Θα μπορούσε να είναι Αριστοφάνης δηκτικός, καταγγελτικός κι αθυρόστομος αλλά είναι ο Μπρεχτ, ο ανοιχτός- εκ πεποιθήσεως – σε πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις. Θα μπορούσε ν΄αλώνιζε τη σκηνή ένας Μνησίλοχος μασκαρεμένος με πρόθεση αλλά είναι η Σεν Τε, μια λεπτεπίλεπτη δυναμική φιγούρα, ταιριασμένη στο σκαρί και στην ψυχή της μοναδικής Πέγκυς Τρικαλιώτη, που οργώνει κυριολεκτικά το θέατρο, φέρνει τα πάνω –κάτω, επιβάλλει αναγκαστικές ανατροπές κι επιζεί σ’ έναν κόσμο άδικο, σκληρό, ανάλγητο, διπρόσωπο. Αυτό συμβαίνει στην παράσταση – κέντημα, στο απαράμιλλο καλλιτεχνικό επίτευγμα σύζευξης πολλών δυνάμεων επί σκηνής, από την εταιρεία «Μυθωδία».

«Πώς μπορεί να είναι κανείς καλός, όταν τα πάντα είναι τόσο ακριβά;» Ο τελευταίος καλός άνθρωπος στη Γη, σύμφωνα με την ιστορία μας, ήταν μια πόρνη στην Κίνα, στο μακρινό Σετσουάν. Ακόμα κι αυτή, η καλόπιστη κι αφελής Σεν Τε, χρειάστηκε να επινοήσει το κακό alter ego της για να επιβιώσει. Στη σκιά του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, μεταξύ 1938-1940, ο Μπρεχτ, ήδη εξόριστος στη Σουηδία, γράφει ένα από τα σημαντικότερα έργα του. Ο διδακτισμός υποχωρεί, η ανθρώπινη φύση με τις αντινομίες της και τα ηθικά διλήμματα προσεγγίζονται με ποιητική διάθεση, οι λύσεις δεν είναι προφανείς, ενώ –σκωπτικά μπορούμε να πούμε – ο Σωκράτης με τον Κομφούκιο «ενώνουν» το ελληνικό πνεύμα με το κινέζικο, δανείζουν το μείγμα στον Γερμανό Μαρξιστή πρωτοπόρο του «επικού θεάτρου» Μπρεχτ κι εκείνος «σερβίρει» στην ανθρωπότητα την πνευματική τροφή της αλληγορίας, μέσα από τη φιλοσοφία και τη διανόηση.

«Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» πασχίζει εδώ και χρόνια να δώσει απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα που τον κατατρύχει: πώς να συνταιριάσει τη φυσική του καλοσύνη με τη σκληρή πραγματικότητα, την προσωπική του ευτυχία με κείνη των άλλων, το ήθος με την ιδιοτελή ηθική τού κέρδους;

Ανέβηκε για πρώτη φορά στη Ζυρίχη της Ελβετίας το 1943. Η δραματική του φόρμα ακολουθεί τους κανόνες του «μη αριστοτελικού δράματος» και του μπρεχτικού «επικού θεάτρου». Με το εξαιρετικό εύρημα του «διχασμού», ο Μπρεχτ δραματοποιεί τη διπλή υπόσταση του κόσμου, το αιώνιο χάσμα ανάμεσα στον άνθρωπο και τις κοινωνικές δομές που δημιουργεί, ανάμεσα στην υπαρξιακή ανάγκη και την οικονομική αναγκαιότητα, ανάμεσα στις ηθικές αξίες και την αδυσώπητη πραγματικότητα.

Η παραβολική δράση τοποθετείται στην Ανατολή. Τρεις θεοί έρχονται στη γη προς αναζήτηση, έστω, ενός καλού ανθρώπου, ώστε να δικαιολογείται η συνέχεια του κόσμου. Εντοπίζουν την καλόκαρδη Σεν Τε και ξεπληρώνουν με χρήματα τη φιλοξενία της. Εκείνη, ανήμπορη να συγκρατήσει – την καταστροφική για την ίδια – πλημμυρίδα της μεγαλοψυχίας της προς τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες της, επινοεί έναν δεύτερο εαυτό, τον «ξάδελφο» Σουί Τα. Αυτός την απαλλάσσει απ’ όσους παρασιτούν σε βάρος της κι υπερασπίζεται, όποτε χρειαστεί, τα συμφέροντά της. Τούτη η απελπιστική λύση που υιοθετεί η Σεν Τε, τη διασώζει μεν κοινωνικά, τη συντρίβει δε, ψυχικά.

Τίποτα δεν απλουστεύεται. Αντίθετα, μια ιδιοφυής ύπαρξη με αντιφατικά χαρακτηριστικά αναδύεται, για ν’ αποδείξει πως στις οργανωμένες ταξικές κοινωνίες το Καλό δεν μπορεί να έχει φύση αμιγή και πως οι λύσεις δεν έρχονται, επ’ ουδενί, εξ’ ουρανού. Όπως σε όλη τη δραματουργία του Μπρεχτ, το τέλος παραμένει ανοιχτό και η φαινομενική αφηγηματική καθαρότητα εγείρει σύνθετα ερωτήματα, που στόχο έχουν ν’ αφυπνίσουν την κριτική συνείδηση του κοινού.

Στα χρόνια που πέρασαν από την περίοδο που γράφτηκε (1930 – 1941) το έργο, τα ιστορικά γεγονότα που μεσολάβησαν πριμοδότησαν την θεατρική τέχνη με πολλές ιδέες και απόψεις, ενώ σκηνοθέτες σ΄ όλον τον κόσμο τις διαπραγματεύθηκαν ή επεξεργάστηκαν, στο πλαίσιο του μεταπολεμικού προβληματισμού, για το τι είναι και σε τι μπορεί να στοχεύει, το πολιτικό, αριστερής ιδεολογίας, θέατρο. Τα ίδια τα έργα του Μπρεχτ, ωστόσο, παραμένουν πιο ενδιαφέροντα από ποτέ, σύγχρονα μετά τον μεταμοντερνισμό, θησαυροί για σκηνικούς πειραματισμούς, για πολυεπίπεδο στοχασμό και ψυχαγωγία υψηλών αξιώσεων.

Στην παράσταση της καλλιτεχνικής εταιρείας «Μυθωδία» η σκηνοθεσία μεγαλούργησε. Στάθμισε αποτελεσματικά την ελκυστική μυθοπλασία με την μπρεχτική προβληματική, θέτοντας αμφότερες στην υπηρεσία ενός φιλικού θεάματος προς τον θεατή, παρά τη μεγάλη του διάρκεια. Επίσης, τόνισε το στοιχείο της αποστασιοποίησης, ακυρώνοντας επιδεικτικά τη σύμβαση κοινού – σκηνής, ως τρόπου αφήγησης που ταράσσει την ησυχία της πλατείας . Ίσως δεν άρεσε σε μερικούς η διαλεκτική σχέση ηθοποιών –θεατών, αλλά οι εκτιμήσεις όλων μας είναι υποκειμενικές. Θα πω, βέβαια, ότι παρά τις σχετικές αντιρρήσεις και τους εν θερμώ, μάλλον, αφορισμούς που διάβασα σε ιστοσελίδες ελεύθερης έκφρασης, ότι το συγκεκριμένο ύφος μιας σημερινής παράστασης, δεν παύει να είναι σημαντικό, για να παρακολουθήσει το κοινό, το πώς αντιλαμβάνεται ο σύγχρονος σκηνοθέτης τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η θεατρική γλώσσα στη χώρα μας, προφέροντας μια σειρά από ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις σε ιδιαίτερα έργα, όπως αυτό του «επικού θεάτρου».

Οι μουσικές επί σκηνής από όργανα,που οι ηθοποιοί παίζουν με δεινότητα, είναι μεν εύρημα σκηνοθετικό, αλλά δεν αποτελεί το κέντρο του κόσμου της. Ουσιωδώς συνεργάζεται αρμονικά με τα υπόλοιπα στοιχεία της αφήγησης και λειτουργεί υποκινητικά, για ν΄ αναδείξει τους θεατρικούς χαρακτήρες και να αιτιολογήσει τα κίνητρα των πράξεών τους στην εξέλιξη της ιστορίας. Νομίζω ότι το σύνολο τα καταφέρνει σε βαθμό υπερθετικό. Άλλωστε, τα ιντερμέδια που έγραψε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου δώρισαν απόλαυση, ευφορία.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα τολμηρό φορμαλιστικό εγχείρημα που προκαλεί τον θεατή σ’ έναν ενεργητικό τρόπο θέασης. Συμπράττουν σ’ αυτό όλοι οι συντελεστές. Ηθοποιοί, φωτισμοί, κοστούμια, πρωτότυπη μουσική και, κυρίως, σκηνοθετική ευρηματικότητα, ανθηρή φαντασία, τολμηρή προσέγγιση του κειμένου μέσα από οπτική σύγχρονης απόδοσης αρχαίου δράματος, ρομαντικού θέατρου και, εντέλει, απόλυτη «εξαργύρωση» των επιταγών του Μπρεχτικού ρεαλισμού.

Στους καταιγιστικούς ρυθμούς, στις θαυμαστές γρήγορες εναλλαγές ρόλων, στην αξιοποίηση κάθε μορφής ταλέντου απ’ τον καθένα ηθοποιό, στην άψογη συνεργασία, στην εκμετάλλευση όλων των χώρων της αίθουσας, στην ατέρμονη κίνηση όλων των μηχανισμών από την αρχή ως το τέλος, θα ξεχωρίσω δυο έξοχες σκηνές, ευφυέστατες σε σύλληψη κι εξαιρετικές στην εκτέλεσή τους. Αυτή της μονομαχίας των δυο αντιζήλων, λουσμένης στο κόκκινο του πάθους, σαν μια εξαίσια σεκάνς κινηματογραφικής ταινίας και εκείνη της αποθεωτικής απόδοσης απνευστί, σχεδόν, του εργοστασίου σε λειτουργία. Πολλά μπράβο στη σκηνοθεσία για τις φωτισμένες ιδέες και τις απίστευτα συγχρονισμένες υλοποιήσεις τους. Ο Νικορέστης Χανιωτάκης μελέτησε στη λεπτομέρεια το κείμενο και τη μπρεχτική ρητορική, ανακατεύτηκε στα χορικά αττικής κωμωδίας, συνεργάστηκε με ευφυείς ανθρώπους, ικανότατους επαγγελματίες και παρέδωσε στο κοινό μια υψηλών προδιαγραφών θεατρική εμπειρία.

Η Πέγκυ Τρικαλιώτη, σπουδαία ηθοποιός, συγκινεί με την εύθραυστη και αδυσώπητη δυαδικότητά της, κάθε φορά που απεκδύεται σπαρακτικά την καλοσύνη και ντύνεται την κακία. Ο Νίκος Πουρσανίδης πείθει, ως στιβαρό αρσενικό, για το ανάλγητο και τα πολλαπλά πρόσωπα ενός αιθεροβάμονα έρωτα, που ξέρει να ξεγελά ακόμη και αυτόν που πάει να σε γελάσει. Πολύ καλός κι ο έμπειρος Γιάννης Καλατζόπουλος σ΄ότι ερμηνεύει, μα κι όλος ο θίασος ανεβάζει τον πήχη ψηλά, κινείται σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες, συνθέτει με τις ερμηνείες μια απολαυστική επίδειξη ικανοτήτων και «δοξάζει» το αποτέλεσμα καλής χημείας κι άψογης συνεργασίας.

Είναι πιο σημαντικό, όπως το καλό και το κακό, που λειτουργούν ως συμπληρωματικές και όχι αντιτιθέμενες μεταξύ τους δυνάμεις, να σε κερδίζει το σύνολο αυτής της θεατρικής προσπάθειας: με όπλο της τη μετρημένη και κάποτε σκόπιμα άμετρη κίνηση, τις εύγλωττες σιωπές και τις εκκωφαντικές κραυγές αγωνίας, τις μεστές μελωδίες και τις μιμήσεις καιρικών, εσωτερικών μεταβολών, τις καίριες -αλλά και κάποτε απρόβλεπτα έξω από τη θεατρική συνθήκη- αφυπνίσεις προς το κοινό, το απροσδόκητα γλυκόπικρο χιούμορ, την πετυχημένη εναλλαγή ρόλων από ηθοποιούς- αγωνιστές, τη σκηνική απλότητα που συμπλέκεται με τη συνθετότητα μιας επιβλητικής αλλά όχι κυρίαρχης «κακίας», έτσι όπως φωτίζεται από τον φακό του Μπρεχτ, κάνει τους δευτεραγωνιστές, πρωταγωνιστές, το σκοτάδι, φως, το θέατρο, ζωή. Την ανταριασμένη θάλασσα, μέσα μας, απάγκιο λιμάνι προσφοράς και θυσίας. Προς τον άλλον!

Ακούμε στην αρχή: «Α, πολύ ωραίος μα την αλήθεια αυτός ο κόσμος!
Παντού δυστυχία, προστυχιά και απελπισία! Ακόμα και τα τοπία κατάντησαν αποκρουστικά: Τα όμορφα δέντρα είναι κουτσουρεμένα κι έχουν γίνει τηλεγραφόξυλα, και πέρα από τα βουνά, βαριά σύννεφα καπνού και βροντές από κανόνια! Πουθενά, πουθενά ούτε ένας καλός άνθρωπος!». Στον δε επίλογο, λέει ο ηθοποιός: «Το πώς θα πάψει αυτό το κακό, ψάχτε να το βρείτε μονάχοι σας. Πήγαινε, ψάξε, αγαπημένο μου κοινό. Μια κατάλληλη λύση πρέπει να υπάρχει. Όχι στο θέατρο, ψάξε τη στη ζωή!».

Μη χάσετε αυτήν την ευφρόσυνη και διδακτική παράσταση, όπου κι αν τη πετύχετε. Είναι «ακριβό» δώρο και, μάλιστα, από ιδιωτικό φορέα.

Συντελεστές:

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης

Πρωτότυπη μουσική : Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Δραματολογική συνεργασία/Απόδοση στίχων: Μαριλένα Παναγιωτοπούλου

Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα Μαχαιριανάκη

Κινησιολογία: Ειρήνη-Ερωφίλη Κλέπκου

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Βοηθός Σκηνοθέτη: Τόνια Καζάκου

Βοηθός παραγωγής: Αναστασία Γεωργοπούλου

Φωτογραφίες: Αγγελική Κοκκοβέ

Προβολή – Επικοινωνία: BrainCo

Τους εμβληματικούς ρόλους του έργου ενσαρκώνουν: Σεν Τε/Σουί Τα: Πέγκυ Τρικαλιώτη, Ιδιοκτήτρια Μι Τσου: Ηρώ Μουκίου, Βανγκ: Γεράσιμος Σκαφίδας, Αεροπόρος Γιανγκ Σουν: Νίκος Πουρσανίδης, Κουρέας Σου Φου: Κώστας Κάππας, Χήρα Σιν: Μπέτυ Αποστόλου, Μαραγκός Λιν Το: Γιάννης Καλατζόπουλος, Θεός: Αλκιβιάδης Κωνσταντόπουλος, Κυρία Γιανγκ: Ηλέκτρα Σαρρή.

Πληροφορίες

Θέατρο Αυλαία (Πλατεία ΧΑΝΘ / Τσιμισκή)

Τηλέφωνο: 2310 230013

Στις 9 Απριλίου η παράσταση ταξιδεύει στη Δράμα και θα παρουσιαστεί στο Δημοτικό Ωδείο.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ