spot_img

Τελευταία Θέματα

spot_img
spot_img

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

spot_img
spot_img

Της «Αγίας διαφθοράς το ανάγνωσμα, δυστυχώς, πρόσχωμεν»

ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Πολιτικοί, γιατροί, δικηγόροι, φαρμακοποιοί, αστυνομικοί, εφοριακοί, πολεοδόμοι, δημόσιοι υπάλληλοι ό,τι να’ ναι και όπου να’ ναι, πολίτες- λαμόγια και πάνω από όλους και από όλα, οι Ρομά. Ένας κόσμος άγριος, αλλά αγγελικά πλασμένος, ώστε ν’ αντέχει εις τους αιώνες των αιώνων, Αμήν!

Τι ζούμε καθημερινά, στ’ αλήθεια! Η διαφθορά δεν είναι απλώς ένα πολιτικό ή οικονομικό πρόβλημα. Είναι κάτι που πληγώνει την καθημερινότητά μας, υπονομεύει την εμπιστοσύνη μας στους θεσμούς και μας κάνει να νιώθουμε απροστάτευτοι και δυνάμει θύματα.

Η μεγάλη διαφθορά αφορά το πολιτικό σύστημα, τις μεγάλες κρατικές συμβάσεις, τα εξοπλιστικά ή τη διαπλοκή μεταξύ ισχυρών οικονομικών παραγόντων και εξουσίας. Είναι αυτή που κοστίζει δισεκατομμύρια και συχνά μένει ατιμώρητη, εντείνοντας το αίσθημα της αδικίας.

Δε βάζουμε τελεία, επειδή τα πλοκάμια της διαφθοράς έχουν απλωθεί σε κάθε επιφάνεια σε κάθε ανώγειο και υπόγειο μετερίζι. Είναι το γνωστό «φακελάκι», το «μέσον» στο δημόσιο, η φοροδιαφυγή, ή η παράκαμψη της σειράς προτεραιότητας, η μεταμφίεση – πλαστοπροσωπία, η τηλεφωνική απάτη.

Η αδιαφορία είναι που διαβρώνει την κοινωνική συνοχή, γιατί μας αναγκάζει να γινόμαστε μέρος ενός προβληματικού συστήματος, απλώς, για να επιβιώσουμε ή να εξυπηρετηθούμε.

Το χειρότερο κομμάτι της διαφθοράς, η ατιμωρησία. Όταν ο πολίτης βλέπει ότι δεν υπάρχουν συνέπειες για όσους παρανομούν «ψηλά», χάνει κάθε κίνητρο να είναι ο ίδιος νομοταγής.

Η εμπλοκή ένστολων (αστυνομικών, λιμενικών, σωφρονιστικών υπαλλήλων) σε κυκλώματα –από προστασία σε μαγαζιά και διακίνηση ναρκωτικών, μέχρι λαθρεμπόριο και συνεργασία με τη «Greek Mafia»– είναι ίσως η πιο επικίνδυνη μορφή διαφθοράς.

Οι επίορκοι ένστολοι δεν είναι κοινοί ποινικοί. Έχουν στα χέρια τους όπλα, πρόσβαση σε απόρρητες βάσεις δεδομένων και ξέρουν πώς κινούνται οι αρχές. Αυτό τους καθιστά πολύτιμους για το οργανωμένο έγκλημα.

 Μέσα στα σώματα ασφαλείας αναπτύσσεται συχνά, μια κακώς εννοούμενη «συναδελφική αλληλεγγύη». Πολλοί που ξέρουν ή υποψιάζονται πράγματα, προτιμούν να μη μιλήσουν είτε για να μη θεωρηθούν «ρουφιάνοι» είτε επειδή φοβούνται για τη ζωή ή την καριέρα τους.

Αν και υπάρχει η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων (οι λεγόμενοι «αδιάφθοροι»), συχνά οι έρευνες σκοντάφτουν σε πολιτικές παρεμβάσεις, σε ανώτερους αξιωματικούς που κάνουν «τα στραβά μάτια» ή σε γραφειοκρατία που οδηγεί τις υποθέσεις στο αρχείο.

Όμως, όταν αποκαλύπτεται ένα τέτοιο κύκλωμα, το μεγαλύτερο θύμα είναι η αξιοπιστία ολόκληρου του σώματος.

 Θα μου πείτε, ποιος νοιάζεται; Θα βγουν στους σταρ της τηλεόρασης οι συνήθεις ύποπτοι – ξερόλες, που αναλύουν κι εντυπωσιάζουν το κοινό και ούτε αυτοί ούτε οι δημοσιογράφοι τολμούν να θίξουν τέτοια θέματα- φωτιές!

 Όσο για τους Ρομά, υπάρχει η έντονη και τεκμηριωμένη κριτική ότι η πολιτεία, φοβούμενη τις κατηγορίες για ρατσισμό ή κοινωνικές αναταραχές, έχει επιδείξει μια ιδιότυπη ανοχή.

Η εφαρμογή του νόμου θα έπρεπε να είναι οριζόντια. Όταν κάποιος καταστρέφει δημόσια περιουσία ή οπλοφορεί, η καταγωγή του δεν πρέπει να λειτουργεί ως ελαφρυντικό.

Δε μιλάμε πια για «εγκλήματα επιβίωσης». Σε πολλούς καταυλισμούς δρουν καλά οργανωμένα κυκλώματα με μεγάλους τζίρους, που χρησιμοποιούν σύγχρονη τεχνολογία, drones, βαρέα όπλα και πολυτελή αυτοκίνητα, λειτουργώντας ως κράτος εν κράτει.

Αυτό δείχνει μια ξεκάθαρη επιλογή πλουτισμού μέσω της παρανομίας και όχι αδυναμία ένταξης. Η κοινωνική ένταξη δεν είναι μονόδρομος. Απαιτεί τη θέληση και των δύο πλευρών.

Όταν το κράτος προσφέρει επιδόματα για να πηγαίνουν τα παιδιά σχολείο, αλλά οι γονείς τα κρατούν μακριά από την εκπαίδευση ή όταν οι κοινωνικοί λειτουργοί και τα ιατρικά κλιμάκια δέχονται επιθέσεις μέσα στους καταυλισμούς, η ευθύνη μετατοπίζεται σε εκείνους που αρνούνται να ακολουθήσουν τους κανόνες της οργανωμένης κοινωνίας.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι διπλό και γι’ αυτό παραμένει άλυτο. Από τη μία πλευρά, η «κοινωνική – ανθρωπιστική» προσέγγιση απέτυχε, γιατί ξόδεψε εκατομμύρια σε επιδόματα και προγράμματα χωρίς να απαιτήσει την τήρηση του νόμου ως αντάλλαγμα.

 Από την άλλη, η αμιγώς «αστυνομική» προσέγγιση δυσκολεύεται να ριζώσει, γιατί η είσοδος της αστυνομίας σε τέτοια περιβάλλοντα απαιτεί πλέον επιχειρήσεις στρατιωτικού τύπου, τις οποίες το πολιτικό σύστημα συχνά διστάζει να διατάξει, λόγω του ρίσκου γενικευμένης σύρραξης.

Το σίγουρο είναι ότι η σημερινή κατάσταση αδικεί τους νομοταγείς πολίτες που πληρώνουν φόρους και βλέπουν τις υποδομές τους να καταστρέφονται, αλλά αδικεί και εκείνους τους Ρομά που θέλουν να ξεφύγουν από αυτό το περιβάλλον και να ζήσουν νόμιμα, καθώς η γενίκευση τους βάζει όλους στον ίδιο σάκο.

 Υποθέτω ότι πρέπει να υπάρχει μια κάποια διέξοδος από τα τείχη της διαφθοράς, αλλά δεν είναι ούτε απλή ούτε γρήγορη. Η διαφθορά που εμπλέκει ταυτόχρονα τις αρχές (συστημική) και τους πολίτες (καθημερινότητα ή κουλτούρα) είναι ένας φαύλος κύκλος. Ο ένας τροφοδοτεί τον άλλον. Για να σπάσει αυτός ο κύκλος, χρειάζεται δουλειά σε δύο μέτωπα ταυτόχρονα: από πάνω προς τα κάτω (θεσμοί) και από κάτω προς τα πάνω (κοινωνία).

Η διαφθορά ανθίζει εκεί που υπάρχει ασάφεια, καθυστερήσεις και “ανθρώπινος παράγοντας” και δεν αρκεί να υπάρχουν νόμοι, πρέπει να φαίνεται και η εφαρμογή τους.

Η διέξοδος έρχεται όταν ο πολίτης αντιληφθεί ότι η διαφθορά δεν είναι “εξυπνάδα”, αλλά υπονόμευση του δικού του μέλλοντος.

 Η καλλιέργεια της φορολογικής και πολιτικής συνείδησης πρέπει να ξεκινά από το σχολείο, όχι ως στείρα θεωρία, αλλά ως βιωματική κατανόηση του πώς λειτουργεί ένα κράτος.

Η διαφθορά δεν είναι στο DNA κανενός λαού. Είναι το αποτέλεσμα κακών θεσμών και έλλειψης εμπιστοσύνης. Αν το κράτος γίνει αξιόπιστο και παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες, ο πολίτης σταματά να ψάχνει “άκρες”. Αν οι θεσμοί γίνουν αυστηροί, αν πάψουν να υπολογίζουν πολιτικά κόστη, οι επίδοξοι διεφθαρμένοι θα σκέφτονται το ρίσκο.

Υπάρχει διέξοδος, αρκεί να υπάρξει η πολιτική βούληση για σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα, τιμωρία άμεση και, βέβαια, να υπάρχει η κοινωνική ωριμότητα να σταματήσουμε να ζητάμε εξαιρέσεις για τον εαυτό μας.

 ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ