«Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Το έργο του Joël Pommerat «Τρέμω», του οποίου το νόημα αρχικά φαίνεται αινιγματικό, προσφέρεται από το ΚΘΒΕ στο κοινό ως μια πολιτική ερμηνεία, η οποία αποκαλύπτει τον ουτοπικό του χαρακτήρα, δηλαδή τη δραματουργική επεξεργασία μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, όπως διαδραματίζεται στη σκηνή του «Μικρού» της Μονής Λαζαριστών, σε σκηνοθεσία ΄Άρη Κακλέα και σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση.
Αυτή η σύνθετη σχέση αποδεικνύεται στην παραστατικότητά της, πιο γόνιμη από την έντονη αντίθεση που προβάλλει ο Σαρτρ στη θεωρία του για την ελευθερία και τη φαντασία, η οποία, παρά την φαινομενική της σαφήνεια, στην πραγματικότητα οδηγεί σε ανυπέρβλητες αντιφάσεις. Αντίθετα, η θεατρική τέχνη του Πομερά, μετά από προσεκτικότερη ανάλυση, αποκαλύπτει μια στενή συγγένεια με τους στοχασμούς του Φουκώ για τη μυθοπλασία και τις «Ετεροτοπίες».
Για τον Πομερά το θέατρο αποκαλύπτεται όχι τόσο ως μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, αλλά ως μια μορφή της ίδιας της πολιτικής, υπό την προϋπόθεση ότι το θεωρούμε, πέρα από τις κρίσεις και τις θέσεις που το θέτουν σε εφαρμογή, ως μια κοινή αμφισβήτηση δεδομένων .
Ένας κομπέρ (Δημήτρης Μορφακίδης) εμφανίζεται στη μισοσκότεινη σκηνή και υπόσχεται στους θεατές μια ιδιαίτερη βραδιά, στο τέλος της οποίας ο ίδιος θα πεθάνει μπροστά στα μάτια τους. Από εκείνη τη στιγμή ένας παράδοξος κόσμος ξετυλίγεται μέσω διαδοχικών σκηνών, παρουσιάζοντάς μας οικεία αλλά και παράξενα πρόσωπα. Ο ρεαλισμός συναντά το μεταφυσικό σε μια κινηματογραφική αφήγηση, με την οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να συναντήσει την πραγματικότητα μέσω της μυθοπλασίας.
Βρισκόμαστε πραγματικά σε έναν χώρο παράστασης, έναν τόπο καλλιτεχνικής προσομοίωσης, όπου τίποτα δεν είναι όπως στην πραγματική ζωή κι όμως, τίποτα άλλο εκτός από την ίδια τη ζωή δεν αποτελεί το ουσιαστικό υλικό αυτού που παρουσιάζεται.
Στο «Τρέμω», ο συγγραφέας εξερευνά τις οικογενειακές και επαγγελματικές σχέσεις, τους αδυσώπητους μηχανισμούς τους και τις εύθραυστες ή προφανείς, μερικές φορές απροσδόκητες, συνδέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Σε όλα τα έργα του, εξάλλου, βρίσκεται στην καρδιά της οικογένειας και της οικειότητας και καταφέρνει να εκφράσει περισσότερο τον τρόπο που διεγείρει τα βαθύτερα συναισθήματα, ενώ η παραδοξότητα της σκηνής απηχεί μια εκπληκτική αποδοχή.
Στο παρόν έργο δεν υπάρχει κάποιο ενιαίο θέμα εκτός από το δεύτερο μέρος, όπου ένα επαναλαμβανόμενο ερώτημα, σχετικά με τους λόγους της σκληρότητας, πυροδοτεί μια συλλογή από πραγματικά σκληρές, γελοίες ή απατηλά ρεαλιστικές απαντήσεις.
Υποθέτω, ότι το εν λόγω θεατρικό επιλέχθηκε αφενός επειδή ήταν αμετάφραστο στα ελληνικά και αφετέρου για την ιδιαίτερη θεματική του, καθώς αποτελεί ένα έργο που διεισδύει στα προβλήματα των ανθρώπινων σχέσεων στην εποχή μας. Χαρακτηρίζεται από μια βαθιά υπαρξιακή αναζήτηση και αρθρώνει έναν ουσιαστικό κοινωνικοπολιτικό λόγο πάνω στην κατάσταση της σύγχρονης κοινωνίας, που αφορά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
Κατά τη μεταφραστική διαδικασία από τον Θοδωρή Καφάση, πιστεύω ότι λήφθηκαν υπ’ όψη τόσο τα μοναδικά χαρακτηριστικά του θεατρικού έργου, ως δραματικού κειμένου και διακριτού λογοτεχνικού είδους, με σεβασμό στις συμβάσεις του θεάτρου και τις ιδιαιτερότητες της θεατρικής μετάφρασης, όσο και η συγγραφική ιδιοπροσωπία του συγγραφέα.
Οπότε, αυτή η παράσταση είναι μια θεατρική εξερεύνηση του φόβου, της αβεβαιότητας και της ανθρώπινης ευαλωτότητας στη σύγχρονη κοινωνία.

Αντί να ακολουθεί μια παραδοσιακή γραμμική αφήγηση, το έργο παρουσιάζει μια σειρά από αποσπασματικές σκηνές που εξετάζουν διαφορετικές πτυχές του φόβου, τόσο προσωπικές όσο και συλλογικές.
Μέσα από εντυπωσιακά γραφικά, υποβλητικό ηχητικό σχεδιασμό και μινιμαλιστικό αλλά έντονο διάλογο, ο Πομερά βυθίζει το κοινό σε έναν κόσμο, όπου το άγχος και η αμφιβολία διαμορφώνουν τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις.
Οι χαρακτήρες έρχονται αντιμέτωποι με υπαρξιακά ερωτήματα, μεταβαλλόμενες ταυτότητες και στιγμές ωμής συναισθηματικής έκθεσης, δημιουργώντας μια ανησυχητική ατμόσφαιρα που παραμένει και πέρα από τη σκηνή. Το έργο αμφισβητεί τις αντιλήψεις για σταθερότητα και έλεγχο, καταδεικνύοντας πώς ο φόβος εκδηλώνεται στις σχέσεις, τη δυναμική τής εξουσίας και τις κοινωνικές δομές.
Ο Άρης Κακλέας παρουσιάζει ένα απέραντο καμπαρέ, όπου το θέαμα της ζωής ξεδιπλώνεται σε όλο του το πάθος. Ένας άνθρωπος που σκέφτεται πώς θα τον δουν οι άλλοι μετά τον θάνατό του, ψυχαγωγεί το κοινό. Η σκηνοθεσία οδηγεί το έργο στο λογικό του τέλος, αναδεικνύοντας την έντονη ανησυχία αυτών των «καρναβαλικών» χαρακτήρων στη σκηνή του «Μικρού» της Μονής Λαζαριστών.
«Άκουσέ με προσεκτικά με όλα σου τα μάτια». Έτσι ξεκινά το θέαμα του δημιουργού που τρέμει μπροστά στο μέλλον.
Ο Πομερά εδώ, καταπιάνεται με τον επεμβατικό και συναρπαστικό κόσμο της εικόνας, που μας καταπίνει ολόκληρους στην εποχή μας. Ο συγγραφέας στη συνέχεια ξεστομίζει όλη τη βία που περιέχει αυτός ο παράξενος κόσμος. Με τον πιο οξύ κυνισμό, ο πρωταγωνιστής του έργου ενορχηστρώνει την παρέλαση όσων έρχονται να καταθέσουν και να ξορκίσουν τα βάσανά τους. Μόλις πεθάνει, θα είναι πιο εύκολο γι’ αυτόν να κάνει ένα βήμα πίσω από αυτόν τον κόσμο.
«Εν τω μεταξύ, πρέπει να γελάτε μέχρι να κλάψετε», μας διαβεβαιώνει ο οικοδεσπότης μπροστά στο βαθυκόκκινο φόντο. Μια ατμόσφαιρα καμπαρέ, στρας και γκλίτερ ενισχύουν τη θεατρική ψευδαίσθηση και συγκεντρώνουν την προσοχή μας στο θέαμα της βαρύτητας, δανεισμένο από την πραγματικότητα, μέσα από τα σκηνικά των Σάκη Μπιρμπίλη- Άρη Κακλέα ( ένα γυάλινο δάπεδο – καθρέπτης, μια κουρτίνα στραφταλιζέ – αυλαία κι ένα κανονικό φέρετρο) και τα φαντεζί κοστούμια της Θωμαΐδος Παπαδημητρίου.
Η αφήγηση, βιωμένη ή φανταστική για τους θεατές , εικονογραφημένη από ασυνήθιστα φυσιολογικούς χαρακτήρες, παίρνει τη διάσταση μιας θρυλικής ιστορίας. «Πού είναι οι ηγέτες των ιδεών;» αναρωτιέται ο ήρωας, καθώς ονειρεύεται έναν άλλο κόσμο και αδειάζει την απελπισία του με το «ποιος μπορεί πραγματικά να μας φροντίσει;» ή «και εσύ, θα ήθελες να φροντίσεις τους άλλους;»
Η μουσική του Γιώργου Πούλιου λειτουργεί ως στήριγμα, το μικρόφωνο ως μεγάφωνο, για να απαιτήσει την μέγιστη προσοχή μας.
Εικόνες και λόγια (μετάφραση Θοδωρής Καφάσης) από μια συνεδρία ύπνωσης, αποκαλύπτουν το μίσος που εμπεριέχεται στο μυαλό αυτού του ανθρώπου, εμφανίζονται με εκπληκτικό ρεαλισμό.
Η μαγεία του θεάματος κατακτά το κακό. Το κακό αναμειγνύεται με την τελειότητα του κόσμου, επειδή δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το κακό. Η βλάβη, δηλαδή, που προκαλούμε στους άλλους, η οποία πηγάζει από την εξάρτηση από αυτούς, έρχεται στο φως.
Ορίζοντας τα περιγράμματα του ορατού ή του γελοίου, τα ηχητικά και φωτιστικά εφέ του Σάκη Μπιρμπίλη, συμβάλλουν στη σημασία του οράματός μας, στην εστίαση της προσοχής μας, με ακρίβεια.
Θραύσματα της προσωπικής ζωής σκηνοθετούνται στολισμένα με τραγούδια, ιστορίες και φευγαλέες στιγμές. Σεκάνς που πολλαπλασιάζονται για να ανακατασκευάσουν την «ταινία» της εσωτερικής ζωής σε όλες τις αντιφάσεις της. Το θέατρο ωθείται στο κατώφλι του κινηματογράφου και οι ουλές της βίας καίγονται στο ύφασμα.

Μερικές φορές, η βιαιότητα του κυνισμού αψηφά την κατανόηση. Το ότι η εικόνα είναι σοκαριστική είναι αναμφισβήτητο και ότι τα λόγια των πρωταγωνιστών -που προσβάλλουν τις ευαισθησίες μας- αναμφίβολα τροφοδοτούν τη συζήτηση, αλλά ο θεατρικός χώρος παραμένει ένα μέσο μετάδοσης.
Η μετάδοση μιας σκέψης συνεπάγεται την ευθύνη αυτού που την εκφράζει. Και μερικά σχόλια είναι ανατριχιαστικά. Προκλητικότητα, θα έλεγαν κάποιοι. Πιθανώς, αλλά πρέπει να διαθέτει κανείς τα εργαλεία για να διατηρήσει το ίδιο επίπεδο κατανόησης.
Και δεν είμαι σίγουρος ότι η ιδέα της καταπολέμησης της φωτιάς με φωτιά καθησυχάζει πραγματικά τις συνειδήσεις μας.
Η διακήρυξη εξωφρενικών «αληθειών» (ακόμα κι αν αυτός που τις διαδίδει τις αρνείται) και ο σεβασμός των «ειδικών στην ασχήμια» δε μου φαίνεται ο καλύτερος τρόπος για να αντισταθούμε στο κακό. Η εξύμνηση της κακίας, με την επιθυμία της να αναδείξει το υποκείμενο που μολύνει τις ανθρώπινες σχέσεις, προκειμένου να το αναφέρει και να το καταγγείλει, αφήνει μια πικρή γεύση.
Ωστόσο, τυλιγμένη στην ψυχαγωγία η σοβαρότητα της πραγματικότητας γίνεται υποφερτή. Και δεν είναι αυτή η μεγαλύτερη ατυχία; Θύματα της κοινωνίας, πώς νομίζετε τη συνέχειά σας όταν πεθάνετε;
Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει αυτή η παράσταση, η οποία έχει το πλεονέκτημα ότι παίρνει μια ειλικρινή στάση για να ενθαρρύνει τον θεατή να αντιδράσει, χάρις της σκηνοθεσίας, των ερμηνειών του ανσάμπλ ηθοποιών του ΚΘΒΕ και των λοιπών συντελεστών.
Το έργο που μεταφράστηκε είναι χωρισμένο σε αυτοτελείς νοηματικά σκηνές, χωρίς αυστηρή χρονολογική εξέλιξη στην αλληλουχία τους. Ο λόγος είναι απλός και περιεκτικός, ενώ το κείμενο είναι γραμμένο με μια ποιητική σύνταξη, η οποία οδηγεί σε μια συγκεκριμένη ρυθμική εκφορά του λόγου.
Σε όλες σχεδόν τις σκηνές υπάρχουν διάλογοι και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χαρακτήρων. Εξίσου σημαντικοί, όμως, είναι και μονόλογοι που παρεμβάλλονται ανάμεσα στους διάλογους, καθώς δίνουν στους θεατές απαραίτητες πληροφορίες για την ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων.

Αυτό που ξεχωρίζει στην παράσταση του ΚΘΒΕ είναι η άμεση συνομιλία των προσώπων (εξαιρετικοί όλοι οι ηθοποιοί του ΚΘΒΕ) με το κοινό. Το πρόσωπο που μιλάει – κάθε φορά – γυμνώνει την ψυχή του μπροστά στο κοινό, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στη σκηνή και στους θεατές, δημιουργώντας την ατμόσφαιρα της αμεσότητας και της οικειότητας που επιδιώκει ο συγγραφέας. Άλλωστε, και το ύφος του λόγου είναι οικείο, ζωντανό και ως επί το πλείστον εξομολογητικό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο μονόλογος της «Γυναίκας» (Ελένη Θυμιοπούλου) και η έκκλησή της προς το κοινό: «Καλησπέρα κυρίες και κύριοι. Έχετε μήπως προσέξει κάτι, όπως και εγώ; Δεν έχουμε πια μέλλον! Μήπως το έχετε προσέξει; Όπως και εγώ;»
Η γραφή και το θέαμα αντλούν στοιχεία από προεγενέστερους δημιουργούς του Πομερά, που καλύπτουν ένα ευρύ χρονικό φάσμα και τα ενσωματώνουν σε έναν σύγχρονο και δραστικό θεατρικό λόγο.
Αποστολή εξετελέσθη κύριε Πομερά, κυρίες και κύριοι εκλεκτοί συντελεστές του θεάματος! Υποκλινόμαστε οι θεατές στους καλλιτέχνες που δίνουν φωνή στις σιωπές μας και απελευθερώνουν τις ανησυχίες όλων μας, για το μέλλον της ανθρωπότητας.
Σαν κατακλείδα αντιγράφω ένα απόσπασμα από το σκηνοθετικό σημείωμα: «Οι χαρακτήρες που εξερευνήσαμε με αυτήν την υπέροχη ομάδα συντελεστών και συνδημιουργών, σχοινοβατούν τρεμάμενοι μια τελευταία φορά, για χάρη του κοινού, αναζητώντας μάταια αυτό για το οποίο ο Μαγιακόφσκι στο «Γράμμα στον σύντροφο Καστρόφ απ’ το Παρίσι για την ουσία της αγάπης» θα γράψει πως θέτει ξανά σε λειτουργία της καρδιάς την παγωμένη μηχανή». Άρης Κακλέας.

Συντελεστές
Μετάφραση: Θοδωρής Καφάσης, Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Άρης Κακλέας, Σκηνικά: Σάκης Μπιρμπίλης- Άρης Κακλέας, Κοστούμια: Θώμις Παπαδημητρίου, Μουσική: Γιώργος Πούλιος, Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης, Βίντεο: Τατιάνα Υφαντή, Βοηθός σκηνοθέτη, Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Μαίρη Ανδρέου, Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη, Άννα Μαρία Γάτου, Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud
*Βοηθός σκηνογράφου/ ενδυματολόγου (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Εμμανουέλα Νταλιάνη, Χριστίνα Γεωργιάδου
Διανομή
Μομώ Βλάχου (Υπερήλικη γυναίκα, η μητέρα του παρουσιαστή, η εισαγγελέας, η πρώτη επισκέπτης), Ξένια Γραμματικού (Η γυναίκα σε κακό χάλι, η νεαρή γυναίκα, η πόρνη, η γυναίκα με τα φτερά), Τάρικ -Δημήτρης Ελ Φλάιτι (Ο άνθρωπος που δεν υπήρχε, ο άντρας βαμπίρ, ο αστυνομικός, ο αδελφός της γυναίκας σε κακό χάλι), Ελένη Θυμιοπούλου (Μια γυναίκα, η μητέρα της κοπέλας με το μακό, η μητέρα της γυναίκας σε κακό χάλι, η γοργόνα, η φωνή της προέδρου, η δεύτερη πολύ έγκυος γυναίκα, η τρίτη επισκέπτης), Δημήτρης Μορφακίδης (Παρουσιαστής, παιδί παρουσιαστής, θεατής, δικηγόρος/ παρουσιαστής), Ολυμπία Μπουλογεώργου (η κοπέλα με το μακό, η τρομοκράτισσα, η μάρτυρας, η αδελφή της γυναίκας σε κακό χάλι, η πρώτη πολύ έγκυος γυναίκα, η δεύτερη επισκέπτης), Γρηγόρης Παπαδόπουλος (Ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου, ο πατέρας του παρουσιαστή, ο νονός, ο σωσίας του παρουσιαστή), Χρήστος Τσάβος (Λευκός Κλόουν, ο Άγνωστος άντρας, ψυχολόγος, ο πατέρας της γυναίκας σε κακό χάλι)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ







