Εκατό λεπτά αδιάκοπης κίνησης στην τεράστια σκηνή της αίθουσας «Φίλων της Μουσικής» στο «Μέγαρο» Θεσσαλονίκης. Εκατό λεπτά σ’ ένα διαρκές demi-plié κλασικού χορού απ΄ όλα τα μέλη του θιάσου, αυτού του εκπαιδευμένου εσμού καλλιτεχνών, που εντυπωσίασε το πολυπληθές κοινό με την άνεση, τον συγχρονισμό, την υποκριτική, κινητική, φωνητική δεινότητά του. Εκατό ευφρόσυνα λεπτά συντονισμένης, άψογα ενορχηστρωμένης προσπάθειας όλων των δυνάμεων επί σκηνής, ώστε να τελεσφορήσει το εγχείρημα –παράσταση, στην οποία το επίθετο «υψηλός» σε όλα τα γένη έλαμψε από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή της σαιξπηρικής «Κωμωδίας των παρεξηγήσεων», έτσι όπως τη σχεδίασε και υλοποίησε με γνώση, ευστροφία, φρεσκάδα, ευρηματικότητα η καινοτόμος σκηνοθέτις Κατερίνα Ευαγγελάτου κι ύστερα από πολλή δουλειά και γόνιμη συνεργασία με τους υπόλοιπους συντελεστές.

Ό,τι έγραψε ο Άγγλος συγγραφέας, από το πιο εύπεπτο ως το πιο δυσεπίλυτο, από το πιο απλό ως το πλέον σύνθετο έργο, αποτέλεσε κι αποτελεί – εδώ και πέντε περίπου αιώνες – λόγο κι αφορμή για μια ξεχωριστή προσέγγιση των ανθρώπων του θεάτρου: συγγραφέων, σκηνοθετών, ηθοποιών, σκηνογράφων, φωτιστών, ενδυματολόγων, ώστε να προκύψει μια θεατρική δημιουργία ικανή να τέρψει αισθήσεις, ν’ αφυπνίσει συνειδήσεις, να κατηχήσει, να ψυχαγωγήσει, να διαμορφώσει επίπεδα ανάγνωσης και ν’ αντισταθεί στον όρο «θνησιγενής» που συνοδεύει την τέχνη. Μια σπουδαία πληροφορία που έρχεται από τον Πήτερ Μπρουκ είναι ότι στα τριάντα επτά έργα του, ο Σαίξπηρ, έπλασε χίλιους χαρακτήρες, πράγμα που σημαίνει πως «κατορθώνει ξανά και ξανά να μπαίνει μέσα σε χίλιες απόψεις.

Όποιος ανατρέξει σε πηγές για την «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» θα σκαλώσει, πρωτίστως, στο επίθετο «λαϊκή». ΄Όντως, κωμωδία λαϊκή, πρωτόλεια του μεγάλου ποιητή, που, όμως, είναι ευφάνταστο παιχνίδι αναζήτησης του εαυτού μας μέσα στο γαϊτανάκι αβεβαιοτήτων και παρεξηγήσεων που σκαρώνει η ζωή, με ή δίχως αφορμή.

Η συγκεκριμένη παράσταση έχει ήδη διαγράψει έναν πετυχημένο κύκλο παρουσίασής της στην Αθήνα και πραγματοποιεί το πρώτο σύντομο ταξίδι της στη Θεσσαλονίκη. Εύχομαι να μην είναι ο τερματικός της σταθμός. Η Κατερίνα Ευαγγελάτου, που υπογράφει τη σκηνοθεσία, παρήγγειλε στον πολυβραβευμένο και πολυγραφότατο Διονύση Καψάλη τη μετάφραση.

Δύο ζευγάρια διδύμων αγοριών, χωρισμένα από μωρά και μεγαλωμένα τα μεν στην Έφεσο τα δε στις Συρακούσες, βρίσκονται ξαφνικά στην ίδια πόλη. Κανείς από τους τέσσερις δε γνωρίζει πως στους ίδιους δρόμους κυκλοφορεί και ο αδελφός του. Κανείς από όσους συναντούν δεν μπορεί να τους ξεχωρίσει, μια που, εκτός από το ότι είναι ολόιδιοι, έχουν και τα ίδια ονόματα. Δύο Αντίφιλοι και δύο Δρόμιοι. Το μπέρδεμα τεράστιο. Σε ποιον Αντίφιλο κάνει σκηνή η γυναίκα του Εφέσιου; Ποιος φλερτάρει την αδελφή της; Από ποια απειλείται ο Συρακούσιος Δρόμιος και γιατί; Μέσα σ’ αυτή την αλλόκοτη συνθήκη εκτυλίσσεται μια ιλιγγιώδης φάρσα, στην οποία κυριαρχούν η πλάνη και οι αλλεπάλληλες παρεξηγήσεις, καθώς τα πρόσωπα διασταυρώνονται. Το όριο μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας σταδιακά θολώνει, ενώ κάθε βεβαιότητα καταρρέει και κανένας δεν είναι αυτός που νομίζει ότι είναι.

Κύρια πηγή του έργου είναι, όπως και στο «Ημέρωμα της στρίγκλας» και στις «Εύθυμες κυράδες» του Ουίνδσορ, μια ρωμαϊκή κωμωδία, οι «Μέναιχμοι» του Πλαύτου. Ειδικά όμως η «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» αποτελεί, όπως τονίζει ο μεταφραστής της, «ιδιοφυή διασκευή του ρωμαϊκού προτύπου της, στην οποία ο Άγγλος επίγονος ξεπέρασε κατά πολύ τον Λατίνο πρόγονό του». Διπλασιάζοντας το ζεύγος των διδύμων του Πλαύτου με την προσθήκη των δίδυμων υπηρετών και ενοφθαλμίζοντας στοιχεία του καιρού του στον κορμό της ρωμαϊκής κωμωδίας, όχι μόνο πολλαπλασίασε το ρεπερτόριο των πιθανών παρεξηγήσεων και των κωμικών καταστάσεων αλλά πρόσθεσε και μια διάσταση ανήσυχου βάθους, η οποία δεν υφίσταται στο λατινικό πρότυπο». Τα λογοπαίγνια, τα πειράγματα, οι αισχρολογίες εκφέρονται, συνεχίζει ο Δ. Καψάλης, «με μια δύναμη υπονόμευσης και αιφνιδιασμού, που παρόμοιά της θα συναντήσουμε, στον εικοστό αιώνα πια, στις κωμωδίες των Αδελφών Μαρξ». Η κωμωδία των παρεξηγήσεων είναι το πιο μικρό έργο – 1.780 στίχοι όλο κι όλο, δεν ξέρουμε πότε ακριβώς γράφτηκε, ίσως τον Δεκέμβριο του 1594.

Η παράσταση: Πέρα από την εξαιρετική, λυρική, έμμετρη, θεατρική και σύγχρονη μετάφραση του Διονύση Καψάλη, πέρα από τις αναμενόμενες έξοχες ερμηνείες των Νίκου Κουρή και Ορφέα Αυγουστίδη στους ρόλους των διδύμων αφεντικών και δούλων, ο θεατής μπορεί και πρέπει να σταθεί στις άλλες παραμέτρους της επιτυχίας.

Ερμηνείες αξιέπαινες από το σύνολο των ταλαντούχων κι εκπαιδευμένων σε πολλές μορφές τέχνης ηθοποιών. Ευφάνταστα, πολύχρωμα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα, που παρέπεμπαν στην Commedia dell’arte, μακιγιάζ και κίνηση – δάνειο από ιαπωνικό θέατρο, το οποίο συνδυάζει στοιχεία χορού, δράματος, μουσικής και ποίησης με την υψηλή αισθητική. Η Πατρίσια Απέργη και η σκηνοθεσία έδωσαν ύφος και στιλιζάρισμα ζωντανού κόμικ, ένα χιουμοριστικό δημιούργημα animation της Pixar, θαρρείς, με φυσικούς ήχους από χαρισματικούς επί σκηνής καλλιτέχνες, οι οποίοι συνόδευαν κινήσεις και λόγια σ’ όλη τη δράση.

Έξυπνο, λειτουργικό σκηνικό με περιστρεφόμενους καθρέφτες, όπως η είσοδος – έξοδος πολυσύχναστου χώρου. Μια εμπνευσμένη ιδέα της Εύας Μανιδάκη, που «μίλησε» στους θεατές ως προστακτική έγκλιση: «δείτε τον εαυτό σας, απέναντί σας κι ερμηνεύστε τα πρόσωπά του». Οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ εξυπηρέτησαν ιδανικά τη δομή του κειμένου. Ξεχωριστή μνεία στη συναρπαστική μουσική σύνθεση του Γιώργου Πούλιου, η οποία μεγέθυνε το στοιχείο της φάρσας κι έδωσε αξιοθαύμαστη ευκρίνεια στη θεατρική συνθήκη που δημιούργησε η Κατερίνα Ευαγγελάτου.

Η βραβευμένη νεαρή σκηνοθέτις, έχοντας κιόλας στο ενεργητικό της θεατρικές επιτυχίες σε Ελλάδα και εξωτερικό, έβαλε την υπογραφή της σε μια φορμαλιστική παράσταση, στην οποία ο λαϊκός χαρακτήρας του έργου δεν ήταν ευδιάκριτος, όμως αν ήταν δε θα μιλούσαμε για καινοτομία ή σύγχρονη προσέγγιση κειμένου του 16ου αιώνα, αλλά για μια τετριμμένη ανάγνωση φάρσας με κλασική διαχείριση των στοιχείων της, εύκολο γέλιο και καθόλου προβληματισμό, στοιχεία που δικαιώνουν τους υποστηρικτές της άποψης ότι η «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» του Σαίξπηρ, είναι ένα νεανικό, εύπεπτο λαϊκό κείμενο του μεγάλου δημιουργού. Πιθανώς, η εφαρμογή της φόρμας, που επέβαλε η Κατερίνα Ευαγγελάτου, ν’ απαίτησε εξαντλητικές πρόβες και μεγάλες αντοχές από τους ηθοποιούς, αλλά το αποτέλεσμα δικαίωσε όλους όσοι συμμετείχαν και το παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού στο φινάλε επιβεβαίωσε τις σπουδαίες ικανότητες τους, την πειθαρχία τους και τη σκληρή προετοιμασία τους σε μια ιδιαίτερη παράσταση – σημαντική εμπειρία για κείνους και για το κοινό.

Συντελεστές:

Νέα Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Κίνηση-Χορογραφία: Πατρίσια Απέργη
Μουσική Σύνθεση: Γιώργος Πούλιος
Σχεδιασμός Φωτισμών: Ελευθερία Ντεκώ
Κατασκευή Κοστουμιών: Δέσποινα Μακαρούνη
Βοηθός Σκηνοθέτη: Χριστίνα Ματθαίου
Φωτογραφίες: Πάνος Γιαννακόπουλος
Διεύθυνση Παραγωγής: Όλγα Μαυροειδή
Βοηθός Παραγωγής : Πάνος Σβολάκης
Παραγωγός: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Διανομή:
Αντίφιλος o Συρακούσιος – Αντίφιλος o Εφέσιος: Νίκος Κουρής
Δρόμιος ο Συρακούσιος – Δρόμιος ο Εφέσιος: Ορφέας Αυγουστίδης
Αδριανή: Δήμητρα Βλαγκοπούλου
Λουκιανή: Αμαλία Νίνου
Αιγαίων: Ερρίκος Μηλιάρης
Δούκας: Νίκος Πυροκάκος
Άντζελο: Γιώργος Νούσης
Έμπορος: Βαλάντης Φράγκος
Αξιωματικός: Στέλιος Παυλόπουλος
Εταίρα: Ελίζα Σκολίδη
Δρ. Στυφός: Πάνος Ζυγούρος
Ηγουμένη: Μαριάμ Ρουχάτζε

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ