του Γιάννη Μόνιου

Το ΄χουμε πολυγράψει: Et voces sua fata habent (=και οι λέξεις έχουν τη δική του μοίρα). Γεννιούνται, ακμάζουν, παρακμάζουν, ταξιδεύουν, πλανώνται, επιστρέφουν, φαρδαίνουν στενεύουν, ομορφαίνουν, ασχημεύουν, πεθαίνουν, ξαναζωντανεύουν κτλ) όπως όλοι οι οργανισμοί. Και, μέρες που είναι, σκεφτόμαστε τι και ποιον θα ψηφίσουμε.

Όμως, τι αρχικώς δήλωνε το ρήμα «ψηφίζω»; Σήμαινε αριθμώ, υπολογίζω μετρώντας ψήφους, δηλ. μικρές πέτρες, χαλίκια τριμμένα, λειασμένα, που χρησιμοποιούσαν στο μέτρημα αγαθών και, αργότερα, εκλογικών προτιμήσεων. Η «ψήφος», παράγωγο του «ψήω» (=τρίβω, ξύνω, λειαίνω), γέννησε το υποκοριστικό «ψηφίο», το οποίο, καθώς αριθμούνταν, πήρε και τη σημασία κάθε απλού αραβικού αριθμού. Γέννησε ακόμη τα «ψηφίδα – ψηφιδωτό – ψήφισμα» κτλ. Εντέλει «ψηφίζω» σήμαινε αποφασίζω για κάτι ή κάποιον ρίχνοντας σε δοχείο (υδρία, κάλπη) την «ξυσμένη πετρούλα μου» για να συμμετρηθεί με το «υπέρ» ή «κατά».

Σημειώνουμε ακόμη: Η σημερινή «κάλπη» είναι παράλληλος τύπος του αρχαίου «κάλπις» (=στάμνα, δοχείο). Και τα δύο είναι γένους θηλυκού. Και τα δύο εγκυμονούν, μπορεί εξοστρακισμό, μπορεί όχι. Ας θυμηθούμε τους Αθηναίους που χάρασσαν σε όστρακα το όνομα του προσώπου που ήθελαν να εξορισθεί. Κι ας μην ξεχνούμε πως παλιά, πριν από την καθιέρωση του ψηφοδελτίου, χρησιμοποιόταν η μολύδινη ψήφος, το σφαιρίδιο. Αυτό πολλές φορές χαρακτηριζόταν «δαγκωτό» ή «μαύρο».