«Δεν ζητάμε οικονομικά ανταλλάγματα από τους γείτονές μας τους Βούλγαρους. Ζητάμε όμως μία συγνώμη για τα εγκλήματα που διέπραξαν στην περιοχή μας. Ζητάμε την αναγνώριση των λαθών που διέπραξαν οι πρόγονοί τους». Με αυτά τα λόγια ολοκλήρωσε την τοποθέτησή της στη διακομματική επιτροπή της Βουλής, η δήμαρχος Καβάλας Δήμητρα Τσανάκα, όπου παρουσίασε διεξοδικά τις τραγικές συνέπειες της τριπλής βουλγαρικής κατοχής στην Καβάλα.

Αναλυτικά η κ. Τσανάκα ανέφερε τα ακόλουθα:

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

ευχαριστώ για την πρόσκληση να μιλήσω για τα δεινά που πέρασε η πόλη μου, η περιοχή μου την ζοφερή περίοδο 1941 -1944. Επιτρέψτε μου να πω ότι συνολικά τρεις βουλγαρικές κατοχές πέρασε η Καβάλα τον 20ο αιώνα. Χρόνια δύσκολα και μαρτυρικά όπου η «μπότα» του κατακτητή αφάνισε χιλιάδες συμπολίτες μου.

H πρώτη βουλγαρική κατοχή, το 1912-1913 ο ερχομός των Βουλγάρων ήταν η αρχή των δεινών που θα ακολουθούσαν στη συνέχεια. Προσπάθεια εκβουλγαρισμού της περιοχής, αφανισμός του ελληνικού στοιχείου.

Ότι δεν μπόρεσαν να κάνουν τα χρόνια εκείνα το «προσπάθησαν» ξανά στη δεύτερη βουλγαρική κατοχή το 1916. Ήταν η χειρότερη περίοδος για την Καβάλα. Ο πληθυσμός της στην κυριολεξία αφανίσθηκε. Δολοφονίες, βιαιοπραγίες, διωγμοί και το χειρότερο απ’ όλα ο αργός θάνατος από την πείνα. Μερικές χιλιάδες σώθηκαν «ζωντανοί – νεκροί», όταν τους βρήκε ο ελληνικός στρατός που απελευθέρωσε ξανά την πόλη το φθινόπωρο του 1918.

Η τρίτη βουλγαρική κατοχή ήταν από το Μάιο του 1941 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1944, και τότε η σκληρότητα των «γειτόνων» ήταν χαρακτηριστική. Ο στόχος και ο σκοπός ο ίδιος, αφανισμός των Ελλήνων, εκβουλγαρισμός της περιοχής.

Άλλοτε δυναμικά και άλλοτε καρτερικά ο ελληνισμός, οι πρόγονοί μας άντεξαν.

Είναι χρέος σε όλους εμάς, τους νεότερους, να τιμούμε και να θυμόμαστε τις θυσίες τους. Είναι ιερή μας υποχρέωση να μαθαίνουμε στα παιδιά μας την ιστορία μας, να γνωρίζουν τις πράξεις και τις θυσίες των προγόνων τους.

Να γνωρίζουν τη δράση αλλά και τους «στόχους» των γειτόνων όποιοι και να είναι αυτοί.

Η λήθη και η απαξίωση της ιστορίας, ίσως χάρη της προόδου και της ευμάρειας, μόνο δεινά επιφέρει.

Οι Βούλγαροι επιδίωξαν την πλήρη προσάρτηση της περιοχής, το 1941, τόσο διοικητικά όσο και εκκλησιαστικά, εκπαιδευτικά, πληθυσμιακά, οικονομικά. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησαν γνωστοί και από το παρελθόν… σφαγές, βίαιοι μαζικοί εκτοπισμοί και πράξεις βίαιης αντεκδίκησης. Οι Γερμανοί επιδίωξαν, αρχικά, την διατήρηση των Ελληνικών αρχών διοίκησης ακόμα και της Αστυνομίας. Οι Βούλγαροι όμως προχώρησαν στην κατάληψη δημοσίων, υπηρεσιών κατάσχεση ταμείων εκδίωξη Ελλήνων υπαλλήλων, καταστροφή αρχείων.

Στις 3 Μαΐου 1941 συστήθηκε με απόφαση του Βουλγαρικού Υπουργικού Συμβουλίου νέα διοικητική οντότητα της Βουλγαρίας η «Αιγαιίς (Μπελομόριε) με έδρα την Ξάνθη και διαιρέθηκε – στις 15 Μαΐου – σε 11 επαρχίες μεταξύ αυτών και της Καβάλας.

Από τις 12 Μαΐου 1941 καθιερώθηκε η υποχρεωτική χρήση της Βουλγαρικής γλώσσας στο γραπτό και προφορικό λόγο.

Η μεγάλη «νύχτα τρόμου» για τον Ελληνισμό της περιοχής μας ξεκινούσε..

 Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1941 -1944

 Ο επιχειρούμενος εκβουλγαρισμός της διοίκησης προσπάθησε να επιτευχτεί με την εγκατάσταση νέων πολιτικών, στρατιωτικών και αστυνομικών κι άλλων αρχών σε αντικατάσταση των καταλυθέντων ελληνικών. Οι Βούλγαροι προέβησαν ακόμα σε διάφορα περιοριστικά μέτρα με στόχο την ελαχιστοποίηση της παρουσίας της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού, μέτρα όπως:

α) Επιβλήθηκε στους εργαζομένους η υποχρεωτική εκμάθηση της βουλγαρικής γλώσσας.

β) Οι καταστηματάρχες υποχρεώθηκαν να απευθύνονται στους πελάτες τους στα βουλγαρικά.

γ) Απαγορεύτηκε με ποινή προστίμου η δημόσια χρήση της ελληνικής γλώσσας.

Κατεστράφησαν οι βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία και τα Μουσεία, ειδικά στην Καβάλα λεηλατήθηκε το Δημοτικό Αρχαιολογικό Μουσείο και πολλά από τα ευρήματα του πετάχτηκαν στην θάλασσα.

Απαγορεύτηκε η έκδοση, κυκλοφορία, κατοχή και χρήση ελληνικών ιστορικών βιβλίων και εντύπων), οι βιβλιοθήκες των σχολείων, των συλλόγων, αλλά και των ιδιωτών είτε καταστράφηκαν είτε αρπάχτηκαν και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία.

Σκληρές ποινές και άγριος ξυλοδαρμός ήταν η «τιμωρία» για τους Έλληνες που εντοπίζονταν να έχουν στην κατοχή τους Ελληνικά βιβλία.

Τα βιβλία ληξιαρχείου και δημοτολογίου στην Καβάλα αντικαταστάθηκαν με Βουλγάρικά, εδώ να πω ότι χάριν του πατριωτισμού συμπολιτών μου διαφυλάχτηκαν, καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής τα σχετικά γενεολογικά βιβλία του Δήμου μου, και αποτέλεσαν την αρχή για τη δημιουργία νέων μετά την απελευθέρωση.

Απαγορεύτηκε η λειτουργία των ελληνικών τυπογραφείων, των στοιχειοθετικών μηχανών και η χρήση ελληνικών γραφομηχανών και πολυγράφων. Τα τυπογραφικά στοιχεία τοπικών εφημερίδων δημεύτηκαν και στάλθηκαν στη Σόφια.

Οι ονομασίες πόλεων, χωριών, οδών κλπ. άλλαξαν. Με διάταγμα ορίστηκε η αντικατάσταση όλων των ελληνικών επιγραφών στους δρόμους και των ελληνικών επωνυμιών των επιχειρήσεων με βουλγαρικές. Ασβεστώθηκαν ή καταστράφηκαν οι ελληνικές επιγραφές ναών, εικονοστασίων κλπ, ενώ ακόμα και οι επιγραφές τάφων εκβουλγαρίστηκαν.

Κατέστρεψαν όλα τα εκκλησιαστικά αρχεία των Μητροπόλεων, των Ναών, των θρησκευτικών ιδρυμάτων, για να μην υπάρχει κανένα στοιχείο ελληνικό. Κατάσχεσαν όλα τα θρησκευτικά και λειτουργικά εκκλησιαστικά βιβλία και όσα είχαν ιστορική και αρχαιολογική αξία κυρίως από τα μοναστήρια, Εικοσιφοίνισσας, στο Παγγαίο, του Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες αλλά και της Ξάνθης.

Αφαιρέθηκαν εικόνες, άμφια, χρυσά κ.ά. αργυρά λειτουργικά σκεύη, σταυροί, εγκόλπια, μήτρες και ποιμαντορικές ράβδοι, πάπυροι, περγαμηνές, χρυσόβουλα κ.ά. Μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία και «κοσμούν» πλέον μουσεία και ιδιωτικές συλλογές στη Βουλγαρία και στο εξωτερικό, όπου πωλήθηκαν.

Η επιστροφή των κειμηλίων αυτών στα Μοναστήρια και τις Εκκλησίες της περιοχής μας είναι επιτακτική ανάγκη και υποχρέωση της γείτονας χώρας.

Η Κατοχή δεν ικανοποιούσε μόνο τις έντονες βουλγαρικές φιλοδοξίες για εδαφική επέκταση. Είχε, ταυτόχρονα, μία τεράστια οικονομική σημασία για τη Βουλγαρία. Η παραγωγή ελαίων και λαδιού, και ειδικά καπνού υψηλής ποιότητας, η δυνατότητα καλλιέργειας σιτηρών και κάθε είδους λαχανικών και φρούτων και η δυνατότητα εκτεταμένης αλιείας και ανάπτυξης του εμπορίου, της ναυτιλίας και της ναυπηγικής, καθιστούσαν την περιοχή ένα τεράστιο πηγή πλούτου για την χώρα αυτή.

Ταυτόχρονα με την κατάληψη της περιοχής, το βουλγαρικό δημόσιο προέβη στη δήμευση των περιουσιών των Ελλήνων που δεν βρίσκονταν στις εστίες τους.

Δημεύθηκε, επίσης, η κινητή και ακίνητη περιουσία των Ελλήνων που απελαύνονταν, με το παραμικρό ή μετανάστευαν για να γλυτώσουν την ζωή τους.

Η φορολογία που επιβλήθηκε στον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής ήταν ιδιαίτερα σκληρή και αυθαίρετη.

Οι γεωργοί δεν απέφυγαν τους περιορισμούς οικονομικής φύσεως. Οι παραγωγοί σιτηρών υποχρεώθηκαν να θερίζουν και να αλωνίζουν με αστυνομική επιτήρηση και να παραδίδουν στις αρχές το 90% της παραγωγής τους. Η εσοδεία καπνού, προϊόν ιδιαίτερα διαδεδομένο τότε στην περιοχή, αγοραζόταν από τους παραγωγούς σε τεχνητά χαμηλές τιμές.

Η κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης αναστάτωσε κυριολεκτικά τον δημογραφικό χάρτη της περιοχής, τον εθνικό χαρακτήρα της οποίας οι βουλγαρικές αρχές προσπάθησαν συνειδητά και συστηματικά να αλλάξουν άρδην.

Πολλοί Έλληνες (ίσως 60.000, σε όλη την Ανατολική Μακεδονία) μπροστά στο φάσμα της πιθανής βουλγαρικής κατοχής διέρρευσαν ήδη τον Μάρτιο του 1941. Το μεταναστευτικό κύμα διογκώθηκε ακόμη περισσότερο μετά την είσοδο του βουλγαρικού στρατού. Οι βουλγαρικές Αρχές Κατοχής όχι μόνο δεν εμπόδισαν τους Έλληνες να φύγουν, αλλά και τους διευκόλυναν, μετά από υπογραφή εκ μέρους τους δηλώσεως ότι φεύγουν εθελοντικά και παραχωρούν την περιουσία τους στο βουλγαρικό κράτος. Ταυτόχρονα, δόθηκε στις αρμόδιες Αρχές η διαταγή να περιοριστεί στο ελάχιστο η πιθανή επιστροφή των Ελλήνων που μετανάστευσαν.

Σημαντική αιτία εξόδου των Ελλήνων από τη βουλγαροκρατούμενη περιοχή, η οποία λειτούργησε και ως καταλύτης στην εξελισσόμενη εκδίωξη των συμπατριωτών μου, ήταν οι απελάσεις εκείνων των Ελλήνων που οι βουλγαρικές Αρχές θεωρούσαν επικίνδυνους: έφεδρους αξιωματικούς, πρώην αστυνομικούς, κρατικούς και κοινοτικούς υπαλλήλους, δραστήριους πολιτικούς παράγοντες, επιστήμονες, ιεράρχες. Οι απελάσεις αυτές δημιούργησαν αναταραχή στον υπόλοιπο πληθυσμό, αύξησαν το αίσθημα ανασφάλειας του και ενέτειναν τις τάσεις φυγής του. Η διαρροή του ελληνικού πληθυσμού αυξήθηκε και μετά τη σύσταση επιτροπών στρατολογίας,, που καλούσαν τους νέους Έλληνες στα Τάγματα Εργασίας.

Μαζικές έξοδοι Ελλήνων κατοίκων συνέβησαν με αφορμή δύο γεγονότα:

α) Τον Νοέμβριο του 1941 εξαιτίας των τρομερών αντιποίνων κατά του άμαχου πληθυσμού που ακολούθησαν την εξέγερση της Δράμας (28-29.9.1941).

β) Το καλοκαίρι του 1942 εξαιτίας του διαβόητου βουλγαρικού Νόμου «περί υπηκοότητας στις απελευθερωθείσες κατά το 1941 χώρες» (5.6.1942). Το άρθρο 4 του νόμου όριζε κατά λέξη: «Όλοι οι Γιουγκοσλάβοι και Έλληνες υπήκοοι μη βουλγαρικής καταγωγής, οι οποίοι την ημέρα που τίθεται σε ισχύ ο νόμος έχουν ως μόνιμο τόπο κατοικίας τις απελευθερωθείσες κατά το 1941 χώρες, γίνονται Βούλγαροι υπήκοοι, εκτός αν μέχρι την 1η Απριλίου 1943 εκδηλώσουν την επιθυμία να διατηρήσουν την προηγούμενη τους υπηκοότητα ή να αποκτήσουν άλλη ξένη υπηκοότητα και μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα να μεταναστεύσουν από τα όρια του βασιλείου». Οι πιέσεις που ασκήθηκαν για την υιοθέτηση της βουλγαρικής υπηκοότητας οδήγησαν πολλούς Έλληνες εκτός Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.

Πλήθος παρεκτροπές σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού έγιναν κατά την προέλαση του βουλγαρικού στρατού, αλλά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής και περιλάμβαναν ληστείες κακοποιήσεις ατόμων και βιασμούς γυναικών. Συχνότατες ήτοι επίσης, η επιβολή προστίμων, οι συλλήψεις και οι βασανισμοί Ελλήνων με οποιαδήποτε αφορμή.

Το πιο τραγικό ήταν όμως ότι ο Ελληνικός πληθυσμός υποβλήθηκε επίσης σε συστηματικό υποσιτισμό. Οι Έλληνες λάμβαναν επισιτιστικό δελτίο με το οποίο δικαιούνταν ημερησίως 200 γραμμάρια καλαμποκίσιου ψωμιού οι ενήλικες και 100 γραμμάρια οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά μέχρι 15 ετών. Σπανίως γινόταν διανομή ελάχιστων ποσοτήτων ρυζιού, ζάχαρης, αλατιού, πατάτας, οσπρίων και λαδιού, προϊόντα που με αφθονία κατείχαν οι Βούλγαροι και όσοι δήλωσαν εξ ανάγκης βουλγαρική εθνική ταυτότητα.

Στο σημείο αυτό θα σταθώ στο τραγικότερο γεγονός της κατοχής για την Καβάλα. Ήταν η εξόντωση του Εβραϊκού πληθυσμού της πόλης, το 1943. Οι Βούλγαροι συγκέντρωσαν όλη την Εβραϊκή κοινότητα και την οδήγησαν στον θάνατο είτε βουλιάζοντας τα πλοία που τους μετέφεραν στον Δούναβη είτε μεταφέροντας τους στα κολαστήρια στρατόπεδα της Γερμανίας. Το Δημοτικό Συμβούλιο Καβάλας με απόφασή του τίμησε τους αδικοχαμένους συμπολίτες μας με την τοποθέτηση μνημείου για τους 1.484 Έλληνες Εβραίους της Καβάλας.

Με την τοποθέτηση του μνημείου, η πόλη της Καβάλας θυμάται τα παιδιά της που χάθηκαν στο παράλογο φυλετικό μίσος και έστειλε το μήνυμα πως δεν πρόκειται να ανεχθεί στο μέλλον παρόμοια φαινόμενα. Το παγκόσμιο αυτό μήνυμα έχει στην Καβάλα ιδιαίτερο βάρος καθώς ο λαός της Καβάλας γνωρίζει και από ιδία πείρα τι σημαίνει γενοκτονία και εκτοπισμοί.

Στις Δημοτικές κοινότητες Φιλίππων και Κρυονερίου του Δήμου Καβάλας οι Βούλγαροι κατακτητές εκτέλεσαν αθώους πολίτες, ενώ κατέστρεψαν τις περιουσίες εκατοντάδων ανθρώπων.

Ένα ακόμα σκληρό μέτρο ήταν τα τάγματα εργασίας όπου ο ανδρικός πληθυσμός στέλνονταν στη Βουλγαρία για την εκτέλεση διαφόρων, κυρίως οδικών, έργων κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Πολλοί από τους άτυχους αυτούς Έλληνες δεν γύρισαν ποτέ πίσω. Οι Βούλγαροι σε όλους αυτούς που συμμετείχαν σε τάγματα εργασίας έδωσαν την ονομασία «Ντουρντουβάκια».

Η Καβάλα πλήρωσε επίσης ακριβά το μαρτύριο της πείνας, θρήνησε πάνω από 700 ανθρώπους. Το κείμενο που διαβάζω το αφιερώνω στους αδικοχαμένους συμπολίτες μου που με δύναμη ψυχής άντεξαν στα δεινά που υπέστησαν τις εποχές εκείνες. Μέχρι το θάνατο τους περιέγραφαν τα χρόνια της κατοχής και ειδικά το μεγάλο βασανιστήριο της πείνας και της αγωνιώδους προσπάθειας για αναζήτηση τροφής ειδικά για τα παιδιά τους που τα έβλεπαν να πεθαίνουν από το μαρτύριο αυτό.

O Δήμος Καβάλας στις 7 Σεπτεμβρίου 1946 τίμησε τους Καβαλιώτες, θύματα της βουλγαρικής κατοχής, με την δημιουργία ενός μνημείου ενώ τοποθέτησε ενδεικτικές πινακίδες στην Αγγλική, Βουλγαρική και Ελληνική γλώσσα που θυμίζουν στους επισκέπτες μας αλλά και στους συμπατριώτες μας τους τόπους των μαρτυρίων στην πόλη της Καβάλας.

Από όλα αυτά που σας εξιστόρησα διαπιστώνουμε ότι το βουλγάρικο «ενδιαφέρον» για την περιοχή ήταν το ίδιο ασχέτως αν στην κυβέρνηση τους ήταν φασίστες, βασιλικοί ή δημοκράτες, κομμουνιστές.

Με ανείπωτα εγκλήματα και άφθονο αθώο αίμα προσπάθησαν να αλλάξουν την ιστορία και την πορεία της, στην παραχωρηθείσα περιοχή σε αυτούς περιοχή, από τους συμμάχους τους Γερμανούς.

Με όλα αυτά ΔΕΝ πέτυχαν τον εκβουλγαρισμό των Ελλήνων ούτε στο ελάχιστο. Δεν κατόρθωσαν να εξαφανίσουν, ως ήθελαν, την ελληνικότητα της περιοχής, κάθε ίχνος που να προδίδει την από αιώνων παρουσία των Ελλήνων και να εξαναγκάσουν όλους τους κατοίκους να αποδεχθούν τη βουλγάρικη υπηκοότητα, Δυστυχώς, στις προσπάθειές τους αυτές βρήκαν και ελάχιστους ντόπιους προδότες με ρευστή συνείδηση.

Πρόθεσή μου δεν ήταν να ξύσω παλιές πληγές, που ούτως ή άλλως επουλώθηκαν από το μεγάλο χρονικό διάστημα που πέρασε από τα πέτρινα εκείνα χρόνια. Είναι ένας φόρος τιμής στους χιλιάδες απλούς ανθρώπους, τους συγγενείς και τους γονείς μας, που βασανίστηκαν σκληρά εκείνη την περίοδο, πόνεσαν, έκλαψαν, έχασαν το βιος τους, αλλά έζησαν για να θυμούνται…!

Απλά μία καταγραφή γεγονότων έκανα, όπως μου τα μετέδωσαν οι συμπολίτες μου, οι πρόγονοι μου, μία αλήθεια που δεν τη λέμε πολλές φορές, λόγω διαφόρων σκοπιμοτήτων.

Αγαπητοί Βουλευτές, κυρίες και κύριοι,

– ΝΑΙ ΖΗΤΑΜΕ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑΤΑ, Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΑΠΟΤΙΜΑΤΕ ΣΕ ΧΡΗΜΑ.

– ΖΗΤΑΜΕ ΕΝΑ ΣΥΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΙΕΠΡΑΧΘΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1941 – 1944.

– ΖΗΤΑΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΛΑΘΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ ΤΩΝ ΓΕΙΤΟΝΩΝ ΜΑΣ

– ΣΗΜΕΡΑ ΖΟΥΜΕ ΑΡΜΟΝΙΚΑ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ, ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΜΑΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΝΤΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ, ΠΟΛΛΟΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ, ΠΟΛΛΟΙ ΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΒΑΛΑ.

– ΟΙ ΚΑΒΑΛΙΩΤΕΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΞΕΝΟΣ ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΜΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΡΑ.

Η Ελλάδα ποτέ δεν απείλησε κανένα μέχρι σήμερα, όλες οι κυβερνήσεις της επιδιώκουν πολιτική συνύπαρξης των λαών της χερσονήσου του Αίμου και ειλικρινούς συνεργασίας για τη παγίωση δημιουργικής ειρήνης, αλλά:

– ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΕΧΕΤΑΙ ΚΑΘΕ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΠΟΥ ΑΜΦΙΣΒΗΤΕΙ ΤΑ ΚΥΡΙΑΡΧΙΚΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΠΟ ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΥΤΗ.

– ΚΙ ΑΝ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΔΩΣΕΙ ΣΚΛΗΡΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΝΕΙ ΤΗΝ ΠΡΕΠΟΥΣΑ ΣΚΛΗΡΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΑΝ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ.

Ο καλύτερος τρόπος να ξεχάσουμε, είναι να θυμόμαστε.

Ευχαριστώ για την προσοχή σας