Η τελευταία φορά που είδα τους αριστοφανικούς «Βατράχους» ήταν το 2014 από το Εθνικό Θέατρο και με την υπογραφή του Γιάννη Κακλέα. Ασφαλώς, νωρίτερα τους είχαν «φέρει» στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων πολλοί θίασοι, κρατικοί και μη. Τη συγκεκριμένη παράσταση σκηνοθέτησε ο ευφυής Κώστας Φιλίππογλου και είναι συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Βόλου και των επιχειρήσεων Μαροσούλη. Όλες όσες πέρασαν από τον τόπο μας είχαν ενδιαφέρον κι όλες ήταν διαφορετικές. Αυτή είναι κι η πρόκληση που γοητεύει ή έλκει τους θεατές. Ένα έργο που επαναλαμβάνεται εδώ και χρόνια, να προκαλεί με τη διαφορετικότητα του στη σκηνή.

Πράγματι, ο Κώστας Φιλίππογλου είναι ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης. Κρατώ άσβεστο στη μνήμη μου τον «Φιλοκτήτη» του, που είδα στο Φρούριο το καλοκαίρι του 2014, αλλά και άλλες σημαντικές παρατάσεις του στην Αθήνα, είτε στο «Θησείο» είτε στο «Πόρτα». Διαθέτει δημιουργικό νου, είναι γνώστης της τέχνης του θεάτρου, εμβαθύνει κάθε φορά στο κείμενο που σκηνοθετεί, αναπτύσσει πανέξυπνες ιδέες κι αναπόφευκτα η κάθε του δουλειά κερδίζει επάξια το επίθετο «ευφάνταστη».

Στους «Βατράχους» του Αριστοφάνη πλημύρισε το έργο με άπειρα ευρήματα, εντυπωσιακά και χρήσιμα, επεξηγηματικά και σύγχρονα, συνδετικούς κρίκους του μύθου και της αλληγορίας του, των συμβολισμών του και της αναγωγής του στο σήμερα και, αρκετές φορές, ανακουφιστικές λύσεις σε «γόρδιους» δεσμούς.

Το έργο

Ο Διόνυσος, προβληματισμένος από την έλλειψη ποιητών ικανών να διδάξουν ήθος στους Αθηναίους, αποφασίζει να κατέβει στον Άδη, με στόχο να φέρει στον πάνω κόσμο τον Ευριπίδη. Μαζί του θα πάρει τον δούλο του, τον Ξανθία. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, θεός και δούλος θα αλλάξουν αρκετές φορές ρόλους για να αποφύγουν κακοτοπιές που οδηγούν σε κωμικές παρεξηγήσεις. Φτάνοντας στον προορισμό τους οι ταξιδιώτες θα γίνουν μάρτυρες μιας σύγκρουσης ανάμεσα στον Ευριπίδη και τον Αισχύλο, που μάχονται για το θρόνο της τραγωδίας πλάι σ’ αυτόν του Πλούτωνα. Ο Διόνυσος, θεός του θεάτρου, ορίζεται ως κριτής. Η μάχη είναι αμφίρροπη. Η τελική απόφαση του Διόνυσου θα ξαφνιάσει, επειδή ξεκίνησε το ταξίδι του με σκοπό να φέρει τον Ευριπίδη στη γη, αλλά φεύγει παίρνοντας μαζί του τον Αισχύλο.

Οι Βάτραχοι παίχτηκαν στα Λήναια το 406 π.Χ. αποσπώντας το πρώτο βραβείο. Εκτός από την πρωτότυπη σύλληψη, τη φαντασία και την αναμφισβήτητη κωμική τους ποιότητα, αποτελούν και μια πρώτη «άτυπη» φιλολογική κριτική, εξαιτίας της ιδιότυπης αντιπαράθεσης που στήνει ο Αριστοφάνης μεταξύ των δύο τραγικών. Διδάσκονται σε μια οριακή χρονολογία για την πολιτική ιστορία των Αθηνών: η καταδίκη των στρατηγών που είχαν νικήσει στη ναυμαχία των Αργινουσών, η δημαγωγία των πολιτικών αρχηγών, ο παρατεινόμενος πόλεμος και η διαφαινόμενη καταστροφή και, τέλος, ο θάνατος του Ευριπίδη και του Σοφοκλή. Αυτό το ταραγμένο πολιτικό υπόβαθρο, το οποίο εξηγεί τον σοβαρό τόνο σε πολλά σημεία της κωμωδίας και ο «θάνατος» της τραγωδίας θα αποτελέσουν τον καμβά πάνω στον οποίο ο ποιητής Αριστοφάνης θα υφάνει τους Βατράχους.

Η παράσταση

Η μετάφραση του ποιητή Γιώργου Μπλάνα, χωρίς τις αυθαίρετες προσθήκες πρωταγωνιστών, εξαιρετική και πολύ μακριά από βωμολοχίες και αθυρόστομες χοντράδες. Τα κοστούμια μέσα στο ύφος του ποιητή, το δε σκηνικό μια μεγάλη έκπληξη. Μπαίνοντας ο θεατής στο αρχαίο θέατρο αντικρίζει έναν άχαρο μαύρο όγκο στημένο στην ορχήστρα, που δεν προσδιορίζει τίποτα συγκεκριμένο. Μήτε βράχο ή λόφο ή κάτι γήινο, γεωμετρικό, έστω, σχήμα. Αναπάντεχα, αυτό το ακαλαίσθητο πράγμα μετατρέπεται σ’ έναν φανταστικό κόσμο, μια πανδαισία χρωμάτων, ένα άκρως λειτουργικό πατάρι – κούφιο που κρύβει γοητευτικά μυστικά. Εξαιρετική δουλειά των σκηνογράφων Τέλη Καρανάνου και Αλεξάνδρας Σιάφκου. Καίρια η εκμετάλλευση κάθε σπιθαμής του απ’ όλο τον θίασο.

Ένα έργο σαν τους Βατράχους, με σκηνές στο σπίτι του Ηρακλή, στον δρόμο προς τον Κάτω Κόσμο, στη βάρκα του Χάρωνος στην Αχερουσία, σε μια περιοχή σκότους και λάσπης, ανάμεσα σε Μύστες και τέλος στα παλάτια του Πλούτωνα κι όλα αυτά μέσα σε 450 στίχους, γίνεται μια προκλητικά «πραγματοποιήσιμη» πρόταση για ανέβασμα ή ένας σωστός εφιάλτης, ακόμα και για έναν σύγχρονο σκηνοθέτη. Κι εδώ φάνηκε η μαεστρία του Φιλίππογλου. Με τον τρόπο που λειτούργησε το σκηνικό, έλυσε όλα τα θέματα. Ευρηματικά, ευφάνταστα και φαντασμαγορικά. Του αξίζουν συγχαρητήρια.

Η μουσική του Νίκου Γαλενιανού, ζωντανή και πολυποίκιλη, εξυπηρέτησε το αρχιτεκτονικό σχέδιο και διασκέδασε θίασο και θεατές. Το επόμενο που πρέπει να σχολιάσει επαινετικά κανείς, είναι ο Χορός. Εκπαιδευμένοι άριστα ηθοποιοί στην υποκριτική, στο τραγούδι, στην κίνηση, αιχμαλώτισαν το κοινό με τη δράση τους και εξυπηρέτησαν τις δυο θεωρίες μελετητών, που θέλουν τους «βατράχους» αόρατους ή εμφανέστατους. Το υπόγειο στο κούφιο σκηνικό έδωσε και τις δυο εκδοχές. Συγχρονισμός, ευελιξία, ερμηνεία από τα πρόσωπα του Χορού. Πολλά μπράβο σε όλα τα μέλη του. Μάλιστα, ξεχώρισα τον σπουδαίο Γιώργο Συμεωνίδη ανάμεσά τους, τον οποίο – τυχαία- απόλαυσα πριν λίγες μέρες στην βραβευμένη ταινία «Διόρθωση » του Θάνου Αναστόπουλου.

Οι τέσσερις πρωταγωνιστές: Λάκης Λαζόπουλος, Σοφία Φιλιππίδου, Δημήτρης Πιατάς και Αντώνης Καφετζόπουλος, αστέρια πρώτου μεγέθους, κινήθηκαν στο πλαίσιο της γνωστής κι αγαπημένης στο κοινό μανιέρας τους. ΄Αλλωστε, γι’ αυτό και επιλέχτηκαν. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ερμηνείες. Μόνο για απόδοση ρόλων με τρόπο άκρως διασκεδαστικό. Και οι τέσσερις μου είναι συμπαθείς και γέλασα κι εγώ με τις μούτες του Πιατά, τις υστερίες της Φιλιππίδου, το γνωστό τηλεοπτικό Λαζοπουλικό χιούμορ και την γλυκιά ράθυμη εκφορά λόγου του Καφετζόπουλου.

Εν πολλοίς, η παράσταση προσφέρει διασκέδαση και μια ευκαιρία να θαυμάσει ο απαιτητικός θεατής, τη σκηνοθετική ευρηματικότητα του Κώστα Φιλίππογλου. Μελανό σημείο, η αδυναμία του να χαλιναγωγήσει τον «Ευριπίδη» του Λαζόπουλου, ο οποίος με τους αυτοσχεδιασμούς του μεγέθυνε τη διάρκεια της παράστασης, σχημάτισε «κοιλιά» στη σκηνή «διαγωνισμού» των ποιητών και κούρασε τον κόσμο στα διαζώματα.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνοθεσία: Κώστας Φιλίππογλου
Βοηθός σκηνοθέτρια: Γιώτα Σερεμέτη
Βοηθός σκηνοθέτη: Σήλια Κόη
Σκηνικά – Κοστούμια: Τέλης Καρανάνος, Αλεξάνδρα Σιάφκου
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Μουσική: Νίκος Γαλενιανός
Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Φωτογραφίες: Πάνος Γιαννακόπουλος
Παίζουν με σειρά εμφάνισης: Λάκης Λαζόπουλος, Σοφία Φιλιππίδου, Δημήτρης Πιατάς και ο Αντώνης Καφετζόπουλος
Μαζί τους οι: Άννα Καλαϊτζίδου, Γιάννης Στεφόπουλος, Γιώργος Συμεωνίδης, Εριφύλη Στεφανίδου, Τάσος Δημητρόπουλος, Γιάννης Γιαννούλης, Δημήτρης Δρόσος, Ειρήνη Μπούνταλη, Φοίβος Συμεωνίδης, Χρήστος Κοντογεώργης, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος
Μουσικοί – περφόρμερ: Σταμάτης Πασόπουλος, Christoph Blum
Στον χορό συμμετέχει όλος ο θίασος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ