Μία γυναίκα, δυο άνδρες. Ανάμεσά τους η αναπηρία. Σε ποια μορφή; Και ποιος είναι ο ανάπηρος; Τρείς μονόλογοι, τρεις διαδρομές, τρεις χαρακτήρες. Ποιος είναι ο πιο περίπλοκος;

Απαντήσεις ξεκάθαρες στην παράσταση της «Μόλλυ Σουήνυ», που έκανε πρεμιέρα αγκαλιά μ’ ένα γράφημα: «βλέπω δε σημαίνει κατανοώ».

Ο Βrian Friel, ο Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας που είναι γνωστός για το «Dancing at Lughnasa», έγραψε τη «Molly Sweeney» στη δεκαετία του 1990. Έχει αναφερθεί ότι εμπνεύστηκε την ιστορία του από την ανάγνωση του έργου του νευρολόγου Oliver Sacks’s  «To See and Not See», ένα κείμενο που αφορά στο βιογραφικό ενός 50χρονου άνδρα, ουσιαστικά τυφλού από την παιδική ηλικία, ο οποίος ανέκτησε μεγάλο μέρος της όρασής του μετά από χειρουργική επέμβαση. Η έκπληξη έρχεται, όταν στην εξέλιξη αυτής της υπόθεσης το «θαύμα» μετατρέπεται σταδιακά σε τρομακτική εμπειρία.

Η Molly είναι 41 ετών, τυφλή από την βρεφική ηλικία των 10 μηνών. Είναι μια αυτοδύναμη – προσαρμοσμένη στη ζωή που της έλαχε – παντρεμένη γυναίκα, με καλούς φίλους και μια ικανοποιητική δουλειά. Όμως, ο άνεργος και τυχοδιώκτης σύζυγός της, ο Frank, φανερά πλεονέκτης, θέλει πολλά περισσότερα απ’ τη ζωή. Βρίσκει έναν χειρουργό, τον κ. Rice, ο οποίος είναι πρόθυμος να αποκαταστήσει την όραση της Μόλλυ. Τελικά, μετά τη σχετική επιτυχία της εγχείρησης σε δυο πράξεις (μια για κάθε μάτι), η γυναίκα βρίσκεται «εξόριστη» σ’ έναν κόσμο όπου αδυνατεί να υπάρξει, αφού όλη η προηγούμενη ζωή της έχει φτιαχτεί πάνω στο επίκτητο σκοτάδι, όπου είχε πλάσει επιτυχώς έναν αυτάρκη χαρακτήρα, απόλυτα ικανοποιημένο απ’ την πατρική φροντίδα και αγάπη. Ήταν, ήδη, ικανή να διαχειρίζεται συναίσθημα και υπόλοιπες αισθήσεις, ώστε να αντιλαμβάνεται ενσυνείδητα τον «έγχρωμο» – σκοτεινό της κόσμο και να βιώνει τη ζωή μ’ έναν θαυμάσιο αρθρωτό και αισθητηριακό τρόπο.

Το ιστορικό της επανάκτησης της όρασης διηγούνται σε τρεις αυτονόμους μονολόγους οι ήρωες. Η Μόλλυ, ο σύζυγός της και ο γιατρός. Φανερώνουν, εκόντες – άκοντες, τις πολυκύμαντες υπαρξιακές τους διαδρομές. Το δράμα αποκαλύπτεται βαθμηδόν, βέβαια από την σκοπιά του καθενός, αγγίζοντας με τολμηρή ειλικρίνεια και αναπάντεχο χιούμορ τις πιο σκοτεινές και πιο παράδοξες γωνιές της ανθρώπινης ψυχής, μέσα από μια σύλληψη που υλοποιεί αυτό που ονομάζουμε «υποκειμενική αφήγηση».

Η «Μόλλυ Σουήνυ» πρωτοπαρουσιάστηκε στη χώρα μας στο “Απλό Θέατρο”, το 1997. Το Κ.Θ.Β.Ε. και η «αρχιτέκτων» της παράστασης Γλυκερία Καλαϊτζή επιβεβαιώνουν την αξία του, τη δύναμή του να προκαλεί αληθινή συγκίνηση και, ταυτόχρονα, να ωθεί τους θεατές να σκεφτούν ενέργειες που μοιάζουν αυτονόητες αλλά δεν είναι. Όπως, τις ερμηνείες του ρήματος «βλέπω».

Η πολύπειρη σκηνοθέτις Γλυκερία Καλαϊτζή λέει για την παράσταση: «το έργο εστιάζει στον βίαιο τρόπο με τον οποίο επιχειρούμε να επιβάλλουμε αλλαγές σε άλλα άτομα και, κατ’ επέκταση, στην ίδια την κοινωνία. Η Μόλλυ, πριν την εγχείρηση και μέσα στον στερημένο της κόσμο, ήταν απολύτως αυτάρκης. Δέχεται να υποβληθεί σε αυτήν, επειδή εμπιστεύεται ”τυφλά” γιατρό και σύζυγο. Δεν εξετάζει τα οπορτουνιστικά τους κίνητρα . Και οι δυο αποβλέπουν σε μια ευκαιρία προσωπικής επιτυχίας και αναπάντεχης καταξίωσης. Η φιλοδοξία του πρώτου και η ημιμάθεια του δεύτερου φέρνουν – σαν αποτέλεσμα- την ψυχική και πνευματική εξόντωση μιας, πρότερα, υγιούς γυναίκας. Έτσι, όσο η αλήθεια του ενός διασταυρώνεται με κείνη του άλλου ή την αναιρεί, προκύπτει αναπόφευκτα μια ιδιότυπη κι έντονη δράση, η οποία κρατά το κοινό σε εγρήγορση και αγωνία για την κατάληξη της ιστορίας».

Με αφετηρία το σήμερα, συνοδοιπορούμε με τα τρία πρόσωπα του έργου στο δρόμο της μνήμης και γινόμαστε μάρτυρες στο πέρασμα της ηρωίδας από το σκοτάδι στο φως. Ο Φρίελ παραδίδει ένα κείμενο ρεαλιστικό, διάσπαρτο από ευεργετικό χιούμορ. Πρόκειται περί ιδιοφυούς συγγραφέα . Το έργο του μιλά στον θεατή ευθύβολα, χωρίς να περιορίζεται ούτε στο συγκεκριμένο πρόβλημα ούτε σε περιπτώσεις αναπηρίας γενικότερα. Μιλάει για τη ζωή. Για εμάς, για την ψυχή μας.

Τρεις μονόλογοι- υποκειμενικές αφηγήσεις, διαφορετικές οπτικές γωνίες και αλήθειες, σε ένα γεγονός. Το έργο φέρνει στο προσκήνιο τη διαφορετικότητα αλλά και το δίπολο επιτυχία-αποτυχία, τα όνειρα που δεν πραγματοποιούνται, τις ατελέσφορες προσπάθειές μας. Ο Φρίελ, στη σκιά του Τσέχωφ – του οποίου έργα μετέφρασε- ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή και μπολιάζει το ιρλανδικό θέατρο, ίσως και το παγκοσμίως αγγλόφωνο, με την τσεχωφική έρευνα κάτω από μια ασήμαντη, φαινομενικά, επιφάνεια. Με τον φανταστικό ρεαλισμό του μεταλλάσσει το μερικό σε καθολικό και το πραγματικό σε ιδεατό.

Λέω, ότι οι μη μονόπλευροι μονόλογοι και ο χρόνος του παρελθόντος απαιτούν από έναν συγγραφέα να χρησιμοποιεί μια ευρεία παλέτα ρυθμών και συναισθηματικών χρωμάτων. Στο πρωτότυπο κείμενο όλα αυτά είναι υποδόρια. Στην παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε η σκηνοθέτις Γλυκερία Καλαϊτζή, με τη γόνιμη φαντασία της, με τις γνώσεις της και την ενδελεχή μελέτη του συγγραφικού έργου του Ιρλανδού Φρίελ (η μετάφραση είναι δική της), έχει την ικανότητα να προμηθεύσει με αυτές τις σιωπηρές ή αγνοούμενες ιδιότητες τη δράση, ώστε τα σώματα των ηθοποιών και οι φωνές τους, η αίσθηση του ορατού ή σκοτεινού χώρου, του ρυθμού και της κίνησης, να συγκινούν και να δημιουργούν κι έναν ποιητικό κόσμο με χρώματα, μουσικές και διαδρομές ιδιωτικής περιπλάνησης σε προσωπικά μονοπάτια ψυχής.

Το πλέον αξιοσημείωτο είναι ότι η αφήγηση ξεδιπλώνεται μέσα από ξεχωριστές αναμνήσεις με τέτοιον τρόπο, ώστε οι θεατές – ακροατές οδηγούνται να «βλέπουν» με τα μάτια της φαντασίας τους, γεγονός που πετυχαίνει πληρέστερη ανάγνωση της ζωής στο σκοτάδι.

 Στη σκηνή δεσπόζουν τρεις διάδρομοι. Ο μεσαίος είναι ο υγρός κόσμος της Μόλλυ, με τον κήπο των παιδικών της χρόνων, με οτιδήποτε έρεε στην φαντασία της, από το ροζ και το κίτρινο των λουλουδιών ως τα σχήματα των αντικειμένων, αλλά και με οτιδήποτε ρέει στην ιστορία και μετά την αποκατάσταση της όρασής της. Οι άλλοι δυο, στεγνοί και άδειοι, μοιάζουν αεροδιάδρομοι προσγείωσης ή απογείωσης των όσων «κατεβάζουν» ή «ανεβάζουν» οι αφηγητές άνδρες, αναλόγως του περιεχομένου τους.

Το κοινό στη διάρκεια της παράστασης, προβληματίζεται κι αναλύει ( κατά το δοκούν), τη νευρολογική ανάπτυξη του εγκεφάλου, την ανατομία του ματιού και εμβαθύνει σε μία από τις αρχαιότερες φιλοσοφικές συζητήσεις: την ίδια την αντίληψη.

Η Ιωάννα Δεμερτζίδου στα χέρια της Γλυκερίας Καλαϊτζή, μεταλλάχτηκε σε μια ευαίσθητη κοπέλα με το δικό της «φως», άλλοτε απογοητευμένη ή απελπισμένη κι άλλοτε εκθαμβωτικά χαρούμενη, όπως στη σκηνή του χορού το βράδυ της αναμονής του χειρουργείου . Την αισθητική της έκσταση την περνά στην αίθουσα, στους βλέποντες, και είναι παρούσα η αίσθηση της κατανόησης και του συμμερισμένου συναισθήματος της πηγαίας, εσωτερικής έξαψης της Μόλλυ. Επαινώ σκηνοθέτιδα και ερμηνεύτρια γι’ αυτόν τον έξυπνο τρόπο επικοινωνίας, ταύτισης αν θέλετε, της εσωτερικής εγρήγορσης θεατών και ηρωίδας.

Ο Γιώργος Κολοβός, ως γιατρός Ράις, έδωσε την ψυχρότητα του επιστήμονα μέσα από τα κομψά του ρούχα, την κενή συναισθημάτων αφήγησή του και την αυστηρά επιστημονική του ανάλυση. Είδαμε μια εντελώς δωρική ερμηνεία, δίχως τις ευαισθησίες ενός κοινού θνητού. Στον αντίποδά του, ο σύζυγος Φρανκ του Βασίλη Χατζηδημητράκη ήταν επαρκώς ένας αληθινός αγύρτης, μα κι ένας δήθεν αισθηματίας σύντροφος της Μόλλυ.

Τα σκηνικά της Μαρίας Καραδελόγλου προσαρμοσμένα στον χώρο του Φουαγιέ, που δεν είναι και ο καταλληλότερος για θεατρική παράσταση. Οι φωτισμοί της Δήμητρας Αλουτζανίδου, καθαριστικοί στην αποκωδικοποίηση μηνυμάτων, όπως και η μουσική του Κώστα Βοζίκη.

Χρειάζονται δύο ώρες για να παρακολουθήσετε το «Molly Sweeney» στο Φουαγιέ της Ε.Μ.Σ. αλλά θα περάσετε πολύ περισσότερο χρόνο για να το «μελετήσετε» κατά μόνας. Πρόκειται για έναν εξαιρετικά μεταβαλλόμενο διαλογισμό για την ελπίδα, την απόσταση από το «είναι» στο «φαίνεσθαι» και την απελπισία, επειδή είναι ένα συναρπαστικό θεατρικό κομμάτι, στο οποίο το τελικό χειροκρότημα είναι μόνο η αρχή των επιδράσεων της παράστασης στην ψυχή και στο μυαλό. Δείτε το και αναλογιστείτε . Τι είναι «φως» στη ζωή μας;

Συντελεστές:

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Γλυκερία Καλαϊτζή

Σκηνικά-Κοστούμια: Μαρία Καραδελόγλου

Μουσική: Κωστής Βοζίκης

Φωτισμοί: Δήμητρα Αλουτζανίδου,

Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Καραμανίδου

Φωτογράφιση παραγωγής: Τάσος Θώμογλου

Οργάνωση παραγωγής: Μαριλύ Βεντούρη

Παίζουν: Ιωάννα Δεμερτζίδου (Μόλλυ), Γιώργος Κολοβός (Κύριος Ράις), Βασίλης Χατζηδημητράκης (Φρανκ)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ