Σάββατο, 23 Οκτωβρίου, 2021

Για ένα «λάθος» του Μίκη Θεοδωράκη…

Ροή Ειδήσεων

Άρθρα & Απόψεις

Οικονομία

Εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΟΣ
Έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση από την εφημερίδα της Καβάλας "ΕΝΗΜΕΡΟΣ" και το Kavala Web News

του Γιάννη Μόνιου

Δεν ξέρω αν ήταν εσκεμμένη ή όχι η παραποιημένη ανάγνωση και, εν συνεχεία, η παραμελοποιημένη ΑΡΝΗΣΗ του Γιώργου Σεφέρη. Και δεν γίνεται να ξέρω αν ο χρονικώς πρώτος νομπελίστας μας γνώριζε και έδωσε την άδεια για την ως κάτω, κυρίως ενός στίχου, παρα-Ποίηση και, μετά, παραμελο-Ποίηση.

Για έναν κάπως επαρκή φιλόλογο, που ώριμα «επισκέπτεται» όχι μόνο τις λέξεις, αλλά και κάθε άλλο μορφικό σημάδι (κόμματα, τελείες, θαυμαστικά, σπασίματα λέξεων κ.τ.λ.) στα όντως λογοτεχνικά κείμενα, όπως είναι το σεφερικό ποίημα, κάθε σημαδιακή παράλειψη – παράβλεψη αλλοιώνει πολύ τη γνήσια ποιητική ουσία. Έτσι, ιδίως ο προτελευταίος τοίχος της δωδεκάστιχης ΑΡΝΗΣΗΣ μάλλον αφιλολόγητα και πλημμελώς μελοποιήθηκε από τον σπουδαίο Θεοδωράκη κι απ’ όλους μας, δυστυχώς, λαθεμένα τραγουδήθηκε και τραγουδιέται.

Στους τρεις πρώτους στίχους των δύο πρώτων στροφών (η ΑΡΝΗΣΗ είναι τρίστροφη), διαβάζοντας και μόνο, νιώθουμε την ποιητική, υποβλητική κι ερμητική μουσικότητα, με βάση το ονειροπόλο ερωτικό στοιχείο. Αυτό όμως εναποτίθεται πάνω σ’ ένα όχι μόνιμο αλλά αει μεταβαλλόμενο, υφάλμυρο «περιγιάλι» και στην πάντα ασταθή, κινούμενη «άμμο». Γι’ αυτό κι έρχεται, σχεδόν αμέσως, η διάψευση, η ΑΡΝΗΣΗ, πρώτα σε μία βιολογική ανάγκη («διψάσαμε… μα το νερό γλυφό») κι έπειτα η δεύτερη ΑΡΝΗΣΗ σε μία ονειρική, αισθηματική, ερωτική και αγαπητική ανάγκη, που θέλει γραπτώς να μνημειωθεί (αλλά «σβήστηκε η γραφή»).

Ίσαμε δω, νομίζω, πλήρως εναρμονίζεται η σεφερική υποδόρια μουσική υποβολή και η νοηματική της διάσταση με την Θεοδωράκεια ζείδωρη μουσική μεγαλοφυΐα. Όμως στην τρίτη στροφή ο ποιητικός λόγος γίνεται πιο εκδηλωτικός, πιο φωναχτός, θα λέγαμε ότι ξεσπάει με εκρήξεις οδύνης που αισθητοποιείται με το επαναλαμβανόμενο «τι». Αυτό μάλλον ζητάει την παρουσία της απουσίας ενός λανθάνοντος, διαμαρτυρόμενου «γιατί», αφού τα νιάτα δόθηκαν με καρδιά ευγενική, γεμάτα πνοή, πάθος ζωογόνο και πόθους υψηλούς. Το ξέσπασμα ακούγεται και αισθητοποιείται περισσότερο με τα τέσσερα παρηχούντα «πι» («πνοή, πόθους, πάθος, πήραμε»). Στο τέλος, η διαπίστωση πως ο δρόμος ήταν λαθεμένος και τα ίδια τα νιάτα ζούσαν με ένα και σε ένα «λάθος». Να, και η τρίτη, πολύ επώδυνη διάψευση – ΑΡΝΗΣΗ.

Συμπέρασμα: Παλλόμενη αποκαρδίωση, φωναχτή προσγείωση, ΑΡΝΗΣΗ της προηγούμενης ζωής και αποφασιστική αλλαγή. Ανάμεσα σε δύο σημεία στίξης (άνω τελεία και θαυμαστικό) βλέπουμε πως είναι ξεμοναχιασμένο, περίκλειστο, κολπωμένο το φωναχτό «λάθος». Αυτό το εκδηλωτικό, οδυνηρό ξέσπασμα στην τρίτη στροφή δεν ακούγεται από τις πολλάκις και αλλού βροντώδεις νότες του Θεοδωράκη. Με την εξαφάνιση κυρίως των δύο στίξεων, η συγκόλληση του «λάθος» στις προηγούμενες λέξεις («πήραμε τη ζωή μας») και τη σύμπλεξή του με τον τελευταίο στίχο μοιάζει να σέρνεται η τρίτη στροφή στο ρυθμό των δύο πρώτων. Η Θεοδωράκεια αντιστιξία εξαφανίζει τον φαινόμενο και ακουγόμενο κόλπο, κόμπο στο λαιμό (γι’ αυτόν τον σχεδόν πνιγηρό κόμπο πρωτομίλησε ο δάσκαλός μου Λινός Πολίτης). Ναι, τα δύο σεφερικά σημεία στίξης, που φανερά σφίγγουνε το «λάθος», είναι για όλη την ΑΡΝΗΣΗ λίαν κομβικά.

Ακόμη κάτι: Εκείνο το «κι» (και) από το «κι αλλάξαμε…» δεν είναι συμπλεκτικό, αλλά, μετά τη διαπίστωση του λάθους και το θαυμαστικό, είναι μάλλον αιτιολογικό και αποφασιστικά συμπερασματικό (=γι΄αυτό, ώστε). Για το αληθές προσεκτικά από την ΑΡΝΗΣΗ αντιγράφω την τρίτη στροφή: «Με τι καρδιά, με τι πνοή,/τι πόθους και τι πάθος/ πήραμε τη ζωή μας· λάθος!/κι αλλάξαμε ζωή».

Σημειώνω: Ο Οδ. Ελύτης, ο χρονικώς δεύτερος νομπελίστας μας, είχε πάντα από κοντά τον Θεοδωράκη, όταν αυτός μελοποιούσε – ηχογραφούσε κτλ κάποιες σελίδες απο τις ογδόντα τόσες που αριθμούνται στο ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟΥ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ μας. Ίσως επειδή φοβόταν παραποιήσεις στην ποίησή του. Ήταν ασυμβίβαστος. Ο Γ. Σεφέρης ήταν κατ΄επάγγελμα διπλωμάτης. Του ήταν οικείοι οι διπλωματικοί συμβιβασμοί. Ίσως γι’ αυτό να συμβιβάστηκε με το «λάθος» του Θεοδωράκη και την ανώδυνη, «όμορφη» αυθαιρεσία του.

Όλα τα ως άνω από έναν λίγων δραμιών, παλιάς κοπής φιλόλογο και πολλών οκάδων αμπουζούκευτο, αβιόλιστο, ακιθάριστο, άναυλο κτλ.

spot_img

Διαφημίσεις