ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Αν γίνονταν εκλογές σήμερα, ο αριθμός των κομμάτων που θα κατέθεταν αίτηση συμμετοχής θα ξεπερνούσε εύκολα τα 30 με 40, όπως συμβαίνει παραδοσιακά στις ελληνικές αναμετρήσεις, όμως το πραγματικό ενδιαφέρον εστιάζεται στα περίπου 10 με 12 κόμματα που καταγράφουν αυτή τη στιγμή αξιοσημείωτη δυναμική στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις. Μεταξύ τους το νέο κόμμα της Καρυστιανού και αυτό το ανακατεμένο με παλιά και νέα «υλικά» του Τσίπρα.

Τι να πει στ’ αλήθεια, όποιος ανώνυμος πολίτης ερωτάται για την προτίμησή του από εταιρεία δημοσκοπήσεων, όταν σ’ αυτή τη χώρα , όπου τα βολεμένα κομματόσκυλα αλυχτούν κάθε που πιστεύουν ότι θίγεται ο αρχηγός ή το κόμμα τους, σ’ αυτή τη χώρα, όπου η ανισότητα είναι κυρίαρχη δύναμη στις σχέσεις κράτους- πολίτη, σ’ αυτή τη χώρα, όπου οι διακρίσεις πολιτών σε κατηγορίες πρώτης, δεύτερης, τρίτης τάξης καθορίζουν δικαστικές αποφάσεις, τραπεζικές εντολές, εξυπηρετήσεις δημοσίων υπηρεσιών και οι ξεχωριστοί «ολιγάρχες» μπορούν άνετα να ζουν ως κροίσοι, ταυτόχρονα μπορούν άνετα να κοροϊδεύουν τους νόμους και τους κανόνες, κρύβοντας τα δυσθεώρητα χρέη τους κάτω από τις προστατευτικές φτερούγες του συστήματος που κινεί τα νήματα;

 Ο λαουτζίκος- εμείς οι πολλοί, δηλαδή – καταπίνουμε ειδήσεις και γεγονότα ανήμποροι να αντιδράσουμε και υπό τον φόβο ανελέητου κυνηγητού είτε υπό μορφή μήνυσης είτε υπό μορφή διαπόμπευσης στα κοινωνικά δίκτυα. Κατάσταση ζοφερή, διαχρονική!

Αυτή η «ιδιότυπη πολιορκία», μπορεί να πηγάζει από πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις. Από την οικονομική αβεβαιότητα και την κρίση των θεσμών, μέχρι τον καταιγισμό της πληροφορίας και την αλλοτρίωση της καθημερινότητας.

Όταν οι πολίτες βλέπουν τη φορολογική επιβάρυνση να πέφτει δυσανάλογα στις πλάτες των χαμηλότερων και μεσαίων στρωμάτων, ενώ την ίδια στιγμή οι πολύ ισχυροί απολαμβάνουν φοροαπαλλαγές ή «παραθυράκια», η εμπιστοσύνη στη δημοκρατία και στους θεσμούς κλονίζεται βαθιά. Αυτή ακριβώς η αίσθηση αδικίας και ασφυξίας είναι που δημιουργεί το συναίσθημα της «πολιορκίας».

Η βαριά φορολογία σε είδη πρώτης ανάγκης (όπως ο ΦΠΑ) πλήττει δυσανάλογα τους φτωχότερους, καθώς ξοδεύουν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους απλώς για να επιβιώσουν.

Οι μεγάλοι όμιλοι και οι ολιγάρχες έχουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τη νομοθεσία ή να μεταφέρουν τα κέρδη τους σε χώρες με μηδενική φορολογία, κάτι που είναι αδύνατο για τον μέσο εργαζόμενο.

 Όταν οι κρίσεις (οικονομικές, υγειονομικές, ενεργειακές) μετατρέπονται σε ευκαιρίες υπερκερδών για λίγους, ενώ η πλειοψηφία φτωχοποιείται, η κοινωνική συνοχή διαρρηγνύεται.

«Η ανισότητα δεν είναι οικονομικό πεπρωμένο, είναι πολιτική επιλογή.» Κοινή διαπίστωση σύγχρονων οικονομολόγων.

 Όλοι οι αρχηγοί κομμάτων και τα επιτελεία τους, γνωρίζουν πολύ καλά τις παθογένειες που δέρνουν κυβερνήσεις κι όμως, ποτέ δεν κατάφερε μια κυβέρνηση να φέρει μια ισορροπία. Παλιοί και νεόκοποι αρχηγοί διαγράφουν τις «αμαρτίες» και υπόσχονται λαμπερές καλύτερες μέρες.

Οι μηχανισμοί της οικονομικής ισχύος (τα μεγάλα συμφέροντα, τα ΜΜΕ, οι διεθνείς αγορές) μοιάζουν να είναι πολύ πιο ισχυροί από οποιαδήποτε κυβέρνηση, εγκλωβίζοντας ακόμη και όσους εκλέγονται με υποσχέσεις ανατροπής.

Η χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών και η ανάγκη για προβολή – έναντι εκατομμυρίων – αναγκάζουν ακόμη και νέα κόμματα να κάνουν συμβιβασμούς με την οικονομική ελίτ, πριν καν εκλεγούν.

Οι σύγχρονες κυβερνήσεις λειτουργούν μέσα σε ένα αυστηρό πλαίσιο διεθνών οικονομικών κανόνων και οργανισμών, γεγονός που περιορίζει δραματικά το περιθώριο άσκησης μιας πραγματικά ανεξάρτητης, φιλολαϊκής πολιτικής.

 Η επαναλαμβανόμενη αθέτηση υποσχέσεων από το πολιτικό προσωπικό έχει δημιουργήσει μια κοινωνία που αντιμετωπίζει κάθε νέα πρόταση με καχυποψία, οδηγώντας πολλούς στην αποχή ή στην παραίτηση.

Όταν το πολιτικό σύστημα μετατρέπεται σε «διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης» αντί για εργαλείο κοινωνικής δικαιοσύνης, η κάλπη αρχίζει να μοιάζει με τυπική διαδικασία χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

Αυτή η διαπίστωση είναι ομολογουμένως ζοφερή. Ωστόσο, η ιστορία έχει δείξει ότι όταν οι παραδοσιακοί δρόμοι , όπως οι εκλογές, βαλτώνουν, οι κοινωνίες συχνά βρίσκουν άλλους τρόπους να εκφραστούν.

Το δίλημμα ανάμεσα στην αποχή και στην ψήφο σε ένα μικρό κόμμα είναι ίσως το πιο συχνό στοχαστικό μονοπάτι για έναν πολίτη που νιώθει εγκλωβισμένος. Και οι δύο επιλογές ξεκινούν από την ίδια αφετηρία —την άρνηση συμβιβασμού με το κατεστημένο— αλλά λειτουργούν με τελείως διαφορετικό τρόπο στην πράξη.

Θεωρητικά, η αποχή είναι ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα: «Αποσύρω τη νομιμοποίησή μου από το σύστημά σας». Είναι μια κραυγή σιωπής.

Ωστόσο, στο πλαίσιο του ισχύοντος εκλογικού συστήματος, η αποχή έχει μια σοβαρή αδυναμία: δεν παράγει πολιτικό αποτέλεσμα.

 Όσο μεγαλύτερη είναι η αποχή, τόσο πιο εύκολα τα μεγάλα κόμματα μπορούν να ελέγξουν το αποτέλεσμα με τους «σκληρούς», κομματικούς τους πυρήνες. Αν ψηφίσουν μόνο 10 άνθρωποι και οι 6 είναι οργανωμένοι σε ένα κόμμα, αυτό το κόμμα παίρνει 60% και κυβερνά με απόλυτη νομιμότητα, ακόμα κι αν οι υπόλοιποι εκατομμύρια πολίτες έμειναν σπίτι τους.

Οι κυβερνήσεις σπάνια ιδρώνουν για τα ποσοστά της αποχής. Την επόμενη των εκλογών, το μόνο που μετράει για την κατανομή των εδρών και την εξουσία είναι τα έγκυρα ψηφοδέλτια. Η αποχή ξεχνιέται γρήγορα από τους κρατούντες, γιατί δεν τους απειλεί στην πράξη.

Η επιλογή ενός μικρού κόμματος (εκτός του παραδοσιακού συστήματος εξουσίας) λειτουργεί διαφορετικά, καθώς μπαίνει μέσα στο «γήπεδο» του συστήματος για να το αμφισβητήσει.

Μία ψήφος σε ένα μικρό κόμμα καταγράφεται επίσημα. Αν χιλιάδες πολίτες κάνουν το ίδιο, το ποσοστό αυτού του κόμματος ανεβαίνει. Αυτό στέλνει ένα ξεκάθαρο, μετρήσιμο μήνυμα δυσαρέσκειας που δεν μπορεί να κρυφτεί ή να παρερμηνευτεί ως «βαρεμάρα» ή «αδιαφορία», όπως συχνά μεταφράζουν την αποχή.

Εδώ υπάρχει το ρίσκο του εκλογικού ορίου (π.χ. το 3% στην Ελλάδα). Αν το μικρό κόμμα δεν το ξεπεράσει, οι ψήφοι του δεν μεταφράζονται σε έδρες στη Βουλή. Ωστόσο, ακόμα και τότε, στερεί ποσοστά από τα μεγάλα κόμματα και δυσκολεύει την αυτοδυναμία τους, αναγκάζοντάς τα να νιώσουν την πίεση.

Η αποχή είναι μια στάση που συχνά βολεύει αυτόν που ήδη κυβερνά, γιατί μειώνει τον αριθμό των ψήφων που χρειάζεται για να κρατήσει την καρέκλα του. Η ψήφος σε ένα μικρό κόμμα, ακόμα κι αν θεωρηθεί «χαμένη» λόγω ορίου, είναι μια ενεργητική καταγραφή που χαλάει τα μαθηματικά της εξουσίας.

Γόρδιος δεσμός, εν τέλει. Όλα αυτά που γράφω γεννήθηκαν ύστερα από τηλεφώνημα που δέχθηκα από συγκεκριμένη εταιρεία δημοσκοπήσεων και δυσκολεύτηκα τόσο πολύ στις απαντήσεις, ώστε προτίμησα τη μοναδική διέξοδο στις προτεινόμενες επιλογές: «δε γνωρίζω, δεν απαντώ».

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ