Του Αριστοφάνους βεβαίως, βεβαίως, αλλά καμία σχέση με μια mainstream παράσταση, χτισμένη πάνω σε ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό σχέδιο. Ελλείψει φαντασίας ίσως, θαρρώ όμως, ελλείψει πρόθεσης.

Ευθύς εξαρχής το πλάνο ήταν αμετάκλητα ίδιο με τα προηγούμενα της συνεργασίας των δυο δημοφιλών ηθοποιών. Ασφαλώς και δεν ενόχλησε η καταστρατήγηση της αίσθησης συνόλου που (οφείλει να) διέπει μια παράσταση. Η εποχή του βεντετισμού έχει κανονικά παρέλθει από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, άλλο αν «θλιβερά» -για λίγους- απομεινάρια του παρατηρούνται ακόμη. Καλή ώρα η «Λυσιστράτη» που συζητάμε. Διότι και οι νέοι κανόνες έχουν τις εξαιρέσεις τους. Κι ο κόσμος αποδεικνύει ότι τις λατρεύει. Τις εξαιρέσεις.

Από νωρίς συναθροίζονταν οι θεατές από την ευρύτερη περιοχή των Φιλίππων και είχαν γεμίσει ασφυκτικά το κοίλο του αρχαίου θέατρου. Εκεί γύρω στις εννέα και τέταρτο βράδυ Παρασκευής, καυτής Παρασκευής, άρχισε η παράσταση. Με την εμφάνιση του Πέτρου Φιλιππίδη χωμένου σε κίτρινο συνολάκι «Μπεάτας Ασημακοπούλου», όμως ξανθιάς, σείστηκε ο τόπος. Αυτό ήταν. Το κοινό επικύρωσε το κέρδος. Του στοιχήματος.

Όταν ο Γιάννης Μπέζος ερμήνευσε τη Λυσιστράτη με τη γνωστή του μανιέρα το 2002 στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, γέμιζε τα θέατρα στην καλοκαιρινή περιοδεία που ακολούθησε. Όταν ο Πέτρος Φιλιππίδης έπαιξε με τη γνωστή του μανιέρα γυναικείους ρόλους, όπως στη «Μαρία Πενταγιώτισσα» σε σκηνοθεσία Κωστή Τσιάνου ή στο «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, γέμιζε τα θέατρα. Έτσι, οι δυο ηθοποιοί «δέσανε» και συνεργάζονται τον τελευταίο καιρό. Η «συνεργατική» αποδίδει, ο κόσμος τους θέλει, τους στηρίζει, τους ανταμείβει, και η «Λυσιστράτη» τους- παρά την κακή της φήμη – γνωρίζει δόξες. Εισπρακτικές και ηθικές.

Οξύμωρο μεν, αληθινό δε. Από την αφίσα στους δρόμους, που θυμίζει επιθεώρηση του ποδαριού, ξεκινάει η γκρίνια. Διοχετεύεται στη συνέχεια στο διαδίκτυο, αλλά η πληρότητα των θεάτρων διαψεύδει τα δυσμενή σχόλια. Απλό είναι. Οι ίδιοι άνθρωποι που γκρινιάζουν, πληρώνουν το εικοσάευρω, διασκεδάζουν, επευφημούν την παράσταση. Η δε παράσταση, είναι καλή σε γενικές γραμμές. Τις ειδικές, λέγονται και «ανάγνωση σε δεύτερο επίπεδο», δεν τις νοιάστηκε κανείς από τους χιλιάδες των θεατών. Ο κόσμος ήθελε ν’ ακούσει τους αγαπημένους του ηθοποιούς να χυδαιολογούν αριστοφανικά, να ξεδιπλώνουν όλα τα γνώριμα καμώματα και μούτες από τις τόσες εμφανίσεις τους στην τηλεόραση και στο θέατρο, να ξεκαρδιστούν στο γέλιο, να ξεχάσουν την, έτσι κι αλλιώς, πεζή, σκληρή καθημερινότητά τους κι αυτό έκαναν. Οσο πιο υπερτονισμένη η βωμολοχία, τόσο πιο ηχηρό το γέλιο.

Λίγο ως πολύ την ιστορία την ξέρουμε όλοι. Πρόκειται για κωμωδία του Αριστοφάνη που γράφτηκε και διδάχθηκε το 411 π.Χ., ενώ θεωρείται ένα από τα παλιότερα και χαρακτηριστικότερα αντιπολεμικά έργα. Η υπόθεση έχει να κάνει με τη σεξουαλική απεργία που κηρύσσουν οι γυναίκες της Αθήνας και της Σπάρτης, προσπαθώντας έτσι να πείσουν τους άντρες τους να σταματήσουν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Και τα καταφέρνουν.

Η συγκεκριμένη εκδοχή που υπογράφει ο Γιάννης Μπέζος, είναι μια κλασσικίζουσα, χωρίς ευρήματα ή έμπνευση αξιομνημόνευτη, ευανάγνωστη όμως και άκρως διασκεδαστική. Ο χορός ανδρών και γυναικών κερδίζει γρήγορα τις εντυπώσεις. Εξαιρετικός συντονισμός, διαλεγμένοι ηθοποιοί, άρτιο αποτέλεσμα, καλοδουλεμένες χορογραφίες, έστω παλιακές, δεύτερης κατηγορίας. Δεν είχαν όμως κενά, αντίθετα εκτελέστηκαν άψογα. Ο Μαραβέγιας έγραψε μια ευχάριστη μουσική, τα χορικά θα ήταν σίγουρα πιο πλούσια αν έλειπε το ακαλαίσθητο σκηνικό, από τα χειρότερα που έχω δει σε Αττική κωμωδία. Ενας όγκος απερίγραπτος και στην κορφή μια μινιατούρα – σουβενίρ Ακρόπολη, κάθε άλλο παρά λειτουργικός. Τουναντίον, αφαίρεσε πολλά απ΄ την παράσταση. Εκλεισε την ορχήστρα, δυσκόλεψε τα διαζώματα του κοίλου στην πρόσβαση των δρώμενων και, κυρίως, δεν εξυπηρέτησε το έργο. Δίχως αυτό, όλα θα ήταν διαφορετικά, εκτός από τις ερμηνείες των βασικών ρόλων.

Ο Πέτρος Φιλιππίδης σκηνοθετήθηκε από μόνος του, υποθέτω, και ήταν όμοιος με ό,τι είχε ερμηνεύσει πρότερα, αλλά αυτό αρέσει. Και μάλιστα, πολύ. Ο Γιάννης Μπέζος, ως Πρόβουλος, κινήθηκε στα γνωστά μονοπάτια όλων των ρόλων που υποδύθηκε. Κι αυτός αρέσει στον κόσμο και, θα πρέπει να πω, ότι οι ηθοποιοί- μεγάλα ονόματα ανά την υφήλιο – έκαναν και κάνουν πλούσια καριέρα με τη μανιέρα τους. Η Ναταλία Τσαλίκη είναι εξαιρετική ηθοποιός, αλλά ατυχής επιλογή για Μυρίνη. Εντελώς ξένη με το ζουμερό, θελκτικό και πρόστυχο θηλυκό που μάθαμε να βλέπουμε ως τώρα. Θα μπορούσε να αποτελέσει καινοτόμα πρόταση, εάν υποστήριζε με πειθώ αυτό που κλήθηκε να υπηρετήσει με το δικό της, όμως, ήθος και ύφος. Προσπάθησε να διανθήσει τον ρόλο με ακκίσματα και υπέροχες διασκευές γνωστών τραγουδιών, αλλά η ντελικάτη, «αριστοκρατική» και κάπως διανοουμενίστική της περσόνα, δεν της το επέτρεψε.

Τέλος, ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης ως Κινησίας, ήταν εντελώς επιθεωρησιακός και, μάλιστα, με εμφανή άχαρη πρόθεση να εκβιάσει το γέλιο με «βαριές» κουβέντες, ακόμα και για τον Αριστοφάνη.

Αυτή η παράσταση με όλα τα συν και τα πλην της δεν μπορεί να θεωρηθεί άνιση. Ήταν μεν ανέμπνευστη, ακολούθησε την περπατημένη, αλλά έδωσε γενναιόδωρα αυτό που περίμενε το κοινό των δυο πρωταγωνιστών. Διασκέδαση. Δε θα μιλήσω για υποβάθμιση της τέχνης ούτε για πτώση «κάστρου» όπου μένει κενό επίπεδο, πολύ δε περισσότερο δε θα πω για εισβολή τηλεοπτικής δημοσιότητας ως βασικού παράγοντα επιτυχίας μιας θεατρικής παραγωγής. Αυτό έχει γίνει εδώ και χρόνια και αυτή η «Λυσιστράτη» δεν αποτελεί στα ξαφνικά δείγμα κατρακύλας. Θα ήταν άδικο για τους συντελεστές, επειδή παρά τις κοινότατες γραμμές της, διατήρησε την απαίτηση του μεγέθους του αριστοφανικού έργου, ως προς τα νοήματά του, χάρις στη μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη. Άλλωστε, κάθε χρόνο έχουμε Αριστοφανική πλημμυρίδα καλοκαιρινή, δοκιμάστηκαν πια τα ερμηνευτικά τεχνάσματα, οι διάφορες «οπτικές» και οι μοντερνισμοί και οι ηθογραφικές προσεγγίσεις και οι μεταμοντέρνες τεχνικές. Μια ακόμη παράσταση «Λυσιστράτης» είδαμε φέτος και φύγαμε άλλοι ικανοποιημένοι, άλλοι κολλημένοι στο «ναι μεν αλλά…»

Συντελεστές:

Μετάφραση: Κ.Χ. Μύρης

Σκηνοθεσία – Απόδοση: Γιάννης Μπέζος

Στίχοι: Πέτρος Φιλιππίδης

Μουσική: Κωστής Μαραβέγιας

Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς

Κοστούμια: Παναγιώτα Κοκορού

Χορογραφίες – Κινησιολογία: Ελπίδα Νίνου

Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας

Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Τσεβάς

Βοηθός χορογράφος: Ζωή Πολυχρονιάδη

Βοηθός σκηνοθέτη: Ντένια Στασινοπούλου

Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη

Παίζουν:

Πέτρος Φιλιππίδης (Λυσιστράτη), Βλαδίμηρος Κυριακίδης (Κινησίας), Ναταλία Τσαλίκη Μυρρίνη) και ο Γιάννης Μπέζος (Πρόβουλος).

Δανάη Μπάρκα, Ελευθερία Μπενοβία, Αλεξάνδρα Καρακατσάνη, Κατερίνα Μισιχρόνη, Δάφνη Δαυίδ, Ντένια Στασινοπούλου, Χριστίνα Σπατιώτη, Γιώργος Γιαννακάκος, Παναγιώτης Κατσώλης, Στέλιος Ιακωβίδης, Θάνος Κοντογιώργης, Γιώργος Κατσής, Σταύρος Μαρκάλας, Γιάννης Ζαράγκαλης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ