Σάββατο, 24 Ιουλίου, 2021

Δεν πεθαίνουν οι Νίκοι, Νίκο μου (της Ανδρομάχης Διαμαντοπούλου)

Ροή Ειδήσεων

Άρθρα & Απόψεις

Οικονομία

Εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΟΣ
Έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση από την εφημερίδα της Καβάλας "ΕΝΗΜΕΡΟΣ" και το Kavala Web News
spot_img

της Ανδρομάχης Διαμαντοπούλου

«Ο Νίκος πέθανε»

«Ποιος Νίκος»;

«Ο Νίκος της Χάιδως»

Σαν να σταμάτησε ο χρόνος…

Σαν κάποιος να με γρατζούνισε, να με έκοψε με μαχαίρι.

Δεν μπορεί, δεν γίνεται. Νέος, πολύ νέος, ακόμα πότε τον είδα στην εκκλησία με εκείνο το χαρακτηριστικό, καλοσυνάτο χαμόγελο. Ο Νίκος ο φαρμακοποιός, ο αδερφός της Χάιδως, το πρώτο φαρμακείο που είχε ανοίξει στο χωριό μας, ακόμα τότε που η Θάσος είχε για γιατρό της τον Χρηστίδη. Τετράγωνος ο χώρος του φαρμακείου, με μια μεγάλη γυάλινη πόρτα, με ένα μεταλλικό πόμολο που άνοιγε κι έκλεινε πάντα με ένα χαρακτηριστικό τρίξιμο. Δεξιά αριστερά ράφια με φάρμακα και πίσω από τον πάγκο, τα δύο αδέρφια. Την Χάιδω την έβλεπες όχι σαν φαρμακοποιό, αλλά και σαν γιατρό. Συχνά, τη θυμάμαι με το κλασικό πιεσόμετρο στ’αυτιά, ήρεμη με ένα ύφος στωικό, ανθρώπου που ήξερε την ζωή και απο την καλή και από την ανάποδη. Συνήθιζε να κάθεται κοντά στην σόμπα πετρελαίου σε μια αναπαυτική καρέκλα μπαίνοντας απ’τα δεξιά, δίπλα από τη ζυγαριά που συχνά φοβόσουν να ζυγιστείς. Μικρό κοριτσάκι εγώ, παιδούλα, με έστελνε η μαμά μου στο φαρμακείο να της πάρω βαφή για τα μαλλιά, Crystal Colour No 3 καστανό σκούρο. Θυμάμαι το έλεγα και το ξανάλεγα στο δρόμο μην το ξεχάσω.

Δύσκολο να πεις τόσα αγγλικά μαζεμένα στα 11 σου χρόνια. – :Crystal Colour No 3 Crystal Colour No3..

“Καλώς την παπαδοπούλα μας” μου έλεγε τρυφερά η Χάιδω όταν έμπαινα με παιδιάστικη ορμή στο φαρμακείο ανοίγοντας με ορμή τη μεγάλη, γυάλινη πόρτα με το μονό τζάμι (πού διπλά τότε, ούτε σαν ιδέα δεν υπήρχαν).

“- Καλημέρα σας, θέλω Crystal Colour No3, επίσης γάζες, βαμβάκι και καθαρό οινόπνευμα”.

“Ό,τι θέλει η Μαχούλα μας” μου έλεγε κι ένιωθα σαν βασίλισσα. Από τα δεξιά η Χάιδω και πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού, ο αδερφός της ο Νίκος, xαμογελαστός, συνεσταλμένος, καλοσυνάτος, στον ίδιο ρυθμό με την αδερφή του.

“-Τι κάνεις, Μαχούλα; Ο πατέρας Γεώργιος, η πρεσβυτέρα; Στο σχολείο όλα καλά; Τα μαθήματα;”

Με τόσο συγκινητικό ενδιαφέρον και από τους δύο, ένιωθα αμέσως οικεία. Και ήταν το φαρμακείο αυτό σαν σταθμός των πρώτων βοηθειών. Δεν θα ξεχάσω την περιπέτεια που είχα όταν έξω από το ΚΤΕΛ με τσίμπησε μια μέλισσα πούγκουρας. Κρεμάστηκε όλη από το μέσα μέρος της παλάμης μου, την κουνούσα και δεν έπεφτε, έτσι ώστε κατάφερε να μου βάλει όλο το κεντρί, κι αντί να πάω εκδρομή με τους γονείς μου στον Αρχάγγελο βρέθηκα στο φαρμακείο μεμιάς,έντρομη, τσιρίζοντας από τον πόνο και την τρομάρα, με φουσκωμένο το δεξί μου χέρι, με τα δάκρυα να πέφτουν από τα μάγουλα μου βροχή.

-“Χάιδω, Χάιδω, Νίκο, βοήθεια, τη μικρή την τσίμπησε μια μεγάλη μέλισσα, το κεντρί είναι μέσα”.έσκουζε η μαμά μου, που με κρατούσε με παραζάλη

Αμέσως οι δύο άγγελοι με έβαλαν στις φτερούγες τους, με πήραν στο μέσα μέρος του φαρμακείου, το παρασκευαστήριο, μικρό αλλά θαυματουργό, έπλυναν το χέρι μου, έβγαλαν το κεντρί και από πάνω έβαλαν μπόλικη αμμωνία.

“- Μην κλαις, θα περάσει Μαχούλα μου”.

Και πέρασε.

“- Να, πάρε και καραμελίτσες Ω Μαμι να φύγει η πίκρα” είπε ο Νίκος και μου έδωσε καραμέλες για να μην κλαίω. Και πραγματικά πέρασε ο πόνος. Αλλά δεν πέρασε η μνήμη, δεν σβήστηκε η μνήμη των καλών Σαμαρειτών που μου έβγαλαν εκείνο το μεγάλο κεντρί από την απεχθή μέλισσα που με πόνεσε τόσο.

Κι άλλη μια φορά, που πάλι στο κέντρο του χωριού μας, εκεί που ήταν το μεγάλο ρολόι κι έδειχνε την ώρα κοντά στον πλάτανο του Θεολογίτη στο παλιό δημαρχείο, είχα μια ακόμα πιο επικίνδυνη περιπέτεια. Επηρεασμένη από το παιδικό σίριαλ “Λασι” που το έβλεπα ανελλιπώς, στη θέα μιας αληθινής Λασι με το πιο μακρύ τρίχωμα που είχα δει ποτέ μου σε σκύλο, θρονιασμένη σε ένα μεγάλο αυτοκίνητο που δυστυχώς για μένα, είχε ανοιχτό το παράθυρο, πήγα και με μια αυθόρμητη κίνηση να τη χαϊδέψω, έβαλα όλο το χέρι μου μέσα στο αμάξι. Με μιάς, το ζώο έκλεισε όλο το χέρι μου μέσα στο στόμα του. Αυτό που έζησα ήταν μια φρίκη, για πότε έτρεξα παραζαλισμένη και έντρομη στο φαρμακείο, τσιρίζοντας από τον πόνο, τα αίματα έτρεχαν από παντού. Στο μυαλό μου φάνταζε ο αντιλυσσικός ορός σαν το τέλος του κόσμου. Και πάλι ήταν η Χάιδω που με πήρε από το χέρι και με έτρεξε στον Χρηστίδη που ήταν το γραφείο του λίγο πιο κάτω, να μου ράψει το χέρι, να μου βάλει αντιτετανικό και μετά πίσω στο φαρμακείο, με το Νίκο να μου χαρίζει μαντιλάκια χάρτινα για το πλούσιο κλάμα μου.

“- Θα περάσει, Μαχούλα, θα περάσει, δεν έπρεπε να βάλεις το χέρι σου, το σκυλί νόμισε ότι θα του κάνεις κακό”, έλεγε ο Νίκος. Και πέρασαν οι 40 μέρες που παρακολουθούσαμε το σκύλο να μη λυσσάξει και πάθω κι εγώ κάτι αντίστοιχο. Και έκλεισαν τα τραύματα, ένα σημάδι έμεινε στο δάχτυλο μου που ακόμα το έχω. Και πέρασαν τα χρόνια, και άνοιξαν κι άλλα φαρμακεία, του Ματσάνη, του Λαβτζή, του Στίγγα και τόσα άλλα… Μα το φαρμακείο της Χάιδως και του Νίκου ήταν και είναι για μένα, πάντα το πρώτο φαρμακείο των παιδικών αλλά και αργότερα των εφηβικών μου χρόνων….από την Χάιδω πήρα τη συμβουλή να μην λούζω συχνά τα μαλλιά μου, γιατί χαλάει το PH του τριχωτού της κεφαλής.

-“Να τα βρέχεις, Μάχη μου, να τα λούζεις κάθε 8 μέρες, αν δεν ιδρώνεις πολύ. Μπορείς όμως να τα βρέχεις κάθε μέρα”.

Πόσο δίκιο είχε η Χάιδω, για κάτι που μου είχε πει τότε. Πόσες θεωρίες τώρα που λένε το ίδιο για τα συχνά λουσίματα που καταστρέφουν τα μαλλιά.

Θυμάμαι για πρώτη φορά απ’ αυτό το φαρμακείο να παίρνω το σαμπουάν Johnson αλλά και το Herbal, “- Μην το πιείτε, λουστείτε” με μια ωραία κοπέλα που λουζόταν σε ένα ποτάμι και το έβαζε. Και να εγώ, έφηβη, να τρέχω στο φαρμακείο να παίρνω σαμπουάν Herbal, την κολώνια Tosca αλλά και τη Μυρτώ για την λιποθυμία με το λεμόνι. Από αυτό το φαρμακείο τα πήρα. Και τις σερβιέτες Serena και αυτές από εκεί τις πρωτοπήρα, με ντροπή και δισταγμό, «μην ντρέπεσαι Μαχούλα, έγινες γυναίκα πια να καμαρώνεις», με συμβούλεψε για άλλη μια φορά η Χαίδω… Σε αυτό το φαρμακείο γνώρισα για πρώτη φορά τα υγρά μαντιλάκια, με ευγένεια μου τα χάριζε ο Νίκος.

Πόσα χρόνια, πόσες δεκαετίες τα δύο αδέρφια εκεί. Ο ένας από τα δεξιά και ο άλλος απέναντι, έτοιμοι να τρέξουν σε κάθε σπίτι την συνταγή, τα φάρμακα, όταν δεν μπορούσες, όταν ήταν αργά… Πόσες φορές θυμάμαι να μας φέρνουν αντιπυρετικά ή την αντιβίωση στα πόδια μας. Τι ανακούφιση… να σου φέρνουν το φαρμακο σαν κάτι…. σαν την βοήθεια στο σπίτι, που χρόνια πολλά μετά το κράτος καθιέρωσε ….Σαμαρείτες, άγγελοι και οι δύο. Ο Νίκος και η Χάιδω, η Χάιδω και ο Νίκος. Και μετά ήρθε η συνέχεια… Η Ελένη, η κόρη της Χάιδως, έδωσε νέα πνοή στο μαγαζί. Η γυάλινη πόρτα αμέσως άλλαξε. Από ίδια στόφα και αυτή, ευγενική, καλόκαρδη, να τρέξει αν χρειαστείς τα φάρμακα, να σου χαρίσει σαμπουάν ή μαντιλάκια. Η Ελένη της Χάιδως, με την ευγένεια μιας βιωτής που στηρίζονταν στον Χριστό, στην Αγάπη του Πλησίον, την Αρωγή. Και ο θείος της, ο Νίκος, σαν δεύτερος πατέρας της στεκότανε πάντα δίπλα της, όλα αυτά τα χρόνια

Το σπίτι του Νίκου ήταν στο μικρό Λιμανάκι. Και η διαδρομή του ήταν μία. Σπίτι – μαγαζί, μαγαζί – σπίτι. Και τα τελευταία χρόνια, απόλειπη η παρουσία του στην εκκλησία. Το Θεό τον ένιωσε έντονα κοντά του τα τελευταία χρόνια, τον έζησε ζωντανά μαζί με την εκλεκτή σύζυγό του, Μαρία, που τον οδήγησε σε μία υπέροχη σχέση με το Θείο. Μαζί έφτιαξαν μια υποδειγματική οικογένεια, ανέστησαν δύο λεβέντες, τους σπούδασαν, τον έναν τον πάντρεψαν πρόσφατα. Πριν ενάμιση μήνα, έμαθα ότι πρόλαβε να γίνει και παππούς!

Ο Νίκος, στα 62 παππούς!

Πώς περνάνε τα χρόνια. Τι ευλογία να αξιωθείς να γίνεις παππούς, να πιάσεις στα χέρια σου τον εγγονό σου. Κι ήταν τόσο όμορφο να βλέπεις αυτό το ζευγάρι, το Νίκο και την εκλεκτή της καρδιάς του, τη Μαρία, δύο ανθρώπους που γεννήθηκε πραγματικά ο ένας για τον άλλο. Η σύζυγος του, έμελλε να γίνει από τις καλύτερες μαθήτριες του πατέρα μου, στα κατηχητικά και τους Κύκλους που κάναμε μαζί, λογάριαζε τον πατέρα μου και για δικό της πατέρα. Η Μαρία έδωσε στο Νίκο τη γαλήνη της αληθινής Εστίας, εκείνος, ολιγαρκής, με το ίδιο στωικό ύφος της αδελφής του, έπιασε από νωρίς στη ζωή του, το αληθινό νόημα. Δεν πήγε μεγάλα ταξίδια, απ’ότι ξέρω δεν οδήγησε ποτέ αυτοκίνητο, με τα πόδια πήγαινε, με τα πόδια ερχόταν, καφενεία και παρέες έξω απο την οικογένειά του δεν το συνήθιζε…Δεν είχε καν ποδήλατο. Δεν του άρεσαν οι πολυτέλειες και τα μεγαλεία. Είχαν μαζί με την εκλεκτή σύζυγό του, κοινή πορεία και πάνω απ όλα μεγαλείο ψυχής, μιας ψυχής που την μετέδωσαν και στα παιδιά τους, έτσι που οι δύο γιοι, σαν δυο πλατάνια, καθόταν τώρα σιωπηλοί και αγέρωχοι, και οι δύο μια θάλασσα συγκίνησης, δίπλα στη μητέρα τους, την ώρα της αναπάντεχης κηδείας του πατέρα τους… Ο ένας την αγκάλιαζε κι ο άλλος προσπαθούσε να κοντρολάρει τα συναισθήματα του. Ο Νίκος ο φαρμακοποιός, μια μέρα μετά την Ανάληψη του Κυρίου, έφυγε. Έτσι αναπάντεχα, σαν το μαχαίρι που κόβει, μας έκοψε όλους…

Να τος τώρα εδώ που κοιμάται, όλος γεμάτος από εκλεκτά λουλούδια απ’ όλο το χωριό, κοιμάται.

Είναι σαν ψέμα, κι όμως είναι αλήθεια. Κι ενώ η εκκλησία λέει “Ο Θεός να μας φυλάει από αιφνίδιο θάνατο”, εγώ θα πω ότι ο Νίκος νίκησε με το θάνατό του τον αιφνίδιο θάνατο, γιατί ήταν πάντα έτοιμος.

Έτοιμος για το μεγάλο ταξίδι. Ήταν γεμάτος από τον Χριστό, γιατί Τον κοινωνούσε ανελλιπώς μέσα από την συχνή επικοινωνία του με τον Θεό. Άνθρωπος απονήρευτος, έντιμος, τίμιος, οικογενειάρχης, εργατικός, υπομονετικός, ταπεινός. Στ ‘αλήθεια δεν ξέρω τι θα είχε να πει στο Θείο Μυστήριο της Εξομολόγησης. Ο Νίκος πραγματικά Ανελήφθη. Και ήταν έτοιμος. Εμάς, μπορεί να μας φάνηκε ξαφνικό, αναπάντεχο. Εκείνος όμως, μας δίδαξε όλους εμάς, -που είμαστε σίγουροι για το τι θα κάνουμε την επόμενη εβδομάδα, τον επόμενο μήνα, το επόμενο λεπτό,- ότι δεν ελέγχουμε, καθώς φαίνεται, τίποτα. Αυτό μας δίδαξε ο Νίκος με το θάνατό του. Και ήταν έτοιμος σε όλα, γι’ αυτό λέω ότι νίκησε το αιφνίδιο του θανάτού του. Οι βαλίτσες του είχαν μέσα πεντακάθαρα ρούχα, τα ρούχα της ψυχής του, ατσαλάκωτα.

“-Μαχούλα, σε διαβάζω, άκουσα χθες την εκπομπή σου στο ράδιο, τι ωραία που γράφεις στην εφημερίδα”.

“Θα σου φέρω Νίκο το βιβλίο του πατέρα μου”.

Δεν πρόλαβα ποτέ να του το πάω…

 

Ο Νίκος άφησε πίσω του την Ευπρέπεια, την Αξιοπρέπεια, σήκωσε με τη ρουτίνα της ζωής του αυτόν τον κόσμο, τον ψεύτη, τον πουλημένο, τον φτηνό, τον σήκωσε πιο ψηλά. Τον έκανε πιο όμορφο, πιο πλούσιο. Γιατί πίσω του άφησε ωραίες αναμνήσεις. Δεν χρειάστηκε να πάει ποτέ στη Φάρμα για να γίνει δημοφιλής, μήτε κάθισε ποτέ μα ποτέ, σε καφενεία. Παρόλα αυτά, και παρόλο τον κορονοϊό, ήταν όλο το χωριό στην κηδεία του. Από το Δήμαρχο μέχρι τον Ιερομόναχο, από τους πέντε ψάλτες μέχρι τους γιατρούς, από τους φίλους, όλοι μα όλοι πήγαμε στην κηδεία του, με τις μάσκες ναι, με την επικινδυνότητα του συνωστισμού ναι, εγώ που δεν πήγα το Πάσχα στην εκκλησία,μήτε της Αναλήψεως πήγα,από τον φόβο του φονικού ιού, πήγα στην κηδεία του Νίκου, ήθελα να του πάω κρίνους απ τον κήπο μου να χει μαζί του κάτι για όσα υπέροχα μας πρόσφερε σαν Ανθρωπος και σαν και μένα φαίνεται σκέφτηκαν και όλοι οι υπόλοιποι που σε γνώριζαν

Ήρθαμε όλοι κοντά σου, Νίκο. Γιατί με την απλή ζωή σου, την Έντιμη και την Ολιγαρκή, μας κέρδισες ώστε να σου πούμε “Αιωνία σου η μνήμη.

Να το θυμάσαι, δεν πεθαίνουν ποτέ οι Νίκοι, Νίκο μου.

Γιατί είναι τα υγιή κύτταρα αυτής της σάπιας κοινωνίας.

Αιωνία σου η μνήμη,

Η “Μαχούλα”.

Ανδρομάχη Διαμαντοπούλου

 

Υ.Γ

Ολα τα παραπάνω γράφτηκαν μονοκοπανιά βγήκαν από μέσα μου, μια μέρα μετά από τον θάνατό του Νίκου, το περίεργο είναι ότι όσο ήθελα να γράψω για τον Νίκο μπροστά μου έβγαινε και η παρουσία της Χάιδως- άρρηκτα δεμένοι καθώς ήταν οι δύο τους τόσο στην δουλειά όσο και στην ζωή,- ερχόταν από μόνο του έτσι, όλα συνυφασμένα με τις μακάριες παιδικές, εφηβικές μου μνήμες, ενός κόσμου τρυφερού και ανθρώπινου αυτού της παλαιάς ωραίας Θάσου, της Θάσου που Αγάπησα, της Αξιοπρέπειας και της Λεβεντιάς

θα ήθελα όμως, πριν παραδώσω στην συλλογική μνήμη ότι κατέγραψα, να προσθέσω συνειδητά αυτή την φορά και κάτι ακόμα, να ευχαριστήσω από καρδιάς και όλους τους άλλους φαρμακοποιούς του χωριού μας που όλα αυτά τα χρόνια είναι πάντα κοντά μας, αμισθή σαν τους καλύτερους γιατρούς, τώρα που το σκέφτομαι είναι ένας κλάδος που δεν έχει απεργήσει συχνά… στο νησί μας η πιο πρόσφατη απεργία τους ήταν πριν 12 χρόνια !! Πάντα νυχθημερόν γιορτές αργίες κατόπιν συνενοησεως κάποιο φαρμακείο διανυκτερεύει σαν σκοπός της υγίειας μας σαν φάρος, αυτοί και οι παπάδες, αλήθεια οι ιερείς δεν απέργησαν ουδέποτε!!!

Παρόντες σιμά στον ανθρώπινο πόνο οποιαδήποτε ώρα σε απρόβλεπτες κηδείες η θείες μεταλήψεις λίγο πριν το αδόκητο τέλος … «ο θάνατος δεν έχει ώρα παιδί μου» θύμαμαι τον πατέρα να μου λέει όταν τον έπιανα μικρή από τα ράσα με παράπονο και του έλεγα – πάλι θα φύγεις ….

Αραγε τους έχουμε ποτέ ευχαριστήσει; που ανοίγουν την πόρτα του μαγαζιού τους σε όλους τους αρρώστους, αρρώστους το φαντάζεστε…

Και πόσους με κορωνοιό που κατέληξαν δεν κήδεψαν οι παπάδες, δεν αρνήθηκαν, δεν ζήτησαν πιο πολλά, δεν σταμάτησαν από φόβο,το έκαναν

Φαρμακοποιοί και ιερείς και οι δύο δίπλα στον ανθρώπινο πόνο και δεν ξέρω τι γίνεται στις πόλεις αλλά στο χωριό μας είναι όλοι τους καλοί το ίδιο…

Θυμάμαι την Ελένη την Λαβτσή -μαθήτρια του πατέρα μου και δικιά μου- να έρχεται ένα μήνα σχεδόν να του παίρνει την πιέση μετά από το πρώτο επεισόδιο που είχε με την καρδιά του, αυτό δεν θα το κανε κανένας γιατρός για μας και μάλιστα δίχως αμοιβή καμία, εκτός από την ευχή που έπαιρνε από τον πατέρα…

την Βασιλεία Ματσάνη, να κατεβαίνει νύχτα,- πιστό αντίγραφο του πατέρα της που ήταν κι αυτός φαρμακοποιός- ακόμα και με την νυχτικιά για να μας δώσει atrovin για να αντιμετωπίσουμε την νυχτερινή δύσπνοια που είχε πάθει στα ξαφνικά…

τον Στίγκα τον αγαπημένο του μαθητή, όπως τον ονόμαζε να ΄φερνει τα χάπια Κυριακή βράδυ που τυχόν ξέχασε, η του είχαν τελειώσει κι όταν πήγαινα στο φαρμακείο του πάντα να με ρωτάει με κείνη την Θασίτικη ευγένεια τι κάνει ο πατέρας Γεώργιος μετέφερέ του τα χαιρετίσματά μου, Ολους αυτούς τους υπέροχους φύλακες φαρμακοποιούς της υγιείας μας, που δεν απήργησαν, που δεν τράβηξαν ρολά ούτε με τον κορωνοϊό, μονάχα επιβαρύνθηκαν και με τα self test αν δεν τους ευχαριστήσαμε μέχρι σήμερα καιρός να το πράξουμε.

ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Διαφημίσεις