Η μεγάλη αποχή στον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών οφείλεται σε τρεις κυρίους λόγους:

Πρώτον, είναι και αυτό  συνέπεια της μικροκομματικής και -γι’ αυτό- μικρόνοης επιλογής του κ. Τσίπρα να διεξαχθούν οι ευρωεκλογές μαζί με τον πρώτο και όχι τον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, όπως συνέβη το 2014.

Δεύτερον οφείλεται στον καταστροφικό νόμο της απλής αναλογικής που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ για τους Δήμους και τις Περιφέρειες, ο οποίος έχει απομειώσει την πολιτική σημασία του δεύτερου γύρου διότι απλούστατα οι συσχετισμοί των δυνάμεων κάθε Παράταξης είχαν ήδη κλειδώσει από τον πρώτο γύρο. Με απλά λόγια την Κυριακή εκλέγονταν οι Δήμαρχοι και οι Περιφερειάρχες χωρίς όμως να αλλάζουν οι δυνάμεις των περιφερειακών και των δημοτικών συμβούλων, καθώς αυτοί είχαν ήδη εκλεγεί από την προηγούμενη Κυριακή. Αν ίσχυε το προηγούμενο σύστημα, ο δεύτερο γύρος των εκλογών θα καθόριζε σε μεγάλο βαθμό τους δημοτικούς και περιφερειακούς συμβούλους και επομένως θα προσέλκυε περισσότερους πολίτες. Το γεγονός ότι οι συσχετισμοί των δυνάμεων είχαν ήδη κριθεί και απέμενε  μόνον ο Δήμαρχος ή ο Περιφερειάρχης συνιστούσε ένα αντικίνητρο στους πολίτες για να μεταβούν στις κάλπες και στο δεύτερο γύρο όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

Ο τρίτος λόγος είναι επίσης προφανής. Οι πολίτες αισθάνονταν -και ευλόγως- ότι έστειλαν ήδη από τον πρώτο γύρο το μήνυμα της εξόδου στο ΣΥΡΙΖΑ και ως εκ τούτου έδωσαν μικρότερη σημασία στο αποτέλεσμα της Κυριακής. Πολύ περισσότερο όταν η ψήφος τους στην κάλπη των ευρωεκλογών είχε ήδη αναγκάσει τον κ. Τσίπρα να ανακοινώσει άμεση προκήρυξη εθνικών εκλογών, κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ στη Μεταπολίτευση.

Θα πρέπει τέλος να ληφθεί υπ’ όψιν ότι, σε 6 Περιφέρειες οι Περιφερειάρχες είχαν εκλεγεί από την πρώτη Κυριακή με αποτέλεσμα οι ψηφοφόροι να μην έχουν τόσο ισχυρό κίνητρο να προσέλθουν στις κάλπες.