Η πάλαι ποτέ «φωλιά» της «Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης», σήκωσε και πάλι αυλαία και οι «Όψεις Πολιτισμού» μοιράζονται με τους θεατές την ατμόσφαιρα ενός καινούργιου εγχειρήματος, μιας νέας ελπίδας στην πόλη της Θεσσαλονίκης . Ο χώρος ανακαινισμένος επαναλειτουργεί, υποδέχεται θεατρικά σχήματα, ανεβάζει τον πήχη ψηλά και στήνει γέφυρα με το θρυλικό «Θέατρο Τέχνης – Κάρολος Κουν».

Ο καινούργιος επισκέπτης είναι η ομάδα «Μυθωδία» και μια παράσταση που συζητήθηκε εύτονα στην Αθήνα για την τολμηρή προσέγγιση του περίφημου Αμερικανού συγγραφέα Έντουαρντ Άλμπι στο δίπολο ηθικό- ανήθικο, λογικό – παράλογο, επιθυμία – εξαναγκασμός, κανονικότητα – ιδιαιτερότητα, για τη σκηνοθετική άποψη στις προαναφερθείσες αντιθέσεις του πολυτάλαντου και ρηξικέλευθου σκηνοθέτη Νικορέστη Χανιωτάκη και για τις ερμηνείες των ηθοποιιών, ιδίως του χαρισματικού Νίκου Κουρή.

«Οι άνθρωποι λένε ψέματα στον εαυτό τους» είπε ο θεατρικός συγγραφέας Έντουαρντ Αλμπι σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του το 2011 στην «Daily Telegraph». «Οι άνθρωποι λένε ψέματα για το ποιοι είναι και πώς βλέπουν τον εαυτό τους. Το έργο μου αφορά την ανικανότητά μας να είμαστε αντικειμενικοί με τον εαυτό μας». Ο Αλμπι, που έφυγε από τη ζωή στα 88 του στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Το ταλέντο του κατακεραύνωσε το παγκόσμιο θεατρικό στερέωμα το 1962, όταν έγραψε το έργο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» με θέμα την ανελέητη, κανιβαλική σχέση ενός μεσόκοπου παντρεμένου ζευγαριού διανοουμένων.

Στην πορεία του, ο Έντουρντ Άλμπι, υπήρξε ένας από τους πιο επιτυχημένους, πολυβραβευμένους συγγραφείς, αφού κέρδισε τρία Πούλιτζερ και δύο βραβεία Τόνυ. Αυτό όμως που τον ξεχώρισε είναι η ορμητική ελευθερία στη σκέψη του και η πρωτοτυπία των έργων του που κράτησε ως τα γεράματά του. Αρκεί κάποιος να δει τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται το κεντρικό θέμα στη «Γίδα», όπου ένας διάσημος κι επιτυχημένος αρχιτέκτονας, ο Μάρτιν, ερωτεύεται πνευματικά και σωματικά μια γίδα και στη συνέχεια προσπαθεί να πείσει τη γυναίκα του και τον γιο του ότι η συγκεκριμένη στάση του είναι ηθικά νόμιμη και αδιαμφισβήτητο δικαίωμά του. Τελικά, ό,τι οικοδόμησε ο ίδιος κατακρημνίζεται στο βαθύ ρήγμα που άνοιξε η σοκαριστική αποκάλυψη «κτηνοβασίας», χωρίς ποτέ ν’ αναρριχηθεί το όποιο προηγούμενο πολύτιμο.

 Με γλωσσική ακρίβεια και σκοτεινό κωμικό χρονοδιάγραμμα, ο συγγραφέας καταθέτει μια ανατρεπτική άποψη σχετικά με τα όρια ανοχής και αντοχής που μπορεί να υιοθετήσει η φιλελεύθερη κοινωνία και προσκαλεί το κοινό ν’ αναλογιστεί από πού και πώς αντλούνται γραμμές κανονικότητας και αποδοχής.

Η φράση – υπότιτλος: «σημειώσεις για τον ορισμό της τραγωδίας», προοιωνίζεται τη δραματική έκβαση της συνέχειας και τα αναμενόμενα αδιέξοδα των προσώπων. Πρόκειται για μια μελέτη με αλληγορικό ύφος πάνω στην εμμονή του ανθρώπου να υπερβάλλει για την ύπαρξή του, αλλά και για το αίσθημα της μειονεξίας που, ενίοτε, νιώθει έναντι των άλλων. Είναι αντιληπτό ότι ο Αμερικανός συγγραφέας προσπαθεί εδώ να συσσωματώσει, κατά κάποιο τρόπο, την αριστοτελική παράδοση της τραγωδίας. Η επιλογή του ζώου δεν είναι τυχαία, καθώς παραπέμπει ευθέως στην «Τράγου Ωδή», αλλά και ακόμα πιο πέρα, στη θυσία του «αποδιοπομπαίου τράγου» της ιουδαϊκής και χριστιανικής παράδοσης με τον εξιλαστήριο και καθαρτικό της ρόλο.

Το κείμενο στα χέρια του εύστροφου, καινοτόμου Νικορέστη Χανιωτάκη, που, ήδη, μας χάρισε στη Θεσσαλονίκη μια εξαιρετική ανάγνωση του «Καλού ανθρώπου του Σετσουάν», έτυχε επεξεργασίας ως θεατρική απόπειρα επαναδιατύπωσης της έννοιας του τραγικού στις συντεταγμένες της σύγχρονης εποχής. Κι ενώ στο έργο ο Αλμπι στρέφει το βλέμμα βαθιά στον κλειστό πυρήνα της αμερικανικής οικογένειας, γεγονός που τον κρατά δεμένο στο άρμα της δραματουργικής κουλτούρας των άλλων μεγάλων Αμερικανών, του Ο’Νηλ, του Ουίλλιαμς και του Μίλλερ, ενώ προσπαθεί, με την αλληγορία της κτηνοβασίας, να καταδείξει κατά πόσο ο περιχαρακωμένος σε κοινωνικούς τύπους αστός, έχει απωθήσει συστατικά στοιχεία της απόκρυφης φύσης του και μέχρι ποιου σημείου μπορεί να οριοθετηθεί το κοινωνικά ανεκτό, ο σκηνοθέτης στήνει το δικό του εγχείρημα ως αντίληψη οικουμενική, ως ζήτημα- δραπέτης από δόγματα, από κανόνες, από τεχνητά όρια, από κοινωνικά status και πατροπαράδοτες συμπεριφορές.

Ευρηματικά μεν, τολμηρά δε, ο Χανιωτάκης διερευνά τα αιτήματα του διαφορετικού και του απαγορευμένου που θίγει ο συγγραφέας και δίνει αφορμές στους θεατές, αρκετούς από τους οποίους ανέβασε στη σκηνή περιμετρικά του δωματίου- κέντρου προσοχής, να διερευνήσουν τον βαθύτερο εαυτό τους. Αν αυτό γεννά δυσφορία ή φέρνει στην επιφάνεια μυστικά και ψέματα, τότε η σκηνοθεσία έχει πετύχει τον στόχο της.

Ο ευρηματικός, λοιπόν, σκηνικός χώρος (Αρετή Μουστάκα) – μία γυάλινη κατασκευή – ανάγεται σε «φυλακή» μέσα στην οποία ασφυκτιούν τα πρόσωπα του έργου, ενώ δημιουργεί μία αίσθηση κλειστοφοβική, απόλυτα συμβατή με την ψυχική κατάσταση των ηρώων. To κοινό, στο μεταξύ, αισθάνεται σα μια μύγα στο τζάμι, που έχει έρθει πολύ κοντά σε μια οικογένεια, η οποία εξωτερικεύει τον χειρότερο εαυτό της, νιώθει ότι δεν πρέπει να βλέπει, αλλά δεν μπορεί να σταματήσει να βλέπει τις εξελίξεις, τις συγκρούσεις, τις απρόσμενες ή αυτονόητες ταραχές και τις ξαφνικές «ηφαιστειακές» εκρήξεις που συμβαίνουν ανάμεσα στα μέλη της.

Η ιδέα της διάφανης κάμαρης φανερώνει αλήθειες που αρνούμαστε να παραδεχτούμε, όπως: «η πιο βασανιστική φυλακή είναι αυτή που χτίζουμε οι ίδιοι. Συχνά, όταν ξεσπάει στο εσωτερικό της φουρτούνα, τα κύματα λερώνουν το γυάλινο κελί μας, οι διάφανοι τοίχοι επιτρέπουν τον περίγυρο να δει, όχι όμως ν’ απλώσει χέρι, να διαφοροποιήσει την ατμόσφαιρα, να φέρει ηρεμία, να στεγνώσει την υγρασία, να δωρίσει ανατροπή. Υπεύθυνοι για την αντάρα και τη νηνεμία είμαστε μόνο εμείς». Η ομάδα παίζει, αυτοσαρκάζεται και σαρκάζει: «η γίδα είναι στο πρόσωπό σας. Ξέρουμε ότι αυτό είναι βάναυσο και άγριο, όμως είναι αξιοθαύμαστο κι ασταμάτητα αστείο, ακόμα και όταν αισθάνεστε σα να μην γελάτε». Ο Χανιωτάκης και οι ηθοποιοί του καταφέρνουν να επιτύχουν την ισορροπία μεταξύ αυτού του ειρωνικού χιούμορ και του κατανοητού τρόμου της κατάστασης κι ο θεατής, ο υποψιασμένος θεατής, το εισπράττει. Άλλωστε, η ρέουσα μετάφραση του Νικορέστη Χανιωτάκη επιτρέπει να εκτιμήσουμε τις λεπτότητες και τις επιλογές που υποκινούνται από την αγάπη. Ο ίδιος, ως σκηνοθέτης, μας προσφέρει το θαύμα της ελεύθερης επιλογής σε όλη τη διαδρομή της ιστορίας, σε σεξουαλικά, προσωπικά, ψυχολογικά και πολιτικά επίπεδα. Ασφαλώς, αυτά διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Οι ερμηνείες σε υψηλό επίπεδο, μα ο Νίκος Κουρής καταθέτει μια από τις καλύτερες στιγμές του, σωματοποιεί τον εσωτερικό πανικό, τις ενοχές και τις απεγνωσμένες εκρήξεις του Μάρτιν, ενώ,ταυτόχρονα, εξωτερικεύει αχαλίνωτα τις κωμικές πτυχές του. Όποιο επίθετο και ν’ ανασύρω από τον θησαυρό της ελληνικής γλώσσας για να στεφανώσω την ερμηνεία του είναι μικρό. Πολύ μικρό, μπροστά στο μεγαλείο του ταλέντου του. Για το ρεσιτάλ που δίνει και μόνο, αξίζει να δει κανείς την παράσταση.

Η Λουκία Μιχαλοπούλου (Στήβυ), ακροβατεί επιδέξια ανάμεσα στην τραγικότητα και στο διαβρωτικό χιούμορ, εκφράζοντας την αντίδραση μιας γυναίκας που βλέπει ξαφνικά την τακτοποιημένη ζωή της να σακατεύεται. Κερδίζει τη συμπάθεια του κοινού, το οποίο επαινεί ιδιαίτερα την ενέργειά της στη δεύτερη πράξη.

Ο νεαρός Μιχάλης Ταμπακάκης επενδύει στον gay γιο Μπίλλυ, ένα αυθεντικό μείγμα τρωτότητας, σύγχυσης και δικαιολογημένης οργής. Αρέσει και ο Γιάννης Δρακόπουλος, ως φίλος – διαβολέας, του ζευγαριού.

Πρόκειται, σαφώς, για μια τολμηρή παράσταση, μακριά απ’ τα αστικά δράματα που έχουμε συνηθίσει με τους νευρωτικούς χαρακτήρες σ’ ένα αναπόφευκτο σκηνικό σαλονιού. Κι αν κάποιος αναρωτηθεί « μα γιατί η πέτρα του σκανδάλου να είναι μια κατσίκα;» ας ανατρέξει στην ελληνική μυθολογία. Τα διονυσιακά φεστιβάλ περιελάμβαναν διαγωνισμούς τραγουδιών που διοργανώνονταν προς τιμήν του Διονύσου, θεού του κρασιού, της αναγέννησης, της γονιμότητας και των αγαθών πολυτελείας. Το βραβείο ήταν μια ζωντανή γίδα που στη συνέχεια θυσιαζόταν. Θα μπορούσαμε να πούμε, ίσως σκωπτικά, ότι μ’ έναν περίεργο τρόπο το θέατρο γεννήθηκε μέσα από την αγάπη για τα ζώα.

Υ.Σ : Διαπίστωση: Οι καθημερινές ειδήσεις είναι πολύ πιο συγκλονιστικές από την ακραία θεατρική φαντασία.

Συντελεστές:

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης

Σκηνικά – Κοστούμια: Αρετή Μουστάκα

Πρωτότυπη μουσική-Επιμέλεια Ήχων: Γιάννης Μαθές

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Βοηθός Σκηνοθέτη: Τόνια Καζάκου

Οργάνωση παραγωγής: Μαριάννα Παπασάββα

Επιμέλεια & Εκτέλεση Χτενισμάτων: Ελένη Πανέτσου
Μακιγιάζ: Μαρίζα Μέξα

Φωτογραφίες: Αγγελική Κοκκοβέ

Παραγωγή: Μυθωδία

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ