του Γιώργου Τσακίρη

Θα πρέπει κανείς, επιστρέφοντας νοητά στην αρχική κατάσταση που τον βοήθησε να πάρει σοβαρές για την υπόλοιπη ζωή του αποφάσεις, να μπορεί να κρίνει, με απόλυτη όμως ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό του, εάν οι αποφάσεις εκείνες τον βοήθησαν ή όχι να πάει ένα βήμα πιο πέρα, όχι μόνο (ή τόσο) την προσωπική του ζωή, αλλά και αυτή εκείνων που, λόγω αυτής του της απόφασης, επηρέασε.

Η απομάκρυνση από κάθε ενεργή κομματική ταυτότητα, αποτελεί απαραίτητη συνθήκη για ν’ ασκηθεί αυτού του είδους η αυτοκριτική, έτσι ώστε οι αλήθειες και τα λάθη, να μπορούν να «ειδωθούν κατάματα».

Κι εάν δεν ήταν λάθος η σύμπραξη για το σχηματισμό της κυβερνητικής συμμαχίας, τόσο στις εκλογές του Ιανουαρίου, όσο και του Σεπτεμβρίου του 2015, θα έπρεπε από τον Ιούνιο του 2018 οι ΑΝ.ΕΛΛ. να είχαν απομακρυνθεί από αυτή την εξαιρετικά ετεροβαρή και μη ειλικρινή (όπως αποδείχθηκε) κυβερνητική σύμπραξη.

Όταν βασικές αρχές και αξίες ξεκίνησαν να καταπατούνται, υπό το πρόσχημα της διατήρησης της κυβερνητικής σταθερότητας, με σκοπό την επίτευξη των αρχικών μεγάλων στόχων της εξόδου της χώρας από τα μνημόνια και της κάθαρσης του πολιτικού συστήματος από την διαφθορά και την διαπλοκή, οι πρώτοι «σπόροι» της πολιτικής αλλοτρίωσης των ΑΝ.ΕΛΛ. είχαν ήδη μπει. Τόσο ομαλά και ανεπαίσθητα μάλιστα, ώστε οποιαδήποτε άλλη φωνή να μοιάζει ως «ξένη» ή και… κατευθυνόμενη από εκείνους που δε συμφωνούσαν με τους μεγάλους στόχους (!)

Η σταδιακή εξασθένηση των αντιστάσεων, που θα έπρεπε από την πρώτη στιγμή να εμφανιστούν, οδήγησαν στην αναθάρρηση του τμήματος εκείνου των κυβερνητικών στελεχών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που, πιστεύοντας ότι μπορούσαν πλέον να εφαρμόσουν μία καθαρά αριστερής ιδεολογίας και κατεύθυνσης κυβερνητική πολιτική και πρακτική, εκδήλωναν αυτή τους την πρόθεση με την κατάθεση όλο και περισσότερων τέτοιων τροπολογιών και νομοσχεδίων, που (φευ) κι αυτά «περνούσαν» με την ίδια «δυσκολία» που είχαν περάσει και όλα τα προηγούμενα.

Για να φτάσουμε στην… αχαρακτήριστη, Συμφωνία (προσύμφωνο ή ότι άλλο θέλετε) των Πρεσπών, με την Βόρεια γείτονα.

Η πίστη στην απλή «συμφωνία κυρίων» και το «δόσιμο των χεριών», αποδείχθηκε ότι μπροστά στην κομματική ιδεοληψία, τον πολιτικό τακτικισμό και το «κυνήγι της ψήφου» για την παραμονή στην εξουσία, αποτελούν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, δείγματα μη γνώσης του πώς «κινείται» η κεντρική πολιτική σκηνή.

Και σήμερα, τι;

Κατά τη γνώμη μου, σήμερα, εάν σκοπός του ψηφοφόρου είναι (τουλάχιστον) να προκαλέσει την προσοχή του πολιτικού συστήματος της χώρας, πάντα με ειρηνικό τρόπο, η μόνη εφικτή και απόλυτα νόμιμη αντίδρασή του, θα ήταν να ενεργοποιηθεί με την απλή διαδικασία της ψήφου του. Μιας ψήφου όμως η οποία θα κατευθυνόταν σε οποιοδήποτε από τα μικρά κόμματα. Σε καμία περίπτωση σ’ εκείνες κι εκείνους που μ’ ένα συμπλεγματικό κομματικό αυτοπροσδιορισμό, εξαρτώνται ακόμη -ετερόφωτοι γαρ- από τις «ηγετικές» μορφές που τους «ανέδειξαν». Όχι φυσικά σε εξτρεμιστικούς πολιτικούς σχηματισμούς που έχουν αναδείξει σε πολιτική πλατφόρμα ένα ιδιότυπο «αντάρτικο πόλεων», ή άλλων που με τις «πολιτικές» τους θέσεις, προκαλούν τα χρηστά ήθη των Ελλήνων. Και φυσικά όχι σε μυθοπλάστες, συνωμοσιολόγους τηλε-οτιδήποτε-πώλες.

Αρκεί να αναφερθεί κανείς στο 40% και πλέον που στις τελευταίες εθνικές εκλογές δεν προσήλθαν για να ψηφίσουν. Στο 20% και πλέον που σήμερα εμφανίζονται ως «αναποφάσιστοι». Είναι αυτοί που δίνοντας την ψήφο τους σε οποιοδήποτε μικρό κόμμα, βοηθώντας το έτσι να ξεπεράσει το 3% για την είσοδό του στην Βουλή, θα αποπροσανατολίσει και θα μπλοκάρει οποιαδήποτε προσυνεννόηση για συμπράξεις κυβερνητικών συνασπισμών. Μία Βουλή με 10, με 15 κομματικούς σχηματισμούς, θα αναγκαστεί να οδηγηθεί είτε σε νέες εκλογές, και αυτή τη φορά με απλή πλέον αναλογική, είτε σε κυβερνητικούς συνασπισμούς τόσο ευρείς, που κάθε προσπάθεια ελέγχου από οποιοδήποτε (εξωθεσμικό ή όχι) κέντρο, θα απέβαινε εντελώς άκαρπη, ή τουλάχιστον θα την δυσκόλευε απεριόριστα.

Με δυο λόγια, στις επόμενες εθνικές εκλογές, κανένα από τα κόμματα εξουσίας δεν πρέπει να ξεπεράσει σε αντιπροσώπευση το 25% των ψηφοφόρων.

Είναι όμως δυνατό να συμφέρει τη χώρα η κυβερνητική αστάθεια; Είναι δυνατόν η «ιταλοποίηση» της πολιτικής ζωής της χώρας, να αποτελεί τη μόνη λύση σήμερα; Θα αντέτειναν κάποιοι.

Είναι δυνατόν να περιμένει κανείς να σωθεί η χώρα από εκείνους που την οδήγησαν στην καταστροφή, υπό το πρόσχημα της κυβερνητικής σταθερότητας; Έχει λογική η αποφυγή οποιουδήποτε κινδύνου, με τη θυσία κάθε έννοιας προσωπικής αξιοπρέπειας; Θα αντέτεινα.

Τόσο πολύ έχουμε αλλοτριωθεί; Τόσο αδιανόητα έχουν εκμαυλίσει τις συνειδήσεις μας; Κι αλήθεια, πόσα πρέπει να θυσιάσει κανείς, μέχρι να κληθεί να θυσιάσει ότι πιο ιερό έχει στην ζωή του;

Ας απαντήσει ο καθένας, ακόμη και από τη νιρβάνα του καφέ στον καναπέ του.

Πρώτα λοιπόν θα πρέπει να γίνει συνείδηση σε κάθε Έλληνα και σε κάθε Ελληνίδα, ότι η υποχρεωτικότητα της ψήφου, καθίσταται πλέον επιτακτικό καθήκον. Κι έπειτα, η επιλογή στήριξης οποιουδήποτε μικρού κόμματος.

Μπορούμε να αντιδράσουμε. Μπορούμε να το κάνουμε ειρηνικά. Μπορούμε να απαγκιστρωθούμε από παλαιοκομματικές πρακτικές και ιδεολογίες.

Αρκεί να το πιστέψουμε και να το εφαρμόσουμε.