Η αίθουσα του «Αυλαία» φωτισμένη. Στο λιτό σκηνικό ο Σταύρος Μερμήγκης υποδέχεται το κοινό, ως «Ηλίας», σιωπηλός, φορτωμένος στο γκρίζο του κεφάλι τα πρότερα ηχηρά χρόνια του. Οι θεατές ψάχνουν θέσεις, τις βρίσκουν, κάθονται. Το παρόν στην πλατεία. Ζωηρό, πολύβουο, όπως πάντα. Σκοτεινιάζει αργά, τα φώτα της ράμπας βάζουν τελεία στους ψιθύρους.

Viewmaster. Αυτά που οι νέες γενιές αγνοούν. Τα βήματα μπροστά τα φέρνουν σήμερα οι ηλεκτρονικές συσκευές. Laptop, smart phone, tablet world. Τα βήματα προς τα πίσω ήρθαν ως σκηνοθετικό εύρημα στη σκηνή. Το παρελθόν σε μαυρόασπρες, θαμπές φωτογραφίες. Τα παιδικά, τα άδολα, τ’ αθώα χρόνια, σε ενσταντανέ ξεθωριασμένα. Οι σιλουέτες των προσώπων που ενσαρκώνουν τους ήρωες της Αναγνωστάκη εμφανίζονται μία- μία και πλαισιώνουν το κέντρο. Ακίνητες. Το τότε και το τώρα μπροστά μας. Ταμπλό βιβάν. Θέατρο.

Ο «Ήχος του όπλου» στη ζωή του Μάνου Καρατζογιάννη μπήκε ως θεωρία και ως πράξη. Μελέτη βαθιά του γενικότερου έργου της συγγραφέως επί σειρά χρόνων και συμμετοχή σε παράσταση. Το πρώτο θεατρικό κείμενο στις εξετάσεις, ο πρώτος πρωταγωνιστικός του ρόλος, ακόμα και η πρώτη του σκηνοθεσία ήταν με έργα της Λούλας Αναγνωστάκη. Καρμικό, που θα ’λεγε ένας στοχαστής.

Υπόθεση: Ο Μιχάλης από την επαρχία είναι πρωτοετής φοιτητής της Βιομηχανικής Σχολής και συζεί με μια νεαρή εργαζόμενη κοπέλα, τη Φανή. Ο Γιαννούκος, ο μικρός αδελφός της, μπλέκει σε μια περίεργη υπόθεση μ’ ένα παράνομο όπλο. Στις παραμονές των εκλογών του 1985 η μητέρα του Μιχάλη, η Κάτια, έρχεται στην Αθήνα για να ψηφίσει. Από μια παλιά της φίλη μαθαίνει πως ο Μιχάλης δεν έχει πατήσει στη Σχολή, πως ετοιμάζεται να φύγει για την Αμερική και πως η Φανή είναι έγκυος. Στην προσπάθειά της να διαχειριστεί την κατάσταση και να την ανατρέψει έρχεται αντιμέτωπη με τον Μιχάλη, ο οποίος την απειλεί ότι θ’ αυτοκτονήσει με το παράνομο όπλο. Η Κάτια μπροστά σ αυτήν την απειλή πέφτει νεκρή.

«Τα πρόσωπα που δε συμβιβάζονται με τον πειθαρχικό έλεγχο και τους αξιακούς κανόνες της κοινωνίας τους, συνιστούν τον πυρήνα κάθε ενδιαφέρουσας δραματουργίας καθώς, ανάλογα με την εποχή, συγκρούονται με κείνους τους κοινωνικούς ή οικογενειακούς μηχανισμούς, που απαιτούν από αυτά να γίνουν πειθήνια σώματα της εκάστοτε βιο-εξουσίας», σημειώνει ο Δημήτρης Τσατσούλης, καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

Το έργο γράφτηκε το 1987, ανήκει στο μεταπολεμικό θέατρο και, όπως αναφέρει ο Βάλτερ Πούχνερ, «το κείμενο της Λούλας Αναγνωστάκη είναι βαθιά ιδεολογικό με την ευρύτερη σημασία και αντιστέκεται σε μια καθαρά ιδεολογική ερμηνεία».

«Είναι δύσκολο να δει κανείς ένα έργο της συγγραφέως αποκομμένο από το σύνολο της δραματουργίας της ή από τα γεγονότα και τις συνθήκες που βίωσε η γενιά που τα γέννησε. «Η «Πόλη» της Αναγνωστάκη ήταν φυλακή, η «Νίκη» ήταν ήττα και η εγγραφή σε μια «Κασέτα» ήταν ψευδαίσθηση ελευθερίας. Ακόμη ηχεί εκκωφαντικά στ’ αφτιά μας ο «Ήχος του όπλου» για μια εποχή που απέτυχε να βρει στόχο. Και ο «Ουρανός κοκκίνισε», ενώ κανείς δεν άκουγε πως η «Φυγή» ήταν «Ταξίδι για μακριά», μια συνεχής «Συναναστροφή» με έναν «Αντόνιο» που έχασε το «Μήνυμα» διανυκτερεύοντας σε ένα νεκρό μέλλον», γράφει ο βαθυγνώστης του θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος, δείχνοντας πολύ εύστοχα τη συνομιλία των έργων της, χαρακτηρίζοντας την ίδια και τη γενιά της «τέκνα της ήττας που αγωνίστηκαν για ένα άλλο μέλλον», παιδιά μιας εποχής που «απέτυχε να βρει στόχο».

Για τη Λούλα Αναγνωστάκη η πόρτα του Υπογείου του Κουν άνοιξε το 1965 με την τριλογία της «Πόλης» («Η διανυκτέρευση», «Η πόλη», «Η παρέλαση») που ο Κάρολος Κουν παρουσίασε σε ενιαία παράσταση. Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, το 1987, ο «Ήχος του όπλου» κάνει την πανελλήνια πρώτη του, λίγες μέρες μετά τον θάνατο του μεγάλου σκηνοθέτη, έργο που φέρει ακόμη το «βάρος» της τελευταίας του σκηνοθεσίας. Τριάντα τόσα χρόνια από τότε κι έναν χρόνο μετά τον θάνατό της, ο Μάνος Καρατζογιάννης τιμά με τη σειρά του την Αναγνωστάκη ανεβάζοντας τον «Ήχο του όπλου».

Σ’ ένα σχεδόν αφαιρετικό σκηνικό, με βάση το ξύλο, με ηχητικό φόντο προεκλογική εκστρατεία που εντείνει το πολιτικό στίγμα της παράστασης, ο Μάνος Καρατζογιάννης  καθοδηγεί τους ηθοποιούς του, τους ήρωες του κειμένου, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους υπό φυσιολογικές συνθήκες, συμπάσχουν μεταξύ τους, ενώ παράλληλα είναι πρόσωπα που εκφράζουν μεγάλες ιδέες και ιδανικά. Από την προβληματική σχέση ενός νεαρού ζευγαριού, τη διαχρονική διαταραγμένη ψυχοσύνθεση της μάνας, που είναι και ζωντανή γυναίκα, μέχρι τη διαρκή και κλιμακούμενη απειλή ενός όπλου.

Δουλεύει στο σήμερα, με σεβασμό στην εποχή της γραφής του, ένα έργο για τον αγώνα της νέας γενιάς να βρει τη δική της φωνή επαναστατώντας μέσα στον μικρόκοσμο τής οικογένειας, αλλά και τον «αγώνα» της παλιάς ν’ αναμετρηθεί με τα λάθη της. Δίχως να καταφεύγει σε «ευρηματικούς» νεωτερισμούς, όπως συμβαίνει σήμερα στο ελληνικό θέατρο κι όχι πάντα με επιτυχία, καταφέρνει να καταστήσει οικείο το έργο στον σημερινό θεατή, έχοντας, βεβαίως, ένα ικανό καστ ηθοποιών, ώστε ν΄ αποδοθούν οι ευαίσθητες ισορροπίες των ανθρωπίνων σχέσεων και οι λεπτές αποχρώσεις των συναισθημάτων. Άλλωστε, η διαχρονικότητα του κειμένου δε θα πάψει ποτέ να υφίσταται, επειδή οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να διαταράσσουν τις σχέσεις τους είτε από εξωγενείς παράγοντες είτε από ενδοοικογενειακούς ερεθισμούς ή ακόμη, από ψυχολογικούς κραδασμούς που φέρνουν τα κενά και οι απουσίες στις ζωές τους.

Θα ξεχωρίσω τον νεαρό Κώστα Νικούλι, όχι γιατί μας έδειξε τους γυμνούς γλουτούς του ζωγραφισμένους με σύμβολο δολαρίου αντί της αμερικάνικης σημαίας του πρωτοτύπου, αλλά γιατί, ως Γιαννούκος, είχε όλα τα γνωρίσματα του εφήβου που ’χει χαθεί στο στάδιο της ενηλικίωσής του, εφόσον δεν υπάρχει καμία υποδομή ούτε μπορεί ν΄ απαγκιστρωθεί απ’ την ανασφάλεια του μέλλοντός του. Ως και η κωδικοποιημένη γλώσσα του νεαρόκοσμου γλιστράει στο στόμα του με ευκολία, ενώ η υπερκινητικότητά του σε αντίστιξη με τη νωθρότητα της ζωής του και ο ανάμεικτος κυνισμός του με τον φόβο δίνονται εξαιρετικά στη σκηνή. Ασφαλώς, δεν υστερούν οι υπόλοιποι καλοί ηθοποιοί της διανομής.

Επρόκειτο για μια έντιμη παράσταση, ευρείας αποδοχής, που, προφανώς, η Θεσσαλονίκη δεν είναι ο τελευταίος της σταθμός.

Ταυτότητα:

Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης

Σκηνικά: Γιάννης Αρβανίτης

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου

Μουσική: Αντώνης Παπακωνσταντίνου

Βίντεο: Μιχάλης Κλουκίνας

Βοηθός σκηνογράφου: Αναστασία Δημουλάκη

Βοηθός ενδυνατολόγου: Ειρήνη Γεωργακίλα

Βοηθός σκηνοθέτη: Φλάβιους Νεάγκου

Ερμηνεύουν: Πέγκυ Σταθακοπούλου, Τζένη Σκαρλάτου, Καλλιόπη Παναγιωτίδου, Σταύρος Μερμήγκης, Αγησίλαος Μικελάτος, Κώστας Νικούλι.

Εκτέλεση Παραγωγής : Όψεις Πολιτισμού

Παραγωγή: Θεάτρου Σταθμός

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ