Βράδυ Πέμπτης, εκεί γύρω στις εννέα άνοιξε η πόρτα της αίθουσας. Μπήκαμε οι θεατές ήρεμα και, καθώς ψάχναμε θέσεις, στη σκηνή σεργιάνιζε ένας ηθοποιός ανάμεσα σε σκορπισμένα λεμόνια στο δάπεδο. Υποδοχή – προϊδέαση. Για τη σκηνοθετική μεταμοντέρνα άποψη πάνω στο εμβληματικό κλασικό έργο του Σαίξπηρ. Φορούσε μαύρη φούστα αρβανιτο- βλαχικο-σκωτσέζικη, δίχως τα καρό. Πουκάμισο μακρυμάνικο, με τα καρό. Από πάνω ένα σκούρο γιλέκο με κουμπιά. Κάλτσες μακριές και μια μάσκα γουρουνόμορφη. Σκηνοθετική στάση ενός νέου ανθρώπου που θέλει ν’ αποστασιοποιηθεί από τη ναφθαλίνη. Δεκτό και σεβαστό. Ως αρχή.

Πολύ σύντομα άναψε ένα τεράστιο περίγραμμα της σκηνής, όπως το γράμμα Π, σε frozen έντονο φως και αποσαφηνίστηκε άμεσα η αφαίρεση, ως εικαστική άποψη. Ασύμβατα σκηνικά το ξύλινο πιάνο με το γύψινο σιντριβάνι, που’ χε και ρόδες, με τα λεμόνια σε κάδο ή σκορπισμένα δώθε- κείθε (συμβολίζουν τόπο με κλίμα υγρό και θερμό όπως η Κύπρος, άλλα και πολλά ακόμη που αποκωδικοποιούνται στην πορεία από τον κάθε θεατή ξεχωριστά), με τα κοστούμια –φούστες στους άνδρες κι ό,τι να’ ναι στις γυναίκες, αλλά η άποψη τα επιβάλλει και το κοινό την αποδέχεται.

Η παράσταση, ήδη, ξεκίνησε.

Ο «Οθέλλος» είναι ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του μεγάλου Άγγλου δραματουργού. Ένα έργο εξαιρετικής ποιότητας με λόγο ποιητικό, εκπληκτική τεχνική και δραματική αρτιότητα. Τα πρόσωπα ανάγονται σε σύμβολα, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά, έστω γρήγορη, στον μύθο.

Ο μαύρος στρατηγός της Βενετίας (Οθέλλος) έχει αδυναμία στη γυναίκα του Δυσδαιμόνα, στην οποία εναποθέτει την ύψιστη ιδέα του για τον άνθρωπο και την εμπιστοσύνη του για τη ζωή. Αυτήν την αδυναμία του εκμεταλλεύεται ο αξιωματικός του Ιάγος, για να τον καταστρέψει, διαβάλλοντας τη Δυσδαιμόνα και συκοφαντώντας την πως δεν του είναι πιστή. Τότε αρχίζει το μαρτύριο της ζήλειας. Η λογική αντικαθίσταται από την παραφροσύνη που γεννά ο προδομένος έρωτας και η διάψευση του ονείρου. Οι βασανιστικές υποψίες του Οθέλλου αυξάνουν το ερωτικό του πάθος και η αθώα κοπέλα δολοφονείται από τα χέρια του. Όταν η σκευωρία του Ιάγου αποκαλύπτεται, ο Οθέλλος, κεραυνοβολημένος από τον πόνο και τις τύψεις, αυτοκτονεί.

Ο «Οθέλλος», λοιπόν, είναι ιστορία σαιξπηρική, αλλά πάντοτε με τις αποκλειστικές της ιδιαιτερότητες. Δεν είναι ένα συναίσθημα που καταρρακώνεται στο τέλος. Είναι πολλά. Δεν είναι ένας άνθρωπος. Είναι πολλοί.

Από το «Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν» έφτασε στη Θεσσαλονίκη και στο «Αμαλία», φέρνοντας στη σκευή του ευμενή και δυσμενή σχόλια. Αμφιλεγόμενη παράσταση κι αυτός ο τίτλος τη στεφανώνει κι εδώ από τις πληροφορίες που διαδόθηκαν αστραπιαία στην «πιάτσα». Μάλλον λειτουργεί υπέρ της, επειδή ο θόρυβος προκαλεί την περιέργεια του κοινού.

Διαβάζουμε στο δελτίο τύπου μερικές σειρές: «Η τραγωδία «Οθέλλος» ίσως γράφτηκε το 1604. Ίσως λίγο νωρίτερα.
Ο Σαίξπηρ γεννήθηκε το 1564 και πέθανε το 1616, μια νύχτα μετά από μια παράσταση,
με τους φίλους του σε μια ταβέρνα που ήπιε πολύ, παραήπιε δηλαδή.

Η ομάδα Kursk δημιουργήθηκε το 2012. Προηγούμενες παραστάσεις: «Woyzeck» στο Απλό Θέατρο, «Η προσευχή της κοπέλας που έπεσε μέσα στο πηγάδι και δεν θέλει να πεθάνει» στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, «Ο Άρντεν πρέπει να πεθάνει» στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων και στο Θέατρο Τέχνης (Φεστιβάλ Αθηνών 2015), «Lenz» στο Bios.

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού».

Παράλληλα διαβάσαμε, πριν τη θέαση, κάποιες δηλώσεις του σκηνοθέτη σε μια συνέντευξή του: «Ο ηθοποιός είναι έρμαιο του μυαλού του θεατή. Εγώ μπορεί να δώσω το διαμάντι της ψυχής μου κι εκείνος να μην καταλάβει τίποτα». Χάρης Φραγκούλης.

«Προσπάθησε να μάθεις πώς να κάνεις το οικείο παράξενο και το παράξενο οικείο. Σκηνοθέτησε Σαίξπηρ σαν να ήταν ένα νέο θεατρικό έργο και αντιμετώπισε κάθε καινούριο σαν να είναι Σαίξπηρ. Απέφυγε κάθε χαρακτηρισμό ενός θεατρικού ως «κορυφαίου». Αντιμετώπισε με απόλυτη περιφρόνηση τη λέξη «απόλυτο» κι αν κάποιος χρησιμοποιήσει τη λέξη «αριστούργημα» δεν έχει ιδέα τι κάνει. Το κυνήγι της τελειότητας είναι μία μούφα». Σαμ Μέντες.

Είναι εμφανές ότι ο Χάρης Φραγκούλης είχε μελετήσει τις παραινέσεις –συμβουλές του διάσημου Αμερικανού σκηνοθέτη και τις ασπάστηκε. Μόνο που, στην νεανική του παρορμητικότητα και στον ενθουσιασμό που του προξένησε η ανάθεση σκηνοθεσίας ενός κλασικού έργου, ξέχασε κάτι πολύ σημαντικό, που, σίγουρα, διδάχθηκε. Ότι το θέατρο, όπως και όλες οι τέχνες, πρώτα από όλα είναι επικοινωνία. Επικοινωνία μεταξύ καλλιτέχνη και θεατή. Είναι η προσπάθεια του πρώτου να πει, με κάποιο τρόπο, κάτι ουσιώδες στον δεύτερο, ώστε να εγείρει την ενσυναίσθησή του. Όταν η επικοινωνία αυτή είναι ανέφικτη ή αδιάφορη για ένα από τα δύο μέρη, δε μιλάμε για τέχνη αλλά για ικανοποίηση ματαιοδοξίας.

Στη συγκεκριμένη παράσταση ο σκηνοθέτης επεξεργάστηκε το υλικό του με ατέρμονη υπερβολή, χάριν πρωτοπορίας, αλλά το αποτέλεσμα είναι μια πολύμορφη, χαοτική, αυτάρεσκη πομφόλυγα.

Λόγια η μετάφραση του πολυσχιδούς και περιζήτητου φιλολόγου Δημήτρη Δημητριάδη, ιδιοφυΐα στη λεξιπλασία, αλλά χωρίς σταθερή ροή, εφόσον τη λυρικότητα διαδεχόταν η λαϊκή γλώσσα κι η ποίηση εμφανίστηκε μόνο στις αράδες των ερωτευμένων. Με μια ανερμάτιστη ανάγνωση του Σαίξπηρ, με στημένα αδιανόητα τερτίπια με κωλοτούμπες, λεμόνια στο στόμα ή στα χέρια, νερά και περιττούς συμβολισμούς, όπως το ολοσχερές ξεγύμνωμα του Οθέλλου – Γιάννη Παπαδόπουλου, προκειμένου ν’ απαλλαγεί από το βάρος του έρωτα κι από κείνο της προδοσίας, ήρθε το κακό αποτέλεσμα. Ειδικά στις σκηνές όπου κυριαρχεί η αλλοφροσύνη του πατέρα της Δυσδαιμόνας (συμπαθέστατου Άγγελου Παπαδημητρίου), το κείμενο χάθηκε εντελώς. Αδύνατον να ξεχωρίσει κανείς τα λόγια του, τις ενωμένες λέξεις σε μια φράση ειπωμένη απνευστί και μασημένη. Αυτός ο τόσο γλυκός και καλός καλλιτέχνης, παγιδεύτηκε στην αγχωτική προσπάθειά του να χτίσει έναν υπερφίαλο χαρακτήρα. Ο σκηνοθέτης δεν τον έσωσε. Κάποια γελάκια στην αίθουσα παραήταν fake, για να πιστέψουμε σ’ έναν τυχαίο αυθορμητισμό.

Μέσα σ’ αυτή τη σκηνοθετική σύγχυση, όπου μπερδεύονταν εξαιρετικές ιδέες (όπως η ανάθεση του ρόλου του μαύρου Οθέλλου στον ξανθό, γαλανομάτη Γιάννη Παπαδόπουλο) με τα ανούσια αστειάκια και τις αστείες κινήσεις, πάλεψαν να σταθούν αξιοπρεπώς όλοι, σχεδόν, οι ηθοποιοί. Τους αξίζουν οι έπαινοι για την υπερπροσπάθεια και τα πάθη τους επί σκηνής. Ο Χάρης Φραγκούλης έχασε το στοίχημα αναμέτρησης με τον σαιξπηρικό ήρωα, ύστερα από τις άσκοπες φλυαρίες του και πνίγηκε στα δικά του νερά – ευρήματα.

Σίγουρα, μια αποτυχία συμβαίνει και στις καλύτερες καλλιτεχνικές οικογένειες. Ας μείνουμε στο: «σκοντάφτουμε στις ανηφοριές αλλά σηκωνόμαστε και προχωράμε».

Συντελεστές

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνοθεσία: Χάρης Φραγκούλης
Σκηνικά-Κοστούμια: Μαρία Πανουργιά
Μουσική: ΚορνήλιοςΣελαμσής
Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος
Φωτισμοί: ΕλίζαΑλεξανδροπούλου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ασπασία-Μαρία Αλεξίου
Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Κορίνα Άννα Γκουγκουλή
Βοηθός σκηνογράφου: Φωτεινή Ιατρού
Βοηθός φωτίστριας: ΤζάνοςΜάζης
Hairstyling: Talkin’ Heads
Οργάνωση παραγωγής: ΕρωτόκριτοςΚοτσιλίνης
Φωτογραφίες: Εβίτα Σκουρλέτη

Παίζουν:
Ασπασία-Μαρία Αλεξίου, Σοφία Κόκκαλη, Ανδρέας Κοντόπουλος, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Κατερίνα Λούβαρη – Φασόη, Άγγελος Παπαδημητρίου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Κορνήλιος Σελαμσής, Μιχάλης Τιτόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ