Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου, 2021

Αναστασία (μέρος 2ο)

Ροή Ειδήσεων

Άρθρα & Απόψεις

Οικονομία

Εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΟΣ
Έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση από την εφημερίδα της Καβάλας "ΕΝΗΜΕΡΟΣ" και το Kavala Web News

της Αναστασίας Τερζόγλου

Ο πρόσφυγας Έλληνας έμπορος που έχασε την επιχείρηση του στην Καππαδοκία της Τουρκίας, εξαιτίας του διωγμού το 1922, προσπαθούσε να ορθοποδήσει στην Αθήνα. Δεν έπαυε συγχρόνως, να νοιάζεται για τα παιδιά του. Η προτεραιότητα του ήταν το κορίτσι. Μην κακοπέσει. Μην παρασυρθεί και παραστρατήσει.

Σκεπτόταν ότι έπρεπε να την παντρέψει τάχιστα. Η ομορφιά και η αρχοντιά του παρουσιαστικού της μαγνήτιζαν τα βλέμματα. Η Αναστασία είχε απλή και καταδεκτική συμπεριφορά. Δεν ήταν ψηλομύτα. Με τί προσόντα άλλωστε; Στην Καππαδοκία υπήρχε το εμπορικό κατάστημα, το μεγάλοαρχοντικό σπίτι της οικογένειας. Κυρά και αρχόντισσα ήταν! Περιζήτητη νύφη. Στην Ελλάδα όλα απο την αρχή. Αυτό αντιλήφθηκε πρώτος ο πατέρας της και το μόνο που κοίταγε ήταν οι ανθρώπινες αξίες, αλλά και η πρακτικότητα ενός νέου. Μετά απο την απώλεια όλης της περιουσίας του, κατάλαβε πολύ καλά ότι τίποτε δεν είναι δεδομένο και το μόνο που βοηθάει είναι να μείνει σε εγρήγορση, ώστε να βρεί τρόπο να επιβιώσει, αλλά και να διαβιώσει με αξιοπρέπεια η οικογένειά του.

Η κόρη σίγουρα ήταν ο αδύναμος κρίκος. Έπρεπε να βρεθεί ο κατάλληλος που θα την προστάτευε. Διότι οι γονείς δεν ζούν για πάντα. Το γνώριζε πολύ καλά, ο μεγάλος άνθρωπος. Η υγεία του εξάλλου δεν ήταν άριστη. Ο ξεριζωμός τον πλήγωσε βαθειά. Προαισθανόταν πως γρήγορα θα καταλήξει. Δεν το ήθελε, αλλά το να χάσεις ότι έκτισες απο παιδάκι και να ξεσπιτωθείς, ήταν βαρύ κτύπημα. Απροσπέλαστο. Έπρεπε να αποκαταστήσει την Αναστασία, πρίν τον εγκαταλείψουν οι δυνάμεις του. Τους ντόπιους, δεν τους εμπιστευόταν. Τους αντιμετώπιζαν καχύποπτα και υπεροπτικά. Κανείς δεν πίστευε, ότι αυτοί οι αναγκαστικά ξεριζωμένοι άνθρωποι, είχαν αφήσει πίσω τεράστιες περιουσίες για να σώσουν την ζωή και την πίστη τους. Αυτά τα γνώριζαν μόνο όσοι αποφάσισαν γι΄αυτούς και ζούσαν στα παλάτια. Όχι οι απλοί πολίτες. Ο έμπορος γνώριζε ότι κανέναν δεν μπορεί πείσει, ούτε να προικίσει την κόρη του όπως είχε σχεδιάσει και προετοιμάσει στην Καππαδοκία. Στράφηκε αλλού ο εύστροφος, πρακτικός νούς του. Στους ομοιοπαθείς.

Παρακολουθούσε τον Παρασκευά, με πόση στωικότητα και υπομονή ζούσε κοντά τους, χωρίς ίχνος πονηριάς, πρόθυμος, πρόσχαρος, εργατικός, ευχαριστημένος που τον αγκάλιασε μια οικογένεια κι ας μην ήταν η δική του. Ήταν ευγνώμων που έσμιξε με την φυλή του κι αυτό του αρκούσε.

Όταν ο πατέρας της Αναστασίας του πρότεινε να την παντρευτεί, έμεινε εμβρόντητος. Δεν ήξερε τί να απαντήσει. Ποτέ δεν φανταζόταν ότι μπορεί να παντρευτεί μιά τόσο όμορφη κοπέλα, που ήταν μάλιστα αρχόντισσα! Αλλά, όπως είπαμε, όταν ξαφνικά, χάσεις την γη κάτω απο τα πόδια σου συνειδητοποιείς τις πραγματικές αξίες. Αυτό συνέβει, με τον πατέρα της κοπέλας. Μετά την πρώτη έκπληξη του νέου, έφεξε στο μυαλό του, η εύλογη απορία. Την Αναστασία την ρωτήσατε αν είναι σύμφωνη με αυτόν τον γάμο; Ήξερε πολύ καλά ο Παρασκευάς, ότι η κοπέλα ποτέ δεν είχε λόγο τότε. Ακόμη κι αν επρόκειτο για μια απόφαση ζωής, όπως είναι ο γάμος. Την απόφαση την έπαιρνε ο πατέρας. Αστραπιαία πέρασε απο τον νού του, αυτό το δεδομένο. Έπρεπε να κερδίσει χρόνο. Να ρωτήσει την γνώμη της. Δεν ήθελε ποτέ να παντρευτεί μια κοπέλα, μόνο επειδή το αποφάσισε ο πατέρας της. Ήθελε να είναι σύμφωνη και η ίδια. Ευχαρίστησε τον πατέρα της Αναστασίας, είπε πώς θα ήθελε λίγες μέρες να σκεφτεί την πρόταση, τονίζοντας ότι εκτιμά αφάνταστα την τιμή που του κάνουν. Αμέσως όμως σχεδίασε να ζητήσει ο ίδιος την γνώμη της.

Έγραψε ένα γράμμα και το άφησε δίπλα στα ραφτικά της. Εκεί, που συνήθως καθόταν και σιγοτραγουδώντας, καρίκωνε, ή κεντούσε. Ο πατέρας της εν τω μεταξύ, της ανακοίνωσε την αποφασή του. Της κόρης, όμως, άλλος της είχε κλέψει την καρδιά. Γι΄άλλον καρδιοκτυπούσε. Ήταν αρχοντόπουλο απο το περιβάλλον της, που έφυγε νωρίτερα με άλλο καράβι και ο Θεός μόνο ήξερε σε ποιο μέρος της Ελλάδας κατέληξε. Η Αναστασία όμως ήλπιζε πως θα τον συναντούσε κάποια μέρα. Τον συμπονούσε τον Παρασκευά, έτσι μόνο κι έρημο που τον έβλεπε. Πολλές φορές του έπλυνε και τα ρούχα. Όμως ποτέ δεν τον φανταζόταν σιμά, στο προσκεφάλι της, πατέρα των παιδιών της. Ποτέ… ποτέ… Άλλον ονειρευότανε. Αλλού ήταν το μυαλό της. Η απόφαση του πατέρα της, μαύρισε την ψυχή της. Όταν απόκαμε απο το μαγειργιό και έπιασε το καρίκωμα, ήταν τόσο στεναχωρημένη και αποροφημένη στις σκέψεις της, που ούτε πρόσεξε το γράμμα του Παρασκευά. Εκεί επενέβει η μοίρα. Γιατί στο γράμμα, της ζητούσε την γνώμη της. Αυτής η γνώμη τον ενδιέφερε. Όχι του πατέρα της. Ήθελε να επιλέξει ελεύθερα. Αν η απάντηση της ήταν αρνητική, θα αρνιόταν να την παντρευτεί. Θα έβρισκε κάποια πρόφαση. Θα έφευγε μακριά απο την οικογένεια, όσο κι αν τον πονούσε.

Η Αναστασία δεν απάντησε ολόκληρη την επόμενη εβδομάδα. Ο Παρασκευάς συμπέρανε ότι συμφωνούσε με την γνώμη του πατρός της. Και φυσικά μετά χαράς δέχθηκε να την κάνει γυναίκα του. «Το πεπρωμένο φυγείν, αδύνατον»! Το καινούργιο ζευγάρι φυσικά έπρεπε να κοιμάται μαζί. Ένα χρόνο η Αναστασία ανέβαζε δέκατα, διότι ο Παρασκευάς δεν ήταν ο ερωτάς της. Όμως το πρώτο και μετά τα άλλα πέντε παιδιά, ένωσαν το ζευγάρι. Εν τω μεταξύ, έφυγαν απο την Αθήνα, ακολουθόντας άλλους πρόσφυγες, που ήλθαν στην Μακεδονία. Εγκαταστάθηκαν σε ένα χωριό, σκαρφαλωμένο, σε πλαγιά των βουνών της Λεκάνης. Πριν την ανταλλαγή πληθυσμών, οι περισσότεροι κάτοικοι αυτών των χωριών, ήταν Τούρκοι. Μετά τα γεγονότα, εγκαταστάθηκαν πολλές οικογένειες Ελλήνων, που αυξήθηκαν και πληθύνθηκαν. Όπως του Παρασκευά που όλα τα κατείχε! Έκτισε το σπιτικό τους, καλλιεργούσε την γη, κατασκεύαζε θερμάστρες του καιρού του (μασίνες), έφτιαχνε σκούπες και τις εμπορευόταν. Διατηρούσε ζώα. Τα χέρια του έπιαναν σε όλα! Η Αναστασία πάλι, ήταν άριστη νοικοκυρά, πεντακάθαρη. Παρ΄όλη την ανέχεια και την φτώχια των καιρών. Εξάλλου ήταν πρόσφυγες. Ήταν ξεριζωμένοι. Όλα, μόνοι τα έφτιαξαν. Ξεκίνησαν απο την καρφίτσα. Αλλά, με την προκοπή, την υπομονή και την ακατάπαυστη εργασία, τίποτε δεν τους έλειψε!

Η Αναστασία, συνήθιζε να λέει, ότι ο άνθρωπος πρέπει να δουλεύει, ακόμη και έξη μήνες, μετά θάνατον. Επίσης έλεγε, η οικονομία πρέπει να γίνεται και στο νερό της θάλασσας. Τα αποφθέγματα ήταν απόρροια, των εμπειριών της ζωής της. Των μετακινήσεων που δεν έπαιρναν τέλος. Της στέρησης, ώστε να αναστήσει τα πολλά παιδιά της.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΤΕΡΖΟΓΛΟΥ

ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

ΝΙΣ-ΣΕΡΒΙΑΣ.

spot_img

Διαφημίσεις