Της Αναστασίας Τερζόγλου
Ο Αριστείδης ήταν από ένα μικρό χωριό της Πελοποννήσου. Έφτασε στο Μόντρεαλ, έντεκα χρονών, εκατό χρόνια πριν. Ήταν από πολυμελή η οικογένεια. Δεν έφτανε το φαγητό για όλους. Οι γονείς αναγκάστηκαν να δώσουν το παιδί τους σε κάποιον μεγαλύτερο συγχωριανό, που ξενιτεύτηκε στο Μόντρεαλ. Έτσι, θα τάιζαν ένα στόμα λιγότερο, αλλά και το παιδί να χόρταινε ψωμάκι. Συνήθως η προοπτική ήταν βοηθός σε εμπορικό κατάστημα. Τότε, η παιδική εργασία δεν θεωρείτο αδίκημα.
Ο μικρός Αριστείδης, ήλθε στο Καναδά και παραδόθηκε σαν εργατικό δυναμικό σε έναν Εβραίο. Αυτός τον χρησιμοποιούσε άλλοτε στο εμπορικό του κατάστημα κι άλλοτε τον έστελνε στο σπίτι του, ώστε να βοηθά την γυναίκα του, στις διάφορες εργασίες του σπιτιού. Κουβαλούσε τα ψώνια, ανεβοκατέβαζε γεννήματα από το κελάρι και την βοηθούσε στην κουζίνα και στην καθαριότητα. Την Άνοιξη αναλάμβανε τον κήπο. Τον έσκαβε, τον καθάριζε, τον έσπερνε. Γέμιζε τα μεγάλα παρτέρια με λογής-λογής ζαρζαβατικά και λουλούδια. Καθώς ήταν από χωριό γνώριζε να καλλιεργεί. Τον εκτιμούσε ο Εβραίος και τον αγαπούσε η Εβραία σαν παιδί τους. Ήταν μικρός, αλλά πολύ εργατικός και φιλότιμος. Προσόντα που σε κάνουν αγαπητό σε κάθε εργοδότη.
Ο Αριστείδης ωρίμασε πολύ γρήγορα στην ξενιτιά, όπως είναι φυσικό.
Αναγκάστηκε να γίνει πρακτικός νους. Οι δυσκολίες, η μοναξιά, αλλά και το ένστικτο της επιβίωσης, τον γιγάντωσαν. Καθώς ήλθε μικρός, άρπαξε την γλώσσα αμέσως. Η συναναστροφή του με τους Εβραίους ήταν καταλυτική. Εκτός από την γλώσσα, απέκτησε εμπειρία στο εμπόριο. Έτσι, χωρίς αναστολή έκανε την δική του δουλειά με την πρώτη ευκαιρία. Συνδέθηκε με Γαλλίδα. Αυτή η γνωριμία ήταν η αιτία να μάθει την Γαλλική γλώσσα. Τα Αγγλικά και τα Γαλλικά στο Μόντρεαλ σου ανοίγουν όλες τις πόρτες. Διάπλατα άνοιξαν και για τον μικρό, ολομόναχο, Έλληνα μετανάστη. «Η τύχη, βοηθά τους τολμηρούς». Ασφαλώς, με πολύ βαριά καρδιά εγκατέλειψε την μητρική αγκαλιά. Και της μητέρας ο πόνος αβάσταχτος θα ήταν. Αλλά ο Καναδάς, γνωρίζει όλη η πλάση, πως είναι πλούσια χώρα, για τον εργατικό άνθρωπο. Το είχε ακούσει και η δόλια η μάνα του Αριστείδη. Να τον σώσει από την φτώχεια και την μιζέρια πάσχιζε.
Αυτά τα γεγονότα τον ανάστησαν σε πετυχημένο άνδρα. Παντρεύτηκε την Γαλλίδα χωρίς κανένα δικό του πλάι του. Μόνος του ήταν. Αντίρρηση καμία από κανένα. Διότι υπήρχε σοβινισμός, έναντι ξένων εισερχόμενων στην Ελληνική παροικία. Ίσως, ακόμη και σήμερα υφίσταται. Αλλά η νεολαία είναι κύμα ασυγκράτητο. Ενώνεται και προχωρά. Ευτυχώς, αφήνει πίσω τα στερεότυπα. Ο Αριστείδης ήταν προχωρημένος από τότε. Οι δυσκολίες τον έκαναν να εκτιμά τον άνθρωπο που του στέκεται, όχι την εθνικότητα που προέρχεται. Αγάπησε και δέθηκε με την γυναίκα του, γιατί τον στήριζε πιστά και σταθερά. Σοφά λέγεται «Η σταθερότητα είναι το μεγαλύτερο είδος ανδρείας». Γεννήθηκαν παιδιά από αυτήν την πλήρη σχέση. Οι δύο σύζυγοι, ήταν αγαπημένοι και προόδευσαν. Η Ελλάδα, έμεινε αχνά στην μνήμη. Κάποια γράμματα μόνο τον ένωναν με την οικογένεια του στην πατρίδα. Από αυτά έμαθε, ότι ο μικρότερος από τα αδέλφια του, σπούδασε ιατρική και εγκαταστάθηκε σε μια παραθαλάσσια, πανέμορφη πόλη της Βορειοανατολικής Μακεδονίας. Την Καβάλα.
Δεν είδε ποτέ τον αδελφό του. Τα παιδιά του όμως, αφού επισκέφτηκαν το χωριό του, μαζί με τα παιδιά τους, πέταξαν μέχρι την Καβάλα, ώστε να γνωρίσουν τους συγγενείς του πατέρας τους. Τα παιδιά του Αριστείδη με τα παιδιά τους, Έλληνες δεύτερης και τρίτης γενιάς, παραμένοντας Έλληνες, είχαν την επιθυμία να γνωρίσουν απο κοντά τους συγγενείς τους στην Ελλάδα, που τους καλοδέχθηκαν.
Έχουν εκτυλιχθεί χιλιάδες ιστορίες μεταναστών, υπενθυμίζοντας μας το μεγάλο ποσοστό του απόδημου Ελληνισμού. Η ραχοκοκαλιά της ανθρωπότητας αποτελείται από Έλληνες, που σχεδόν καθημερινά, δίνουν το στίγμα τους σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΤΕΡΖΟΓΛΟΥ
ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
ΝΙΣ – ΣΕΡΒΙΑΣ






