της Αναστασίας Τερζόγλου
Ο Περικλής μετά τον στρατό αποφάσισε να γυρίσει στην ξένη χώρα, που τελικά τον γηροκόμησε. Δεν το είχε σχεδιάσει απ’ αρχής. Προέκυψε. Ήταν απόρροια συγκυριών και περιστάσεων.
Όταν επέστρεψε στο Μόντρεαλ αναζήτησε εργασία σε εστιατόρια. Γρήγορη και εύκολη λύση επιβίωσης. Η καλή του διαγωγή τον προήγαγε σε διευθυντή των σερβιτόρων. Για μερικά χρόνια διηύθυνε το εστιατόριο που αρχικά προσελήφθη.
Κάποια καινούργια ευκαιρία, αργότερα τράβηξε την προσοχή του. Η προσφορά εργασίας σε κρουαζιερόπλοιο. Φυσικά αυτή η ευκαιρία του δόθηκε λόγω της βελτίωσης των αγγλικών του. Η ζωή στο κρουαζιερόπλοιο, ακόμη και για το πλήρωμα, ήταν ονειρεμένη. Ταξίδευσε σε όλο τον κόσμο, έκανε πολύ καλές γνωριμίες και κέρδισε αρκετά χρήματα. Όμως βελτίωσε και κακές συνήθειες, που τις είχε ξεκινήσει, από το Μόντρεαλ. Χαρτοπαιξία, οινοποσία και υπερβολικό κάπνισμα. Συνήθειες που αναπτύσσουν, συνήθως εργένηδες και άνθρωποι που λόγω των επιλογών τους, δεν παραμένουν σε έναν τόπο. Με όλα αυτά και αρκετά άλλα, που ο καθένας μπορεί να φανταστεί, για ανθρώπους που τους διέπουν, πάθη, περνούσε την ζωή του, ο Περικλής.
Μεστωμένος άνδρας πλέον προσπαθούσε να υπεκφύγει από το πεδίο υποχρεώσεων δημιουργίας οικογένειας, επικαλούμενος δικαιολογίες, ενώ στην ουσία, δεν ήθελε να προσπαθήσει, να δαμάσει τα πάθη του. «O χαρτοπαίκτης, δεν πρέπει να έχει οικογένεια», πάντα έλεγε. Αναμφισβήτητα έχει δίκιο, όμως μπορούσε να αποβάλει την χαρτοπαιξία απο την ζωή του και ότι συνεπάγεται μ’ αυτήν. Δεν τον προσέλκυσε τίποτε σοβαρά, ώστε να γίνει κίνητρο αποτοξίνωσης. Στο ίδιο πάθος είχε υποπέσει, πρώτος ο αδελφός του. Παντρεμένος ών, είχε οικογενειακά προβλήματα, όπως είναι αναμενόμενο. Αυτή η εμπειρία, αποθάρρυνε τον Περικλή, να σκεφτεί, πιθανότητα έγγαμου βίου. Όμως και η ζωή, στο κρουαζιερόπλοιο δεν καλλιεργούσε τέτοιου είδους έδαφος. Περισσότερο τον οδηγούσε σε ξέφρενο γεμάτο πάθη, βίο. Τα καλά του νιάτα, πέρασαν με αυτόν τον τρόπο και τον εξασθένησαν. Παρ’ όλο που ήταν λεβεντάνθρωπος. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την θάλασσα και να μείνει στο Μόντρεαλ. Μεσήλικας πλέον, εργάστηκε σε κεντρικό μπαρ, της πόλης. Εκεί, επίσης έκανε πολύ καλές γνωριμίες. Διότι παρήλαυναν προσωπικότητες. Γνωστοί δικηγόροι, έμποροι, γιατροί, της κοινωνίας του Μόντρεαλ, στην προσπάθεια τους να χαλαρώσουν μετά την πολυάσχολη, επίπονη μέρα τους, κατέληγαν στα μπαρ του κέντρου, για ένα ποτήρι λησμονιάς και λύτρωσης. Κάποιοι από αυτούς, γνωρίζοντας ότι η επιστροφή στο σπίτι τους, μπορεί να τους στοίχιζε γερό πρόστιμο, στην καλύτερη περίπτωση, στο νοσοκομείο, ή στο νεκροταφείο στην χειρότερη, πρότειναν στον Περικλή, να τους κάνει τον σωφέρ, μετά το πέρας της εργασίας του. Δεν αρνιόταν. Αυτή του η προθυμία, τον έκανε αγαπητό και χρήσιμο, σε επιφανείς ανθρώπους. Αυτός ο τρόπος ζωής συνεχίστηκε για πολλά χρόνια. Σε εποχές διακοπών, μετακινείτο στο Μαϊάμι, στο Λας Βέγκας, στην Ν. Υόρκη και πάντα κατεφεύγε στα καζίνα. Παρασυρόμενος από το πάθος που του ροκάνισε ανελέητα την ζωή και την προκοπή του. Έφτασε βέβαια αισίως στην σύνταξη. Δεν μπόρεσε όμως ποτέ να επιστρέψει στην Ελλάδα. Με αυτή την προοπτική μετανάστευσε από τον Πειραιά κάποτε. Τώρα ζει σε πανσιόν για χαμηλοσυνταξιούχους. Χάνει το φως του από άγνωστη αιτία. Ίσως ήλθε η ώρα της περισυλλογής. Η κατάθεση ζωής του Περικλή στον Κανάδα, δεν άφησε καρπούς. Ούτε καν απογόνους. Οι φίλοι που παίρνουν τηλέφωνο, είναι οι λάτρεις της τράπουλας. Αυτοί μόνο ενδιαφέρονται, αν θα είναι ο τέταρτος στο τραπέζι με την πράσινη τσόχα.
Θλιβερή φιγούρα, καθώς σιγοσβήνει η ζωή του, πορεύεται δίχως όνειρα. Δίχως ελπίδα. Οι μέρες ξημερώνουν και νυχτώνουν και όσο προχωρά η ασθένεια των ματιών του, σκοτεινιάζουν από το χάραμα. Αναζητά πρακτικές της φύσης να επαναφέρει το φως του, άλλα η μεγαλούπολη δεν βοηθά.
Η ζωή σε μικρό τόπο, σε ένα χωριό ίσως, με καθαρό αέρα και τα βότανα, βάλσαμα της Ελληνικής γης, θα επανέφεραν τις φθορές μέσα κι έξω. Γλύκαιναν τα γηρατειά. Οι καφενέδες των μικρών τόπων, είναι γιατροί. Συνάζονται εκεί οι γέροντες και επιστρέφουν στα σπίτια τους, εκτονωμένοι. Τις ομορφιές και την γλυκιά γη που εγκατέλειψε, αναθυμάται ο Περικλής και μελαγχολεί. Δεν υπάρχει ούτε ένας μετανάστης, που στα στερνά του, δεν λαχταρά την γη που τον εγέννησε.
