«Μισοπλαγιασμένη κοντά εις την εστίαν, με σφαλιστά τα όμματα, την κεφαλήν ακουμβώσα εις το κράσπεδον της εστίας, το λεγόμενον «φουγοπόδαρο», η θεία – Χαδούλα, η κοινώς Γιαννού η Φράγκισσα, δεν εκοιμάτο, αλλ’ εθυσίαζε τον ύπνο πλησίον εις το λίκνον της ασθενούσης μικράς εγγονής της».

Ο παρατατικός γίνεται ενεστώτας στη σκηνή. Ακολουθεί η περιπλάνηση στο παρελθόν. Της Φραγκογιαννούς και της δικής μας. Υπερσυντέλικος κι αόριστος σχηματίζουν εικόνες στο παρόν. Ο νατουραλισμός του Παπαδιαμάντη, η σκηνοθετική δεινότητα του Πάνου Δεληνικόπουλου, η θεατρική γνώση του Νικηφόρου Παπανδρέου και η υποκριτική ικανότητα πέντε γυναικών ηθοποιών στην υπηρεσία της διαφώτισης του σύγχρονου θεατή, δια μέσου ενός ψυχογραφικού αφηγήματος, ώστε ν’ «αφουγκραστούμε» τις σκέψεις και να «δούμε» τις εσωτερικές διεργασίες μιας σκοτεινής ψυχής.

Η ταλαιπωρημένη, στερημένη, βουτηγμένη στην ανέχεια και στην αγόγγυστη υπηρεσία των άλλων γριά- Χαδούλα, τολμά όψιμα την επανάστασή της απέναντι στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων της εποχής της, που, δυστυχώς, «πνίγεται» στο αίμα. Οι ζοφερές εμπειρίες της μέσα σε μία ανδροκρατούμενη κοινωνία σταδιακά τη διαμορφώνουν σε μια ιδιόρρυθμη προσωπικότητα, σκληρή αλλά και ευαίσθητη, περιέργως πώς, έξυπνη, αλλά και προβληματισμένη για τη θέση τής γυναίκας στην εποχή της. Δε διστάζει να εκφράσει την περιφρόνηση και την απέχθειά της απέναντι στα θηλυκά παιδιά, από άποψη. Αρρωστημένη μεν, πολιτική δε.

Περί τα τέλη του 19ου αιώνα η συγκεκριμένη ιστορία. Η Ελλάδα της φτώχειας και των δεινών που αυτή συνεπάγεται, η Ελλάδα των προκαταλήψεων και των δεισιδαιμονιών, η Ελλάδα των διαχωρισμών και της γυναικείας υποτέλειας, του υψωμένου σε κάθε σπιτικό λάβαρου- προίκα, συμπυκνωμένη στα όρια ενός Σκιαθίτικου χωριού, μα απλωμένη στην κοινωνία μιας οικογένειας – δείγμα επαρχιώτικης ζωής στην περιορισμένη έκταση της χώρας, έτσι όπως την έστρωσε ο «Άγιος» των ελληνικών γραμμάτων Παπαδιαμάντης στο χαρτί κι έτσι όπως η τέχνη του θέατρου την αναβιώνει στον οικείο, πια, χώρο του θεάτρου « Τ » της οδού Φλέμινγκ.

Όταν σ’ ένα τέτοιο διήγημα – νουβέλα μπορεί ο συγγραφέας να περιγράψει και να εξηγήσει συμπεριφορές βάσει του γεωγραφικού στίγματος και της δυναμικής των ηθών σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο, τις αξίες και τις ιδέες που πηγάζουν απ’ αυτά, τότε λέμε το έργο του ηθογραφία, σ’ όποιον χαρακτήρα κι αν αναφέρεται. Επομένως, ηθογραφία έγραψαν ο Ίψεν κι ο Τσέχοφ, ο Λόρκα και ο Μίλερ, ο Ουίλιαμς κι ο Ξενόπουλος, ο Ψαθάς κι ο Καμπανέλλης. Ο δικός μας κορυφαίος πεζογράφος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ζει και γράφει σε μια αντιφατική αλλά γόνιμη σε ιδέες περίοδο. Τα έργα του ουσιαστικά συνιστούν μια συναρπαστική γενεαλογία των συγκλονιστικών γεγονότων, προσώπων και ιδεών που απαρτίζουν τον κόσμο του και μας επιτρέπουν μια λογοτεχνική περιδίνηση σε ό,τι νιώθουμε πως μας ξεπερνά. Πίσω από τους «Εμπόρους των εθνών» υπάρχουν ο βόρειος νατουραλισμός και «Η πείνα» του Κνουτ Χάμσουν, η μόδα της πεζοδρομιογραφίας, η οποία θριάμβευσε στα διηγήματα του Δημοσθένη Βουτυρά. Η παθολογία της ελληνικής κοινωνίας καταγράφεται και στον «Ζητιάνο» του Καρκαβίτσα και στη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη.

Ο Σκιαθίτης συγγραφέας έζησε μεταφράζοντας Άγγλους, Γάλλους και Ρώσους νατουραλιστές («Εγκλημα και τιμωρία» αλλά και διηγήματα του Τσέχοφ), μετέφερε στην ελληνική λογοτεχνία το ήθος των «Φτωχών» του Ντοστογέφσκι, της «Τρέλας» του Αντρέγιεφ, του «Βυθού» του Γκόρκι. Στο υπέδαφος της λογοτεχνικής ποικιλίας τάσεων κρυφοβράζει και ο πρώιμος επιθετικός φεμινισμός. Η δική του Φραγκογιαννού φτάνει στα άκρα της εγκληματικής λύσης το αφήγημα του φεμινισμού για τη θέση της γυναίκας στην εποχή που ονομάστηκε «βιομηχανική».

Το αριστουργηματικό τέλος του μυθιστορήματος του Παπαδιαμάντη, όπου η φόνισσα των κοριτσιών πνίγεται, πριν δικαστεί από την τρέχουσα Δικαιοσύνη και πριν ζητήσει την άφεση από τη Θεία Τιμωρία, δίνει το μέτρο ενός εξαίσιου αινιγματώδους μετεωρισμού, μιας ηθικής ευρύτητας, που σπάνια ανακαλύπτουμε όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

Στην ατμοσφαιρική, καθηλωτική παράσταση της Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης, οι συντελεστές δε μας δίνουν νέο θεατρικό έργο βασισμένο στη νουβέλα του Παπαδιαμάντη. Φέρνουν αυτούσιο στη σκηνή το κείμενο στη γλώσσα (αρχαΐζουσα και ντοπιολαλιά) του συγγραφέα, χωρίς να πλάσουν χαρακτήρες, αλλά μοιράζεται σε πέντε γυναίκες η ιστορία, με προεξάρχουσα τη σπουδαία Έφη Σταμούλη, η οποία μεταλλάσσεται από αφηγητής σε Φραγκογιαννού αυτοστιγμεί και καταθέτει σπαράγματα. Αυτή η γυναικεία μονάδα αποτελεί τον πρώτο δραματουργικό άξονα, όπου στηρίχθηκε ο σκηνοθέτης. Είναι η ίδια η Φόνισσα. Μια ώριμη, βασανισμένη, πολύτεκνη μάνα και γιαγιά, με όνειρα ακυρωμένα, που μας ανάγει στη μυθολογία της γυναίκας των αρχών του αιώνα. Η θεία – Χαδούλα ενσυνείδητα αφαιρεί τη ζωή για να την προστατέψει, κι έτσι αυτομάτως εκδιώκεται στον χώρο της ύβρεως και μετατρέπεται σε πρόσωπο τραγικό. Ο δεύτερος άξονας του Δεληνικόπουλου είναι ο περίγυρος των γυναικών, ως δείγμα τυπικό του γυναικωνίτη της κλειστής αγροτικής κοινότητας, με δράση που εκτείνεται από την κουτοπονηριά ως την ενόραση, ενώ όλες τους ενσωματώνονται στον αφηγητή που φορτίζει την ένταση με την ιδιότητα του αναγνώστη, υποδυόμενες παράλληλα και τους αμήχανους, ενίοτε κωμικούς, άνδρες του έργου.

Η σκηνοθεσία με τον τρόπο που ξετυλίγει τον μύθο συνδέει το νεοελληνικό σημερινό στίγμα με τη διαδρομή του ελληνικού πολιτισμού στο πέρασμα των χρόνων. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζουμε την οικουμενικότητα του Παπαδιαμάντη σε ευρηματικές σκηνές, όπως αυτές της Φόνισσας που ενδύεται το θρησκευτικό συναίσθημα ως ασπίδα προστασίας κι η αψάδα της ηρωίδας γλυκαίνεται από το gospel «Αλληλούια», που συνοδεύει την ανατριχιαστική απόδοση της Έφης Σταμούλη.

Στα ευφάνταστα και άκρως λειτουργικά σκηνικά συναντάμε μεγάλα κιβώτια σε γήινα χρώματα, τα οποία εξυπηρετούν τη ροή σαν αντικείμενα- μπαούλα, σα φυσικές κοιλότητες – σπηλιά, βράχια, ενώ το φόντο στο βάθος σχηματίζει έναν μαύρο όγκο – βουνό, ο Γολγοθάς, θαρρείς, της Γιαννούς κι έναν θολά γαλάζιο ουρανό. Ο φωτισμός κινείται σε γκρίζους τόνους, ενίοτε βαθυσκότεινους, μυσταγωγικούς, προσδίδοντας ατμόσφαιρα πένθους, αγωνίας, γιατί όχι χιτσκοκικούς, ιδίως όταν η Φόνισσα – Σταμούλη αφηγείται με συγκλονιστικές λεπτομέρειες τον στραγγαλισμό ενός κοριτσιού. Οι τέσσερις γυναίκες που πλαισιώνουν την κορυφαία είναι ισότιμες, εξαιρετικές κι επωμίζονται αφήγηση και ρόλους. Εντυπωσιάζουν και συγκινούν στα α καπέλα δημώδη άσματα που ντύνουν καίριες σκηνές. Σοφά μελετημένες, δουλεμένες στη λεπτομέρεια και θαυμαστά συγχρονισμένες όλες οι συνιστώσες αυτού του εγχειρήματος.

Πρόκειται για παράσταση συνόλου, που αφηγείται μεν την ιστορία της Φραγκογιαννούς, αλλά την αναβιώνει μ’ έναν έξοχο, συγκλονιστικό τρόπο, μέσα από μια θεατρική γλώσσα λιτή, όμως πλούσια σε συναισθήματα και εικόνες. Κλείστε έγκαιρα θέσεις κι απολαύστε θέατρο και λογοτεχνία σε εβδομήντα απογειωτικά λεπτά.

Συντελεστές

Προσαρμογή κειμένου: Νικηφόρος Παπανδρέου, Πάνος Δεληνικόπουλοςο θίασος
Σκηνοθεσία – Μουσική Επιμέλεια: Πάνος Δεληνικόπουλος
Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρία Καραδελόγλου
Κίνηση: Σοφία Παπανικάνδρου
Φωτισμοί: Αθηνά Μπανάβα
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Σοφία Τσιριγώτη
Creative / Art / Φωτογραφίες / Trailer: Τάσος Θώμογλου

Γραφιστικός σχεδιασμός: Μαριέττα Πανίδου
Μοντάζ trailer: Εύη Μίνου
Κατασκευή σκηνικού: Γιώργος Μαυρόπουλος
Κατασκευή κοστουμιών: Δέσποινα Γωνιάδου
Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου

ΠΑΙΖΟΥΝ (με αλφαβητική σειρά)
Σοφία Βούλγαρη
Έλσα Καρακασίδου
Ζωή Λαζαριώτου
Αρετή Πολυμενίδη
Στον ρόλο της Φόνισσας η Έφη Σταμούλη

 ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ