Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου, 2021

Γιαγιά Αναστασία

Ροή Ειδήσεων

Άρθρα & Απόψεις

Οικονομία

Εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΟΣ
Έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση από την εφημερίδα της Καβάλας "ΕΝΗΜΕΡΟΣ" και το Kavala Web News

της Αναστασίας Τερζόγλου

Η Αναστασία, γεννήθηκε στην Καππαδοκία. Δεκαεννέα χρόνια πριν την ανταλλαγή του 1922. Ήταν κόρη πλούσιου έμπορα.

Έμαθε τα Ελληνικά με δασκάλα, στο σπίτι της. Δεν χρειαζόταν να εργάζεται. Μάθαινε κοπτική-ραπτική μαθητεύοντας δίπλα σε άριστη μοδίστρα. Συμβίωναν με τους Τούρκους, στις παροικίες τότε οι Έλληνες, ήξεραν πολύ καλά, ότι το θεριό είναι απλά σε ύφεση και ανα πάσα στιγμή, εγκυμονεί η αφύπνηση. Βαθιά μέσα τους αυτή η πεποίθηση ήταν φωλιασμένη. Παρ΄όλες τις καλές σχέσεις, που φαινομενικά υπήρχαν, ή, τις εμπορικές συναλλαγές τους. Η σκέψη αυτή τους βασάνιζε, κρατώντας τους σε εγρήγορση και ετοιμότητα. Μάθαιναν τα Ελληνικά στα παιδιά τους γιατί στα σπίτια τους, μιλούσαν την γλώσσα τους. Τούς έτρωγε το σαράκι, μην ξεχάσουν, μην αποκοπούν, μην τουρκοποιηθούν, μην χάσουν την πίστη τους. Η επιδίωξη τους ήταν να σμίγουν οι Έλληνες. Να παραμένουν αδιάβρωτα τα ήθη και έθιμα. Έλληνες μέχρι το μεδούλι, παρέμεναν μέσα στην Τουρκιά! Όπως συμβαίνει με τους μετανάστες, απανταχού στον κόσμο. Είναι οι πιο αυθεντικοί από αυτούς που παραμένουν στις πατρίδες τους. Γιατί αυτούς, τους λείπει η γη τους.

Μετά κηρύχθηκε η ανταλλαγή. Δεν μέτρησαν ούτε τα ωραία σπίτια, ούτε τα αξιόλογα εμπόρια. Ο πατέρας της Αναστασίας, ξέροντας τί περιμένει την οικογένεια του, μένοντας μέσα στην Τουρκιά, αποφάσισε να φύγει. Έστειλε πρώτα όλη την οικογένεια, στην Αθήνα. Σε συγγενείς του. Έμεινε αυτός πίσω με τον μεγάλο του γιό. Προσπάθησαν να πουλήσουν το μεγαλύτερο μέρος απο τα εμπορεύματα τους, ώστε να εξασφαλίσουν μερικά χρήματα ακόμη, για το ξεκίνημα στην πατρίδα. Σε κάνα μήνα, θα σαλπάριζαν κι αυτοί, ώστε να βρεθούν, κοντά στην οικογένεια τους.

Στο ταξίδι τους προς την Ελλάδα γνώρισαν ένα νεαρό Ελληνόπουλο, 19 χρονών, ήταν δεν ήταν. Τον Παρασκευά. Όπως τους διηγήθηκε, ήταν ορφανός και τον είχε υιοθετήσει ένα ζευγάρι άτεκνων Τούρκων. Η ανακοίνωση ότι όποιος Έλληνας ήθελε μπορούσε να φύγει πίσω, εξόργισε τον Τούρκο που θεωρούσε το παλικάρι δεδομένο. Μιάς και το ανάστησε. Και το ήθελε παρηγοριά για τα γεραματά του. Αλλά, τυραννώντας το. Φοβόταν πως ο Παρασκευάς, θα επέλεγε την ελευθερία του. Η Τουρκάλα, η θετή μητέρα του, αντιλήφθηκε πως ο άνδρας της, ετοιμαζόταν να σκοτώσει το νέο παλικάρι εξαιτίας των αμφιβολιών του. Δεν θα τον άφηνε ποτέ να επιλέξει, παρ΄όλο που είχε το δικαίωμα. Θέριεψε μέσα του η τούρκικη αγριότητα. Ξέροντας πολύ καλά τον άνδρα της η Τουρκάλα, και επειδή τον αγαπούσε, τον Παρασκευά σαν δικό της παιδί, τον παρότρυνε να φύγει το συντομότερο, προς τα παράλια. Απο εκεί, θα έμπαινε σε ένα απο τα πλοία που μετέφεραν τον Ελληνικό πληθυσμό στην Ελλάδα, και θα σώζονταν από το μαχαίρι του Τούρκου. Του ετοίμασε έναν τορβά με ψωμί και μυξιθρά, ξερούς καρπούς και φρούτα και το ίδιο βράδυ, μόλις αποκοιμήθηκε ο συζυγός της, έστειλε τον Παρασκευά να παραδοθεί, στην τούρκικη αστυνομία. Αυτή, θα τον μετέφερε, υποτίθεται με ασφάλεια στα παράλια. Μετά απο ξυλοδαρμούς και ύβρεις οι τούρκοι αστυνομικοί, κακήν – κακώς οδήγησαν τον Παρασκευά, μαζί και με άλλους Έλληνες στο λιμάνι. Πλοία, αφού γέμιζαν με ταλαιπωρημένους και κατατρεγμένους πρόσφυγες, σαλπάριζαν για την Ελλάδα. Ο Έλληνας πρόσφυγάς, μπαρκάρισε στο τελευταίο. Ο πατέρας της Αναστασίας και ο Παρασκευάς, συνταξίδευσαν σ΄αυτό το μοιραίο ταξίδι, στοιβιασμένοι, κατάκοποι, με κατεύθυνση μια χαμένη πατρίδα, που δεν γνώριζαν, αλλά ήλπιζαν να τους αγκαλιάσει. Ο ένας, παντέρημος και μόνος, 19 χρονών κι ο άλλος καλοβαλμένος έμπορος. Με κοφτερό μάτι και μυαλό. Διότι ο καλός έμπορος, πρέπει να διαβάζει τον απέναντι του. Και αυτός, το κατείχε το εμπόριο!

Μετά απο πολλών ημερών ταξίδι, το καράβι έπιασε λιμάνι, στον Πειραιά. Ο πατέρας της Αναστασίας, έσπευσε να βρεί την οικογένεια του στην Ελευσύνα. Λόγω της δουλειάς του, ήταν πολυταξιδευμένος, σαν κάθε καλό εμπορό. Γνώριζε την Αθήνα.

Προσκάλεσε λοιπόν τον Παρασκευά, να έλθει μαζί του, μιάς, και δεν είχε ούτε συγγενή, ούτε φίλο. Τον είχε εκτιμήσει, γνωριζοντάς τον, στο κοινό, πολυήμερο ταξίδι τους. Ήθελε να τον παντρέψει με την Αναστασία. Η Ελλάδα, ήταν η αγαπημένη πατρίδα, αλλά άγνωστη γι΄αυτόν. Φοβόταν, μην κακοπέσει η κόρη του. Καθώς ο έξυπνος έμπορος, αλλά και ανήσυχος πατέρας έχοντας όμορφη κόρη, γνώριζε ότι πρέπει να μεριμνήσει έγκαιρα, να έχει ένα σοβαρό νέο δίπλα της, να την προστατεύει, πρώτα απο τον εαυτό της. Όταν φαντάζει η ομορφιά στην νεότητα, ποτέ δεν προστατεύει. Εκεί φαίνεται ο έξυπνος γονιός. Αυτός να προλαβαίνει.

Ο έμπορος και πατέρας, ήταν σε εγρήγορση. Το έμπειρο μάτι του, διέκρινε την σεμνότητα, την καλοσύνη, την καθαρότητα, την εργατικότητα. Κι ότι ήταν παλικάρι χωρίς πάθη. Μέθη, χαρτοπαιξεία, αλητεία, πορνεία. Είχε ο Παρασκευάς, ολοκάθαρο βλέμμα. Ολοκάθαρη αύρα! Τα μάτια του υγρά, καστανοπράσινα, κοίταζαν πάντα με απονήρευτη γλυκύτητα, τον κόσμο γύρω τους. Ποτέ δεν σταμάτησαν πονηρά, πάνω στην γαλανομάτα, ξανθομάλλα, λιγερόκορμη Αναστασία. Απόγονο, καθαρή, του Μ. Αλέξανδρου! Αυτός ο χαρακτήρας, έκανε τεράστια εντύπωση στον μεστωμένο άνθρωπο. Τον πατέρα της. Ο σεβασμός, αυτού, του ορφανού παιδιού. Η ψυχική του ευγένεια. Η εντιμότητα του! Αλλά και η απόλυτη μοναξιά του!

Κανένα δεν είχε στον κόσμο ο Παρασκευάς. Σαν να τον είχαν κλέψει οι Τούρκοι και προσπάθησαν να τον τουρκέψουν. Αλλά η Θεία Πρόνοια, προστάτευσε τον ορφανό και τον έφερε κοντά του. Αυτά, σκεφτόταν ο πατέρας της Αναστασίας κι ότι έτσι ολομόναχος που ήταν, θα αφοσιωνόταν στο κορίτσι του. Στην μονακριβή του, Αναστασία.

Σ Y N E X I Z E T A I

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΤΕΡΖΟΓΛΟΥ

ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

ΝΙΣ – ΣΕΡΒΙΑΣ

spot_img

Διαφημίσεις