Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου, 2026
spot_imgspot_img

Τελευταία Θέματα

spot_img

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Πιτ για Μπιτ!

ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Η Ύδρα, ένα νησί που ταυτίστηκε με την ηρεμία, την αισθητική και την ελίτ της τέχνης, μετατρέπεται σε «πίστα» καταδίωξης διασημοτήτων, όπως ο Μπραντ Πιτ, που ανάγονται σε «Κέρατα της Αμάλθειας», σύμβολα, δηλαδή, της αφθονίας!

Το ότι μια ξένη παραγωγή κινηματογράφου επέλεξε το όμορφο νησί του Αργοσαρωνικού για φυσικό της ντεκόρ, είναι είδηση. Το ότι ο κάθε δημοσιογραφίσκος με την ευλογία του Μέσου που υπηρετεί, απαθανατίζει σε όλες και μας ενημερώνει για όλες τις κινήσεις του πρωταγωνιστή της, είναι κατάντια.

Το έχουμε ξαναζήσει στο παρελθόν, όμως δεν περίμενα στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα να γελοιοποιείται το Μέσο Ενημέρωσης με τρόπο επαρχιώτικο των δεκαετιών του 1950, 60,70, να ξεφτιλίζεται Μπιτ για Μπιτ, που λένε κάτι απομεινάρια ντοπιολαλιάς παλιάς εποχής, για έναν όμορφο Πιτ.

Στην Ελλάδα υπάρχει, ακόμη και σήμερα, μια τάση να θεωρούμε εθνική επιτυχία το ότι ένας σταρ επέλεξε τη χώρα μας να κάνει τις καλοκαιρινές βουτιές του, και δη τη Μύκονο, λες και η παρουσία του μας δίνει μια αξία, που δεν την έχουμε από μόνοι μας.

Είναι η εύκολη δικαιολογία των Μέσων να λένε «αυτά θέλει ο κόσμος», αλλά η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Όταν το τηλεοπτικό και ψηφιακό τοπίο κατακλύζεται από την ίδια χαμηλή ποιότητα, ο θεατής παύει να έχει επιλογές και τελικά εθίζεται στην ευκολία του κουτσομπολιού.

Αυτός ο φαύλος κύκλος ενισχύει την υποτίμηση της νοημοσύνης. Τα ΜΜΕ θεωρούν το κοινό ανίκανο να παρακολουθήσει κάτι πιο βαθύ, οπότε του «σερβίρουν» Αντζελίνα Τζολί ή Τομ Χανκς ή Μπραντ Πιτ και lifestyle. Προωθούν, συνειδητά ή όχι, τον εθισμό στον καταραμένο υποβιβασμό της οντότητάς μας: «Αυτοί έχουν δυσθεώρητο ύψος μπροστά στον νανισμό των κοινών θνητών».

Οι ειδήσεις πλέον σχεδιάζονται για να προκαλούν συναίσθημα (περιέργεια, θαυμασμό ή οργή) και όχι σκέψη.

Είναι μια μορφή πολιτισμικής κατρακύλας. Όταν η καθημερινή ατζέντα ορίζεται από το αν ο Χολιγουντιανός σταρ περπάτησε εκεί, κάθισε εδώ, σηκώθηκε όρθιος στη θαλαμηγό του, χαιρέτησε εγκάρδια τον ντόπιο που τον ακολουθούσε ή φιλοδώρησε τον σερβιτόρο, τότε η κοινωνία εκπαιδεύεται να αγνοεί τα ουσιαστικά, τα οποία συνήθως είναι σκοτεινά ή απαιτούν πνευματικό κόπο.

Ο επαρχιωτισμός που δέρνει τον τόπο μας, δεν έχει να κάνει με τη γεωγραφία, αλλά με μια νοοτροπία πνευματικής υποτέλειας. Όταν τα τοπικά Μέσα Ενημέρωσης συμπεριφέρονται σαν «θαυμαστές» και όχι σαν επαγγελματίες απέναντι σε μια ξένη λαμπερή διασημότητα, επιβεβαιώνουν ακριβώς αυτό το αίσθημα κατωτερότητας.

Το κλασικό κυνήγι μιας δήλωσης του τύπου «Η Ελλάδα είναι παράδεισος» είναι μεν μια επιβεβαίωση, αλλά μεταφράζεται σε ανάγκη. Χρειαζόμαστε τη σφραγίδα έγκρισης από έναν δημοφιλή αστέρα για να νιώσουμε ότι η χώρα μας αξίζει.

Αντί για δημοσιογραφική κάλυψη, βλέπουμε μια υποτακτική στάση. Η κάμερα δεν καταγράφει απλώς, αλλά «προσκυνά» τη λάμψη του Χόλυγουντ, θεωρώντας την ανώτερη από κάθε εγχώρια είδηση.

Η έλλειψη αυτοπεποίθησης είναι παρούσα, επειδή τα Μέσα αντανακλούν μια κοινωνία που συχνά νιώθει «μικρή» στη διεθνή σκηνή. Έτσι, η παρουσία του Μπραντ Πιτ δεν αντιμετωπίζεται ως μια απλή επίσκεψη, αλλά ως ένα κοσμοϊστορικό γεγονός που μας βγάζει από την αφάνεια.

Γελοίο και μόνο να το συζητήσει κάνεις. Αλλά γιατί το μεγεθύνουμε; Εδώ μια πλαστικοποιημένη influencer είναι καθημερινός επισκέπτης των δελτίων ειδήσεων και των ιστοσελίδων ποικίλης ύλης, άρα το gossip θέμα είναι το εργαλείο αυτής της κουλτούρας, που καλλιεργούν επισταμένως σελίδες – θύτες και αναγνώστες – θύματα.

Είναι, πιθανώς, ο πιο εύκολος τρόπος να νιώσει κανείς «κοντά» σε κάτι δήθεν μεγάλο, χωρίς να χρειάζεται να το αναλύσει. Όταν ασχολούμαστε- πομποί και δέκτες – με το τι παρήγγειλε ο σταρ, υποβιβάζουμε ακόμη περισσότερο το δικό μας, καθημερινό «φτηνό» επίπεδο, νιώθοντας ταυτόχρονα μια ψευδαίσθηση οικειότητας.

Επομένως, τα Μέσα δεν κάνουν απλώς λάθος επιλογές. Αντανακλούν την παθογένεια μιας χώρας που ακόμα παλεύει να ορίσει την αξία της, χωρίς να περιμένει το «μπράβο» από το εξωτερικό.

Οπότε, στην Ύδρα του Λέοναρντ Κοέν, της αισθητικής και της σιωπής, παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες ένα θλιβερό υπερθέαμα: δεκάδες κάμερες και λαχανιασμένους ρεπόρτερ να καταδιώκουν τον Μπραντ Πιτ για μια θολή λήψη ή μια ανούσια δήλωση.

Τι ακριβώς καταγράφει ο φακός; Όχι την είδηση, αλλά την πτώση της δημοσιογραφικής αξιοπρέπειας. Όταν “σοβαρά” και “ασόβαρα” μέσα ενημέρωσης εξαντλούν τον τηλεοπτικό χρόνο στο αν ο χολιγουντιανός σταρ χαμογέλασε, θύμωσε, φόρεσε καπέλο μέχρι τ΄ αυτιά του και διάλεξε σωσίες του.

Ο Επαρχιωτισμός της Κλειδαρότρυπας κερδίσει χρυσό μετάλλιο. Συμπεριφερόμαστε σαν “ιθαγενείς” που είδαν για πρώτη φορά καθρέφτη. Αυτή η αγωνία να μας προσέξει ο ξένος, να μας πει ένα “I love Greece”, μαρτυρά μια βαθιά κουλτούρα υποδεέστερου που αναζητά απεγνωσμένα επιβεβαίωση.

Η έλλειψη αισθητικής σε πρώτο πλάνο σε όλα τα κανάλια. Είναι αποκρουστικό να βλέπεις τον επαγγελματία δημοσιογράφο να μετατρέπεται σε άτακτο παπαράτσι, τρέχοντας πίσω από μαύρα γυαλιά και σωματοφύλακες, προκαλώντας μόνο ετεροντροπή.

Το κοινό καταναλώνει αυτό που του σερβίρουν. Αλλά όταν το μενού περιλαμβάνει μόνο υποβαθμισμένο κουτσομπολιό, η κοινωνία εθίζεται στην ασημαντότητα.

 ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ