ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Εκείνος, προχώρησε με παράστημα Μεγαλέξανδρου, σέρνοντας μπροστά του κάτι πέτρες του πεταματού και αφήνοντας πίσω του μια αντάρα σκόνης, πανικό και μια εντύπωση «νικητή» κάλπικης μάχης!
Μερικοί τύποι, άνευ σημασίας, τον χαζεύανε και ψιθυριστά σχολιάσανε: Σακάκι μαύρο, σαν την ψυχή του, παντελόνι μοδάτο, ψαράδικο, μπατζάκια μέλανα πιότερο κι απ’ το πένθος, να πέφτουνε ίσαμε τον αστράγαλο, η μόδα για, να φαίνεται η γύμνια λίγο πάνω από τη φτέρνα. Αηδίες, δηλαδή.
Θες ο φόβος απ’ το σουλούπι του, θες η φήμη που’ σερνε ως κακορίζικος και γλωσσοφαγάνας μεγίστης κλίμακας, συν τα χρονάκια στα έδρανα της αμαρτίας, ενδομύχως έβραζε η λαχτάρα να τον κάνουνε ξεφτίδι, να του ψαλιδίσουνε την έπαρση, μπορεί και την πρόσοψη.
Ποιον; Αυτόν! Που κανείς δεν ξέρει πόσα νταμάρια μάρμαρο γίνανε σταυροί και ταφόπλακες των οχτρών του.
Χριστός κι Απόστολος! Η τόλμη η ψεύτικη λάκισε, σαν τα σπουργίτια που λαχτάρισαν, άμα τη εμφανίσει του. Εδώ δεν τα βγάζουν πέρα μαζί του κοτζάμ Πρόεδροι, θα τον κάνει ζάφτι ο πάσα εις ανύπαρκτος σε καταλόγους επωνύμων;
Είναι ένας Παρλαπίπας, να λέμε την αλήθεια, που κονταροχτυπιέται στα ίσα, αλλά άμα τα όπλα είναι ακονισμένα στον ίδιο τροχιστή, το αποτέλεσμα μηδέν, που σημαίνει για το πλήθος, ισοπαλία.
Αυτοί οι δύο ξιφομαχούν συχνά- πυκνά, μηνύσεις πέφτουν σαν το χαλάζι, το κλου, όμως, έρχεται από το γυαλί, καθότι η μαγκιά του αέρα πουλάει. Τόσοι και τόσοι νοματαίοι ζούνε- καλοζούνε κόλας – απ΄ τα τραπέζια τα στρογγυλά, τα ορθογώνια κ.λ.π., χώρια που το πλήθος διψάει για πρώτο τραπέζι πίστα στη μονομαχία, αφήνω και τους παράδες που τρέχουν στα στοιχήματα τα κρυφά, στα φανερά ουδείς τόλμησε να τζογάρει, ένεκα οι εγκλήσεις που λέγαμε πιο πριν.
Όσο για το παράβολο υπέρ του Δημοσίου, που ο εγκαλών υποχρεούται να καταθέσει, αστείον το ποσόν δια τους περί ων ο λόγος, επειδή και έχουν και κατέχουν αυτοί οι «μαχητές».
Για να λέμε τα σύκα- σύκα και τη σκάφη -σκάφη, υπάρχει και η ατιμωρησία που ανεβάζει τον πήχη της παράστασης και την καθιστά σώου αξεπέραστο και άκρως διασκεδαστικό στο φιλοθεάμον κοινό, ενδυναμώνει και τους κλακαδόρους ένθεν κακείθεν και μακροημερεύει. Μιλάμε για χρόνια και ζαμάνια.
Μην ξεχνάμε ότι και ο Νταρντάνος και ο Παρλαπίπας δεν είναι ό,τι κι ό,τι σαν και κείνους τους τυχάρπαστους που μοιράζουν τα σχόλια με βάρδιες. Σήμερα αυτόν, αύριο τον άλλον.
Είναι βαριά ονόματα, πρόσωπα περιωπής, ενίοτε περί ντροπής, αλλά είναι αλήθεια πως, όταν βλέπεις ανθρώπους σε θεσμικούς ρόλους να ανταλλάσσουν τσεκουράτες κουβέντες χωρίς άμεσες επιπτώσεις, η κατάσταση θυμίζει κακόγουστη κωμωδία, παρά σοβαρή πολιτική διαδικασία.
Και βέβαια είναι θεσμός στην κοινωνία, ασχέτως πολιτεύματος, να ξεχωρίζει ένας που απειλεί και στοχεύει πανταχού με βέλη ποτισμένα στο φαρμάκι κι ακόμα ένας που θα ήθελαν οι τιποτένιοι, οι κατωτάτου, να τον φτύσουν πατόκορφα, αλλά καλοκάθεται σε ψηλό στασίδι, οπότε φτύνουν καταγής κι έχουν την ΥΓΕΙΑ τους. Φαινομενικά, τουλάχιστον.
Ο λαός ο φουκαριάρης, βλέπει, ακούει, σχολιάζει κατά το δοκούν –που λένε κι οι γραμματιζούμενοι– αλλά βγάζει και συλλογισμούς που όλοι παραδέχονται πως είναι λόγια σοφά. Όπως, για παράδειγμα, «δουλειά δεν είχε ο διάολος, έπλεκε πουλόβερ». Να, αυτό κάνουν και οι πρωταγωνιστές του σατιρικού χρονογραφήματος, πρόσωπα μυθοπλασίας, μη φανταστείς κάτι απτό, εξόν κι αν καλπάζει αχαλίνωτη η δικιά σου.
Ο μεν Νταρντάνος με χωρίστρα στο κεφάλι που ρίχνει δυο κουρτίνες, μια αριστερά, μια δεξιά, όπως ακριβώς και η ψυχοσύνθεσή του, εξού και ο φόβος και ο τρόμος που εκλύει ένα του βλέμμα και μόνο, ο δε Παρλαπίπας δεν άφησε το κρανίο του να λάμπει στον ήλιο, αναφαίρετο δικαίωμά του, βεβαίως.
Πλέκουν, το λοιπόν, το δικό τους πουλόβερ με τις κλωστές του ο καθείς, και κείνοι οι άνευ σημασίας τύποι, σχόλασαν τη μάζωξη με τη συνηθισμένη τους φράση, δάνειο από την Αγία Γραφή: «Μη φοβού Μαριάμ, ο Κύριος με τα Σου».
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ







