Σαν μην έφυγαν ποτέ. Δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη τους εμφάνιση από τον «Κέδρο» επιχειρούν δεύτερο ταξίδι φέτος, από την «Κάπα Εκδοτική», το ίδιο ελκυστικές, «κινηματογραφικές» και καθόλου ξέθωρες.

Το συναρπαστικά καινούργιο στον αναγνώστη είναι η «άγνωστη» λεπτομέρεια. Ό,τι είχε ξεφύγει στην πρώτη ανάγνωση, ό,τι είχε περάσει σε δεύτερο πλάνο, κερδίζει τώρα τη διάκριση που του αξίζει . Όπως στην επανάληψη μιας λατρεμένης ταινίας ο θεατής παρακολουθεί καρέ-καρέ την εξέλιξη σε μια σκηνή, έτσι και στη σελίδα του βιβλίου ο αναγνώστης επεξεργάζεται λέξη – λέξη την κάθε σειρά και εκστασιάζεται από τον ρεαλισμό μα και την ποίηση στην περιγραφή, από τη λάμψη των «κοσμημάτων» της ελληνικής γλώσσας ή από τη μεταφορική λαλιά των πουλιών του λιμανιού. Τούτη η σημασία στη λεπτομέρεια μεγεθύνει την αξία του συγγράμματος και, κυρίως, τοποθετεί τον συγγραφέα σε περίοπτη θέση, εκεί όπου επανεκτιμάται ένας εκλεκτός τεχνίτης, όταν η δεξιότητα της τέχνης του επαναπροσδιορίζεται προς την ανιούσα.

Το εξαιρετικά αξιοθαύμαστο στον γεννήτορα της πλοκής είναι η ενδελεχής γνώση της ιστορίας μας και, όντως, ο Αξιώτης βυθίζεται σ’ αυτήν με ακρίβεια χειρουργού σε ευαίσθητη σάρκα. Το λέω, επειδή επαγγελματίες της γραφής και της άποψης έχουνε μάθει, λίγο ως πολύ, να χειρίζονται τις σοκαριστικές ανατροπές, τις διαψεύσεις και τις ακραίες αντιφάσεις της σημερινής εποχής. Έχουνε εξοικειωθεί με τους πολιτικούς κλυδωνισμούς και με τις δόσεις παραλογισμού, όσο και αν σαστίζουνε στιγμιαία με τις συνεχείς ανατροπές δεδομένων.

Ο λογοτέχνης Διαμαντής Αξιώτης επιδέξια παραθέτει αληθινά γεγονότα κοινωνικοπολιτικά, σαν να ήταν συνιστώσα δρώσα στην εποχή του 1902 και μετά του 1920, του 1940, του 1950,του 1967, του 1977. Δεν αρκεί η βιβλιογραφία, δεν αρκεί η πνευματική διαύγεια ή οι επίκτητες γνώσεις ή το γενετικό ταλέντο στη ροή του λόγου. Οι συντελεστές μιας ιστορικής κινηματογραφικής ταινίας είναι δεκάδες. Από τον σεναριογράφο έως τον φωτιστή και τον σκηνογράφο. Στον «κινηματογραφικό» ρυθμό ενός λογοτεχνικού έργου, ο μάστορας-αρχιτέκτονας είναι ένας. Αυτό το θειο χάρισμα, όσο καλλιεργημένο κι αν είναι, απαιτεί ικανότητα ακροβάτη σε τεντωμένο σχοινί. Γι’ αυτό οι «Πλωτές Γυναίκες» – ένα κατ’ εξοχήν έργο εικόνων – που, όμως, έχει την αύρα του Καραγάτση, την ελεγεία αρχαίου Έλληνα δραματουργού, αφού διακρίνουμε ιδιότητες όπως ελεγείες της αγάπης, ελεγείες φιλοσοφίας, σοφιστικές, στοχασμού, αλλά και «άρωμα» παλαιότερων ονομάτων, όπως του Βαλαωρίτη, του Καρυωτάκη, του Παλαμά ή του Καβάφη. Φυσικά, το μέγα προσόν του Αξιώτη είναι η λεξιπλασία, είναι ο χειρισμός της ελληνικής γλώσσας με τρόπο λαχταριστού εδέσματος. Απίστευτα «εύγευστου», εμπλουτισμένου με «καρυκεύματα» δικής του επινόησης. Ένας αληθινός «μάγος» της γραφής, ένας Καβαλιώτης ιστοριοδίφης, ένας λογοτέχνης-λαογράφος, ένας «ντοκιμαντερίστας» του 20ου αιώνα που ζει στην Καβάλα του 21ου, με εργαλείο την πένα του.

Στις «Πλωτές Γυναίκες» ο άξονας είναι μια οικογένεια που «φόρεσε» το εύηχο όνομα Δούκας για να τονίσει τη Βυζαντινή της καταγωγή και με όχημα την πόλη της Καβάλας ταξιδεύει στον χρόνο, ενώ η τοιχογραφία της σύντομα δραπετεύει από

τα όριά της και αποκτά οικουμενική διάσταση. Άλλωστε, στην περιπλάνηση του νου στα ογδόντα περίπου χρόνια που απλώνεται η ιστορία, φωτίζει η Καβάλα ως πολυσήμαντο κέντρο στο σταυροδρόμι του Νότου κι επειδή το συναίσθημα, το εμπορικό δαιμόνιο, το συμφέρον, οι ερωτικές καρδιακές παλινδρομήσεις, οι εγκεφαλικές διεργασίες ανάλογες ευθέως των ερεθισμάτων, οι αλληλουχίες επιθυμίας, απέχθειας, αποστροφής και ξανά έλξης της όποιας γοητείας είναι χαρακτηριστικές ανθρώπινες ιδιότητες μα και ανθρώπων έργα, περνά ο αναγνώστης παράλληλα με τα γεγονότα και μέσα από όλο το πέλαγος των ανθρώπινων συμπεριφορών.

Δούκας Κωνσταντίνος και οι γυναίκες του. Κραταιές, αδύναμες ή ευαίσθητες, ονειροπόλες ή ονειροπαρμένες, αφού «με τα όνειρα σχετίζονται οι πιο γοητευτικοί, αλλά και οι πιο επιρρεπείς στο σφάλμα», όπως είχε πει η Ελισάβετ της Πλουσίας στην Αλεξάνδρεια, στην οποία Πλουσία άρεσε ο τίτλος «Γοητευτική των Ονείρων».

Ο καπνός και το στέμμα ορίζουν επιθυμίες και κινήσεις της φαμίλιας. Τρωτός και αλαζόνας ο «αρχηγός», απαρνείται μια φορά το «πολύτιμο» ονομαστικό σκεύος «Δούκας» και γίνεται Διασούρης, όταν ταγματασφαλίτης ων σώζει το τομάρι του πίσω από το αληθινό μεν, άγνωστο δε όνομά του. Λογικά περιθωριοποιείται και μένουν στο προσκήνιο οι «πλωτές γυναίκες» να ταξιδέψουν τον αναγνώστη σε κύματα απαλά σα χάδι ή σε σκοτεινά του φόβου, σε βεγγέρες και ελιτίστικες διασκεδάσεις καπνεμπόρων, στον πυρετό της αρρώστιας των φτωχών, τη φυματίωση, στη μυρωδιά του καπνού, στο καταραμένο δικέφαλο πουλί των συνταγματαρχών που καταβρόχθισε τη βασιλεία και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Η λογοτεχνία βρίθει από γυναικείους χαρακτήρες που είναι ανίκανες να αναπτύξουν πρωτοβουλίες πέρα εκείνων του σπιτιού και της οικογένειας, αφού το μόνο που τους επιτρέπεται είναι να κοιτούν τον κόσμο να τους προσπερνά, αλλά όχι να συμμετέχουν ενεργά σε αυτόν. Γυναίκες που τρελάθηκαν, ή πλήρωσαν αδρά το τίμημα του λάθους τους να ενδώσουν στο αμάρτημα του έρωτα, για παράδειγμα, ή της ίδια τής ζωής. Σε αντιπαράθεση όλων αυτών, εξαίρεση και αχτίδα φωτός αποτελεί ο Παπαδιαμάντης με τα γνωστά πεζογραφήματά του στα οποία πρωταγωνιστούν γυναίκες διαφορετικές που προκαλούν με την αντισυμβατική και προκλητική για τα ήθη της εποχής συμπεριφορά τους. Θα μπορούσε, λοιπόν, να ορμηνευτεί ο συγγραφέας κι απ’ αυτόν, όπως το έκανε από τον Χριστιανόπουλο ή τον Κοροβίνη ή τον ντόπιο Πρασίνη, αλλά ξεχώρισε μόνο την Πλουσία ως δυναμική γυναίκα και όχι τις κόρες της. Πιθανώς, γιατί η καπνομάνα Καβάλα δε γέννησε το ιδιαίτερο κορίτσι ή αν το έκανε, δεν κινήθηκε καμιά πένα να καταγράψει τη διαδρομή του. Σίγουρα, στις αιματηρές κινητοποιήσεις των καπνεργατών θα υπήρχαν μπροστάρισσες γυναίκες, που όμως έμειναν άγνωστες στο πλήθος.

Όταν «έρχεται» στην οικογένεια ο ξανθός αδερφός Μιχάλης, έκτο στη σειρά παιδί του Κωνσταντίνου, η πλοκή αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Οι γυναίκες πολλαπλασιάζονται, ενώ απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στη συγκράτηση ονομάτων (εντυπωσιακή η ανθολογία σύνθετων γυναικείων με πρώτο συνθετικό τη λέξη «άνδρας») και στην εναλλαγή χώρων και χρόνων, ώστε να μη χαθεί η συνοχή.

Τον Δεκέμβριο του 1967 ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος ήρθε στην Καβάλα, για να ηγηθεί απόπειρας ανατροπής της χούντας και επαναφοράς της δημοκρατίας. Γρήγορα συνειδητοποίησε πως οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια θα μπορούσε να οδηγήσει σε αιματοχυσία, κι έτσι αναχώρησε με την οικογένειά του για τη Ρώμη, όπου έζησε ως το 1973. Το χρονικό αυτό έγινε γλαφυρός πρόλογος στις «Πλωτές Γυναίκες». Ο επίλογος γράφεται από καινούργιας γενιάς «πλωτές γυναίκες» δέκα χρόνια αργότερα και στην εποχή της ευφορίας καπνών και ευπορίας καπνεμπόρων, όπως ο Ιορδάνης Ιορδάνου. Το γένος των Δούκα συνεχίζει και πάλι ένας Μιχάλης. «Όμορφος και συνεσταλμένος σαν Ιταλική ζωγραφιά».

Το απρόοπτο έχει θέση στην αφήγηση και είναι ο καταλύτης των εξελίξεων που αφήνει γλυκόπικρη γεύση στον αναγνώστη. Πραγματικά και φανταστικά πρόσωπα παρελαύνουν στις πυκνές σελίδες του βιβλίου, αξιώματα και άνθρωποι σπουδαίοι, λιγότερο σπουδαίοι ή και καθόλου, κομμάτια από το πονεμένο παρελθόν της φυλής μας, η Ανατολή με τις μυρωδιές της και τις ιδιαιτερότητες της, φρονήματα και επιρροές στους άγοντες και φέροντες κάτω από σημαίες και μπαλκόνια, τιμημένα πρόσωπα που κοσμούν σήμερα οδούς της πόλης και μια βαθιά ικανοποίηση που κερνά η τέχνη του λόγου.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ