Η φράση «τέλη κυκλοφορίας» είναι από τις πιο γνωστές στον Έλληνα οδηγό. Κάθε χρόνο, προς το τέλος του φθινοπώρου, η συζήτηση γύρω από αυτά αναζωπυρώνεται. Πότε θα αναρτηθούν, πόσα θα πληρώσουμε και το κυριότερο, πού καταλήγουν τελικά τα χρήματα που δίνουμε; Παρότι πρόκειται για μια πάγια υποχρέωση, λίγοι γνωρίζουν με ακρίβεια τον σκοπό και τη διαδρομή αυτού του φόρου.
Γιατί πληρώνουμε τέλη κυκλοφορίας;
Τα τέλη κυκλοφορίας θεσπίστηκαν για να χρηματοδοτούν τη χρήση του οδικού δικτύου και την κάλυψη του κόστους που συνεπάγεται η κυκλοφορία των οχημάτων στη χώρα. Πρόκειται για φόρο κατοχής και χρήσης αυτοκινήτου, ο οποίος επιβάλλεται σε κάθε όχημα που έχει άδεια κυκλοφορίας, δεν έχει τεθεί σε ακινησία και θεωρείται ότι χρησιμοποιεί τις δημόσιες υποδομές. Ουσιαστικά, ο κάτοχος του αυτοκινήτου πληρώνει για τη φθορά που προκαλεί το όχημά του στο οδικό δίκτυο, για τη συντήρηση των δρόμων και, σε δεύτερο επίπεδο, για την περιβαλλοντική επιβάρυνση που συνεπάγεται η κυκλοφορία. Στην πράξη, τα τέλη κυκλοφορίας λειτουργούν και ως μηχανισμός ρύθμισης της κυκλοφορίας. Αποθαρρύνουν την υπερβολική χρήση παλιών ή ρυπογόνων οχημάτων, ενθαρρύνουν την ανανέωση του στόλου και συμβάλλουν στη σταδιακή μετάβαση προς «καθαρότερες» μορφές μετακίνησης, τουλάχιστον στη θεωρία.
Μέχρι και το 2010, τα τέλη κυκλοφορίας υπολογίζονταν αποκλειστικά με βάση τον κυβισμό του κινητήρα. Όσο μεγαλύτερος ο κυβισμός, τόσο υψηλότερα τα τέλη. Από την 1η Νοεμβρίου 2010 και μετά, το κράτος άλλαξε το σύστημα, συνδέοντας τα τέλη με τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2), ώστε να αντικατοπτρίζεται και η περιβαλλοντική επιβάρυνση κάθε οχήματος. Έτσι, τα παλαιότερα οχήματα πληρώνουν ανάλογα με τον κυβισμό τους, ενώ τα νεότερα με βάση τους ρύπους τους. Μερικά μοντέλα με «πράσινο» χαρακτήρα έχουν μηδενικά τέλη, αν εκπέμπουν χαμηλούς ρύπους. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, για παράδειγμα, έχουν πλήρη απαλλαγή, όπως και τα plug-in hybrid, ενώ και πολλά «απλά» υβριδικά ή κανονικού καυσίμου (βενζίνης, diesel, LPG, CNG) που εκπέμπουν χαμηλούς ρύπους, επίσης εξαιρούνται από τα τέλη κυκλοφορίας.
Η είσπραξη των τελών κυκλοφορίας γίνεται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας myCAR. Οι οδηγοί συνδέονται με τους προσωπικούς τους κωδικούς TAXISnet, εκδίδουν το ειδοποιητήριο και πληρώνουν ηλεκτρονικά ή μέσω τραπέζης. Τα ποσά που συγκεντρώνονται αποδίδονται στο Δημόσιο Ταμείο, ενώ η κατανομή τους σε επιμέρους τομείς καθορίζεται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Εδώ βρίσκεται και η απάντηση στο ερώτημα «πού πάνε τα χρήματα». Τα έσοδα από τα τέλη κυκλοφορίας δεν πηγαίνουν αποκλειστικά στους δρόμους, όπως πολλοί πιστεύουν. Μπαίνουν στα κρατικά ταμεία και χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση διαφόρων δαπανών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με τις μεταφορές, την ασφάλεια και το περιβάλλον.
Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών, τα τέλη κυκλοφορίας αποφέρουν κάθε χρόνο στο Δημόσιο έσοδα άνω του 1 δισεκατομμυρίου ευρώ. Από αυτά, ένα μέρος προορίζεται πράγματι για τη συντήρηση και αναβάθμιση του οδικού δικτύου, ειδικά στους εθνικούς δρόμους και τις μεγάλες αστικές αρτηρίες. Ένα άλλο τμήμα των εσόδων διοχετεύεται στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, για έργα οδοποιίας και κυκλοφοριακής ασφάλειας. Επιπλέον, ποσοστό των χρημάτων χρησιμοποιείται για περιβαλλοντικά προγράμματα και δράσεις που αποσκοπούν στη μείωση των εκπομπών και την προώθηση της ηλεκτροκίνησης.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο ποσοστό των εσόδων καταλήγει σε γενικές κρατικές δαπάνες, κάτι που προκαλεί συχνά αντιδράσεις. Πολλοί οδηγοί θεωρούν ότι τα τέλη κυκλοφορίας θα έπρεπε να αποτελούν έναν «κλειστό» λογαριασμό, αφιερωμένο αποκλειστικά στη βελτίωση του οδικού δικτύου και στην ενίσχυση της οδικής ασφάλειας.
Φυσικά, πέρα από τη φορολογική τους διάσταση, τα τέλη κυκλοφορίας αποτελούν και πολιτικό εργαλείο. Μέσω της διαμόρφωσης των ποσών και των απαλλαγών, το κράτος μπορεί να επηρεάζει τη συμπεριφορά των οδηγών. Για παράδειγμα, η απαλλαγή των ηλεκτρικών οχημάτων δεν είναι απλώς κίνητρο αγοράς, αλλά τρόπος ενθάρρυνσης μιας νέας κουλτούρας μετακίνησης με χαμηλότερους ρύπους. Αντίστοιχα, τα υψηλά τέλη για παλιά ή ρυπογόνα αυτοκίνητα λειτουργούν αποτρεπτικά, ωθώντας πολλούς οδηγούς να στραφούν σε νεότερα μοντέλα. Έτσι, τα τέλη κυκλοφορίας δεν είναι μόνο φόρος, αλλά και μέσο περιβαλλοντικής πολιτικής, ένας τρόπος να κατευθυνθεί σταδιακά ο στόλος της χώρας προς καθαρότερες τεχνολογίες, σε θεωρητικό επίπεδο. Γιατί σε πρακτικό επίπεδο, χρειάζονται πολλές περισσότερες δράσεις προκειμένου οι Έλληνες να ανανεώσουν το αυτοκίνητό τους, αφού η αγοραστική δύναμη των πολιτών συγκαταλέγεται ανάμεσα στις χαμηλότερες στην Ευρώπη.
Συνολικά, περίπου 5,5 εκατομμύρια οχήματα είναι ενεργά και υπόχρεα σε τέλη, με τον μέσο οδηγό να πληρώνει γύρω στα 200 ευρώ ετησίως. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ευρώπη, το ύψος των τελών κυκλοφορίας ποικίλλει σημαντικά. Σε χώρες όπως η Νορβηγία ή η Ολλανδία, τα τέλη είναι πολλαπλάσια, αλλά αντανακλούν και υψηλότερο επίπεδο οδικών υπηρεσιών και περιβαλλοντικών επενδύσεων. Αντίθετα, άλλες χώρες, όπως η Κύπρος ή η Μάλτα, διατηρούν πολύ χαμηλά ποσά, λόγω μικρότερου στόλου ή διαφορετικής φορολογικής πολιτικής. Η συζήτηση για τα τέλη κυκλοφορίας έχει και ιδεολογική διάσταση. Οι υποστηρικτές του θεσμού θεωρούν ότι πρόκειται για δίκαιη ανταποδοτική χρέωση, αφού όσοι χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο συμβάλλουν στην κάλυψη του κόστους του. Επιπλέον, μέσω της διαφοροποίησης των ποσών, προωθείται μια πιο «πράσινη» αντίληψη μετακίνησης.
Από την άλλη, αρκετοί υποστηρίζουν ότι η επιβάρυνση είναι δυσανάλογη, ειδικά για όσους έχουν χαμηλή χρήση οχήματος ή κατοικούν σε περιοχές χωρίς εναλλακτικά μέσα μεταφοράς. Θεωρούν ότι θα έπρεπε να ισχύει ένα πιο δίκαιο, αναλογικό σύστημα. Τα επόμενα χρόνια αναμένεται σταδιακή μεταρρύθμιση του τρόπου υπολογισμού των τελών κυκλοφορίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί κοινές πολιτικές που συνδέουν τη φορολόγηση με τις εκπομπές ρύπων, ενώ η τεχνολογία των «έξυπνων» οχημάτων επιτρέπει πλέον πιο δίκαιη χρέωση ανά χρήση ή διανυθέντα χιλιόμετρα. Ειδικά με την εξάπλωση των ηλεκτρικών και των αυτόνομων αυτοκινήτων, το σημερινό μοντέλο ενδέχεται να κριθεί παρωχημένο. Η Ελλάδα ήδη εξετάζει τρόπους σταδιακής μετάβασης σε ψηφιακά, δυναμικά τέλη κυκλοφορίας, όπου ο κάθε οδηγός θα πληρώνει ανάλογα με το πόσο και πού κινείται.













