spot_img

Τελευταία Θέματα

spot_img
spot_img
spot_img

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

spot_img

«Εδώ ο κόσμος καίγεται και η γριά χτενίζεται»

του Παύλου Λεμοντζή

Η γνωστή παροιμία χρησιμοποιείται για να περιγράψει ανθρώπους που ασχολούνται με ασήμαντες μικροπρέπειες, ενώ γύρω τους συμβαίνει μια τεράστια καταστροφή ή επικρατεί απόλυτο χάος. Αυτό που ζούμε δηλαδή, κάθε φορά που ανοίγουμε το δελτίο ειδήσεων, δεν έχει σημασία σε ποιο κανάλι. Όλα έχουν τον ίδιο στόχο. Νούμερα τηλεθέασης πρωτίστως, και δευτερευόντως ενημέρωση στα της επικαιρότητας, Το ποσοστό που χαρίζει το δελτίο στην πολιτική, στην κοινωνία, στον άνθρωπο ως μονάδα, στο σύνολο ως κατηγορία έμβιων όντων, εξαρτάται από την ανταπόδοση του κοινού που στέλνει ό,τι του επιτρέπουν η παιδεία του και, ασφαλώς, οι πολιτικές του πεποιθήσεις.

Στο μεταξύ, έμαθα ότι προέλευση της παροιμίας κρύβει πίσω της μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική και δραματική στιγμή.

Η επικρατέστερη εκδοχή μάς μεταφέρει στις 29 Μαΐου 1453, τη μέρα που έπεσε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Οθωμανών.

Κατά τη διάρκεια της τελικής επίθεσης, επικρατούσε απόλυτος πανικός. Οι στρατιώτες του Μωάμεθ Β’ είχαν σπάσει την άμυνα, οι καμπάνες χτυπούσαν δαιμονισμένα, οι δρόμοι είχαν γεμίσει χαλασμό και οι κάτοικοι έτρεχαν έντρομοι για να σωθούν.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό της απόλυτης καταστροφής, λέγεται ότι ένας βυζαντινός άρχοντας ή στρατιώτης πέρασε έξω από ένα σπίτι. Κοιτάζοντας μέσα από το παράθυρο είδε μια ηλικιωμένη γυναίκα (σύμφωνα με καταγραφές, μια ιερόδουλη της εποχής) να κάθεται ήρεμη μπροστά στον καθρέφτη της και να χτενίζει τα μαλλιά της, τελείως αποκομμένη από τον όλεθρο που συνέβαινε ακριβώς έξω από την πόρτα της.

Αγανακτισμένος από την πλήρη απάθεια και την επιπολαιότητά της, φώναξε τη φράση:

«Εδώ ο κόσμος χάνεται και η γριά χτενίζεται!»

Η φράση αποδείχθηκε τόσο εύστοχη που διαδόθηκε αμέσως από στόμα σε στόμα στο πέρασμα των αιώνων.

Όταν παρακολουθεί κανείς τις μεγάλες κρίσεις που ξεσπούν παγκοσμίως —από τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές αναταράξεις στην Ευρώπη, μέχρι την παρατεταμένη δοκιμασία της Βενεζουέλας— η αντίθεση με την εγχώρια πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να μοιάζει χαοτική και απογοητευτική.

Η αίσθηση ότι ο πολιτικός λόγος συχνά αναλίσκεται σε υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, αντί να εστιάζει στην ουσία και τη λύση των πραγματικών προβλημάτων, είναι μια απογοήτευση που μοιράζονται πολλοί πολίτες σήμερα.

Υπάρχει μια τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στον μικρόκοσμο της εγχώριας πολιτικής «κουζίνας» που, συχνά, ανακυκλώνει ποσοστά, τάσεις δημοσκοπήσεων και επικοινωνιακούς καυγάδες και στα όσα συγκλονιστικά και πρωτόγνωρα συμβαίνουν στον πλανήτη.

Οι ακραίοι καύσωνες που σπάνε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, οι καταστροφικοί σεισμοί και οι απώλειες ανθρώπινων ζωών παγκοσμίως αντιμετωπίζονται συχνά στα δελτία ειδήσεων σαν απλά «διεθνή νέα», την ίδια ώρα που αφιερώνονται ώρες σε αναλύσεις για το ποιο κόμμα ανέβηκε ή έπεσε μισή μονάδα. Φυσικά, μετά τα δελτία ακολουθούν στρογγυλά ή παραλληλόγραμμα τραπέζια με καλεσμένους πολιτικούς εκπροσώπους και τα ίδια βαρετά θέματα.

Τα ΜΜΕ και οι πολιτικοί τείνουν να πιστεύουν ότι ο κόσμος ενδιαφέρεται μόνο για ό,τι συμβαίνει στην «αυλή» του, υποτιμώντας την κρισιμότητα των παγκόσμιων γεγονότων.

Η συνεχής ενασχόληση με τις δημοσκοπήσεις συντηρεί ένα κλίμα μόνιμης προεκλογικής περιόδου, το οποίο βολεύει το πολιτικό σύστημα για να κρατά την προσοχή στραμμένη σε ελεγχόμενα, κομματικά θέματα αντί για τις πραγματικές, παγκόσμιες απειλές (όπως η κλιματική κρίση) που απαιτούν βαθιές και δύσκολες αλλαγές.

Είναι εξοργιστικό, γιατί αυτές οι «μακρινές» τραγωδίες δεν είναι καθόλου μακρινές. Οι καύσωνες και οι φυσικές καταστροφές που βλέπουμε έξω είναι η ίδια πραγματικότητα που χτυπά και τη δική μας πόρτα κάθε καλοκαίρι.

Ξέρουμε ότι τα ΜΜΕ είναι επιχειρήσεις που ζουν από την τηλεθέαση και αν το κοινό σταματήσει να «αγοράζει» το προϊόν της κομματικής αντιπαράθεσης και απαιτήσει ουσιαστική, κοινωνική και παγκόσμια ενημέρωση, η αγορά θα αναγκαστεί να προσαρμοστεί.

Αυτή η μετατόπιση, βέβαια, είναι η μεγαλύτερη πρόκληση. Όσο οι πολίτες εγκλωβίζονται στο θυμό ή στην οπαδική λογική των κομμάτων, το σύστημα ανακυκλώνεται. Η στροφή στην κοινωνική επικαιρότητα και στα πραγματικά προβλήματα του πλανήτη απαιτεί συνειδητοποιημένους πολίτες που αρνούνται να καταναλώσουν «εύκολο» και πολωτικό περιεχόμενο.

Ένα πρώτο, πρακτικό βήμα για να αρχίσει το Μέσο να στρέφει με ζέση την προσοχή του σε αυτά τα σοβαρά κοινωνικά και παγκόσμια θέματα, είναι το on – off στο τηλεκοντρόλ που κρατά στο χέρι του ο πολίτης – θεατής.

Όταν το κοινό γυρίζει την πλάτη στα τηλεοπτικά παράθυρα των πολιτικών καυγάδων και επιλέγει να ενημερωθεί για την κοινωνική πραγματικότητα, για τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης ή για τις μεγάλες ανθρωπιστικές προκλήσεις, στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα. Οι δείκτες τηλεθέασης είναι η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνουν πραγματικά οι καναλάρχες. Αν πέσουν τα νούμερα στις κομματικές συζητήσεις, η θεματολογία θα αλλάξει αναγκαστικά.

Επομένως, μποϊκοτάζ στην «πολιτική της ατάκας». Κλείνουμε την τηλεόραση ή αλλάζουμε κανάλι τη στιγμή που ξεκινά η στείρα κομματική αντιπαράθεση και οι αναλύσεις των δημοσκοπήσεων.

Στρεφόμαστε σε εναλλακτικές πηγές ενημέρωσης, ντοκιμαντέρ, διεθνή δίκτυα και ανεξάρτητα ρεπορτάζ που εστιάζουν στον άνθρωπο, στο περιβάλλον και στην κοινωνία.

Αντί να αναπαράγουμε τους καυγάδες των πολιτικών, μοιραζόμαστε και σχολιάζουμε ειδήσεις που αφορούν το κοινωνικό γίγνεσθαι, τις επιστημονικές εξελίξεις και τις παγκόσμιες κρίσεις.

Η πραγματική δημοκρατία και η αλλαγή δεν ξεκινούν από τις κάλπες κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά από το τι επιλέγουμε να βάλουμε στο μυαλό μας και πού δίνουμε την προσοχή μας κάθε μέρα.

Είναι μια σιωπηλή αλλά πανίσχυρη επανάσταση. Όταν ο πολίτης από παθητικός τηλεθεατής γίνεται συνειδητός καταναλωτής ειδήσεων, το σύστημα ενημέρωσης δεν έχει άλλη επιλογή από το να ακολουθήσει. Διότι, τελικά, αυτό που ζούμε στις μέρες μας συγκεντρώνεται στη φράση «εδώ ο κόσμος καίγεται και η γριά χτενίζεται».

 ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ