Δόξα στον Θεό, οι «μουσσώνες» τέλειωσαν. Ο Ιούλιος ξόδεψε κόλας το πρώτο του δεκάρι, η «5η Εποχή» που επρόκειτο ν’ ανοίξει το 61ο Φεστιβάλ Φιλίππων ατύχησε και θα ξαναφέρει την «Ηλέκτρα» του στις 9 Αυγούστου, το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών πάλι, ήταν τυχερό. Ο ουρανός αστρογεμιστός, μάζεψε πολύ κόσμο στο υπαίθριο θέατρο του Φρουρίου και, πραγματικά, δεν περίμενα ότι μια τέτοια «Δύση» θα το κατάφερνε.

Το έργο αυτό, που φοράει το καλοκαιρινό του ρούχο με τη στάμπα «Γουέστερν Κρητικό», γράφτηκε και παρουσιάστηκε πριν από έξι χρόνια στην Αθήνα. Φέτος, με άλλη σύνθεση, το περιφέρουν οι παραγωγοί στην Περιφέρεια και καλά κάνουν. Και γιατί μαζεύουν χρήματα και γιατί ο κόσμος το φχαριστιέται. Το είδα με τα μάτια μου, το άκουσα με τ’ αυτιά του. Χάχανα αρχικά, τρανταχτά γέλια στη συνέχεια.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στα Λιβανιάννα των Σφακίων. Μια οικογενειακή επιχείρηση, πανσιόν χωρίς πελάτες, χωρίς νερό, χωρίς τηλέφωνο (καταραμένη οικονομική κρίση), δοκιμάζει τις αντοχές των σχέσεων μιας μάνας με τα δίδυμα παιδιά της, αγόρι- κορίτσι. Στο μεταξύ, ένας παλιός έρωτας της μάνας θα κάνει την εμφάνισή του 25 χρόνια αργότερα (μετανάστης από Σουηδία μεριά, αλλά περιέργως πώς, καουμπόης με πούρο, καπέλο, πιστόλι, αλλά χωρίς μπότες, σπιρούνια και καθόλου άγριος) και θα φέρει καινούργια προβλήματα πριν από τη λύση.

Ο συγγραφέας στο σημείωμά του λέει χαρακτηριστικά: «πρόκειται για κωμωδία με πολύ πιστολίδι, κρητική λεβεντιά κι ελληνική περηφάνια. Μια αλληγορία για την Ελλάδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2012». Έξι χρόνια μετά, η παράσταση ξαναστήθηκε κι ήρθε στην πόλη μας. Αν αναλογιστούμε ότι έχουμε δει εξωφρενικές «κωμωδίες- δράματα» στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Φιλίππων και, μάλιστα, με πιο «ηχηρά» ονόματα, πάλι καλά που εδώ ο κόσμος το χάρηκε. Το αλαλούμ της «αλληγορίας».

Έναρξη με Ennio Morricone από τον «Καλό, τον Κακό και τον Άσχημο». Δεν το λες πρωτότυπο ούτε εύρημα. Το αποδέχεσαι, όμως, επειδή του χαρίζεις του σκηνοθέτη (Μπέσσυ Μάλφα) μια σατιρική διάθεση. Από κει και μετά χαίρεσαι τα δρώμενα, εσύ ο θεατής που αγαπάς το ερασιτεχνικό θέατρο κι έχεις δει όλους τους θιάσους της πόλης να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό επί σκηνής, το επευφημείς και το διαδίδεις και σε άλλους συγγενείς και φίλους, να πάνε να θαυμάσουν και να χειροκροτήσουν τα «παιδιά».

Η Μπέσσυ Μάλφα, όμορφη και ταλαντούχα γυναίκα, καλλικέλαδη και με ζηλευτά εμφανισιακά προσόντα, έγινε σκηνοθέτις και πρωταγωνίστρια στο ίδιο έργο. Χάραξε τους «διαδρόμους» στη σκηνή, για το πήγαινε- έλα του θιάσου, υπέδειξε πότε θα μπουν από κει, πότε θα βγουν απ’ την άλλη, πότε θα αστειευτούν με χοντράδες και υπερβολές, πότε θα εκβιάσουν το γέλιο του κόσμου (εντελώς περιττό, αφού έτσι κι αλλιώς διψάνε γι’ αυτό οι θεατές), έβαλε και κάτι εφέ με ehco στα μικρόφωνα, πέταξε μερικά βρομόλογα για να’ ναι mainstream η σκηνοθεσία της, αλλά δεν αντιλήφθηκε ότι στους ερασιτέχνες συγχωρείται η προσπάθεια να μιλήσουν κρητικά χωρίς να είναι Κρήτες κι έτσι γλυτώνουν τη γελοιοποίηση, ενώ στους επαγγελματίες, επ’ ουδενί. Το εγχείρημα ήταν περισσότερο από άστοχο. Ήταν καραμπινάτη αποτυχία, μια και η καραμπίνα είχε περίοπτη θέση και σημαντικό ρόλο στην παράσταση. Ευτυχώς, που τόσο η ίδια όσο και η Πηνελόπη Πλάκα είναι ωραίες γυναίκες κι ο θεατής χάζευε άλλα πράγματα από την απαράδεκτη προσπάθειά τους να γίνουν Κρητικές, μάνα και κόρη, μ’ ένα «γιάντα», αλλά έγιναν από την πρώτη σκηνή ως την τελευταία, γραφικές φιγούρες που περιφέρονταν, έδειχναν τα κάλλη τους και φωνασκούσαν υπό την επίφαση της ερμηνείας.

Το δίδυμο αγόρι που υποδύθηκε (λέμε τώρα) ο νεαρός Τάσος Κονταράτος, είχε δουλέψει πολύ περισσότερο την κρητική προφορά πετυχαίνοντάς την αρκετές φορές, δυστυχώς όμως, τα επιθεωρησιακά του καμώματά –υποθέτω κατ’ εντολή σκηνοθέτιδος- κατέβασαν τον πήχη χαμηλά, εκεί ακριβώς που το ήθελαν οι συντελεστές. Όσο για τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση, αρκέστηκε στο να συνδράμει τη σύντροφό του στο εγχείρημά της και, επειδή τον έχω θαυμάσει και στο θέατρο σε δύσκολους ρόλους, δε θα πω τίποτα παραπάνω για τον καουμπόη που «ερμήνευσε».

Το μόνο αξιοπρεπές στο εγχείρημα ήταν το σκηνικό – κατασκευή, που παρίστανε ικανοποιητικά την πρόσοψη και αυλή μιας πανσιόν, με πόρτα σαλούν για την σχετική «σημειολογία», ενώ τόσο η μουσική όσο και τα κοστούμια, ακολούθησαν μοιραία τη γενικότερη σύγχυση ταυτότητας, αδυνατώντας να καταλήξουν σε συγκεκριμένο στίγμα, οπότε και εδώ το «λίγο απ’ όλα» συμπλήρωσε την άποψη περί θεάτρου, που έχει μια ερασιτεχνική ομάδα.

Επρόκειτο, λοιπόν, για ένα παραμύθι που δεν ακούμπησε πουθενά. Ούτε σε κρητικές ρίζες ούτε καν σε ελληνικές. Δεν απέρρευσαν μηνύματα, δεν έδωσε καμία απολύτως αφορμή για εμβάθυνση του θεατή σε μια παράμετρο της αφήγησης, δεν επηρέασε στο παραμικρό ελπίδες και λογική ανθρώπων, παρά φτιάχτηκε μόνο για «χαλάρωση» δυο ωρών και για να πει φεύγοντας ένα κοινό -τηλεοπτικό κατά πλειοψηφία- γελάσαμε, ωραία περάσαμε.

Αν, λοιπόν, γεννήθηκε αυτό το έργο από τον Θοδωρή Αθερίδη και σκαρώθηκε η παράσταση από το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών σε συνεργασία με την Create4art με αυτόν τον στόχο, οκ. Τον πέτυχαν.

Συντελεστές:

Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Μπέσσυ Μάλφα, Πηνελόπη Πλάκα, Τάσος Κονταράτος

Σκηνοθεσία: Μπέσσυ Μάλφα

Σκηνικά: Λία Ασβεστά

Μουσική: Γιώργος Χατζής

Κοστούμια: Ελένη Μπλέτσα

Μακιγιάζ: Σταυρούλα Σγούρου

Φωτισμοί: Μιχάλης Κουβόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ