Από νωρίς το πεζοδρόμιο στη Βασιλίσσης Όλγας, όπου και το «Αθήναιον», ασυνήθιστα πλήρες. Έσπευσαν οι θεατρόφιλοι να κλείσουν έγκαιρα θέσεις και το επισημαίνω, επειδή την ίδια εικόνα αντίκρισα πέρυσι και στην «Κατερίνα» του Αύγουστου Κορτώ, που ο Γιώργος Νανούρης σκηνοθέτησε κι έφερε στη Θεσσαλονίκη.

Αυτή τη φορά ο γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης διασκεύασε και σκηνοθέτησε το «Αφέντης και Δούλος» του Λέοντος Τολστόι και ο ίδιος με τον Δημήτρη Λιγνάδη το ανέβασαν πρώτα στην Αθήνα. Τώρα ήρθε η σειρά της συμπρωτεύουσας να το δεχτεί.

Η παράσταση, αν και λιτή, κατάφερε να μεταφέρει την ατμόσφαιρα της παγωμένης ρωσικής στέπας και, το λιγότερο, να συμπαρασύρει τους θεατές ως συνοδοιπόρους των ταξιδιωτών στο αχανές λευκό τοπίο. Από εκεί και πέρα, τα χρώματα στην ψυχή και στο μυαλό του καθενός εναλλάσσονταν ανάλογα με την παλέτα που κρατούσε και το πώς κινούσε τον χρωστήρα του στον καμβά της δικής του οπτικής επαφής με τη σκηνή.

Στο διάστημα 1894 με 1895 ο μεγάλος Τολστόι έγραψε τη νουβέλα «Αφέντης και δούλος», πενήντα πέντε σελίδων και δέκα ενοτήτων (σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια). Η υπόθεση του έργου αναφέρεται στη «θυσία» του αφεντικού για τη σωτηρία του δούλου, κατά τη διάρκεια μιας νύχτας, όταν κάποια στιγμή παγιδεύτηκαν από την χιονοθύελλα του γνωστού ρωσικού χειμώνα. Ο άπληστος αφέντης Βασίλι Αντρέιτς Μπρεχουνόφ μια χειμωνιάτικη νύχτα ξεκινά ένα ταξίδι για ν’ αγοράσει γη μαζί με τον δούλο του-μουζίκο- Νικίτα, που οδηγεί το έλκηθρο. Ξαφνικά, χάνουν τον δρόμο στη μέση του πουθενά και θάβονται κάτω απ’ το χιόνι.

Στις σελίδες της νουβέλας είναι τοποθετημένο ένα θέμα, που θα πάρει αργότερα την πρώτη θέση σ΄ όλη την πνευματική δημιουργία του Τολστόι. Πρόκειται για την αναγέννηση των ανθρώπων εκείνων, που, ενώ ανήκουν στις προνομιούχες τάξεις, αντιλαμβάνονται την κοινωνική αδικία, την ηθική ποταπότητα και την ψευτιά του περιβάλλοντός τους.

Στη διασκευή αυτού του κειμένου για το θέατρο, ο Γιώργος Νανούρης έδωσε μια δισυπόστατη μορφή. Αφήγηση και χαρακτήρας σε ένα πρόσωπο. Την έχουμε ξαναδεί και σε άλλες παραστάσεις, παράδειγμα στο «Γιοι και κόρες» του Γ. Καλαβριανού, κι όπως εκεί έτσι κι εδώ πέρασε στο κοινό σαν εύρημα, επειδή ξεπεράστηκε με ευκολία ένας ορατός σκόπελος: η δραματοποίηση μιας νουβέλας που απαιτεί εικόνες, πρόσωπα, γεγονότα και τη δράση τους επί σκηνής.

Στο τρίτο κουδούνι, και με φώτα ακόμα στην πλατεία, οι δυο ηθοποιοί, Γιώργος Νανούρης και Δημήτρης Λιγνάδης, εμφανίστηκαν στη σκηνή, καλησπέρισαν το κοινό, του έδωσαν την ιστορία σε περίληψη, αμέσως μετά «ενδύθηκαν» τους ρόλους «δούλου» και «αφέντη» αντίστοιχα και στα επόμενα εξήντα λεπτά «έτρεξαν» την ιστορία πότε ως αφηγητές και πότε ως χαρακτήρες. Η μουσική και ο φωτισμός δυνατά στηρίγματα στις εικόνες- φυσικά τοπία που ήθελε να «χτίσει» η σκηνοθεσία αλλά και «κλειδοκράτορες» που δώρισαν κλειδί «κρυμμένου θησαυρού» στους θεατές, για τις προσωπικές τους εσωτερικές διαδρομές. Το συγκινησιακό κομμάτι, δυνατό και με διάρκεια, το επωμίστηκε ο Δημήτρης Λιγνάδης. Εξαιρετικός ηθοποιός, ερμήνευσε έναν «Αφέντη» όπως τον δημιούργησε ο Τολστόι. Αρχικά εγωπαθή, άτεγκτο, σαδιστικά τυραννικό κι ύστερα σπαρακτικά ανθρώπινο. Έξοχη μετάλλαξη, συγκλονιστική ερμηνεία. Η ταύτιση του ηθοποιού με τον ήρωα που υποδυόταν έφερνε δάκρυα στους θεατές, μα περισσότερα στον ίδιο. Φόρτισε την ατμόσφαιρα με μια ανάγκη ψυχικής εκτόνωσης κι όχι μ‘ ένα επιδερμικό μελόδραμα. Του αξίζουν οι έπαινοι. Κι ο «δούλος» του Γιώργου Νανούρη, σε μια σαφέστατη απόσταση. Όπως είχε μάθει να ζει, ο δεύτερος ήρωας, ως μουζίκος κι όπως κληρονόμησε απ’ την οικογένειά του την υποτέλεια, την υποταγή, την υπακοή στον Αφέντη κι έτσι όπως είχε ξεκάθαρη εικόνα της θέσης του στο μυαλό του, άρα και στη συμπεριφορά του. Στάθηκε, λοιπόν, ως αρμονική αντίστιξη στη συνύπαρξή του με τον αφέντη. Φιγούρα υποδεέστερη μέσα κι έξω. Ως κι ο πόνος του ήταν βουβός, όταν παγωμένος απ΄ το κρύο κουλουριάστηκε πίσω απ’ το έλκηθρό τους. Με τη φράση του, ενώ έπνεε τα λοίσθια, «πεθαίνω αφεντικό, συγχώρα με» μας έδωσε όλη τη διάσταση των κοινωνικών τάξεων στην προεπαναστατική Ρωσία, ενώ το «αφεντικό» σκιαγράφησε την αλαζονεία της άρχουσας τάξης με ευκρίνεια.

Αυτή η λιτή, μα όχι πρόχειρη παράσταση, πιστοποιεί ορθά πως κι ο Τολστόι, όπως κι ο Γκόρκι κι ο Τσέχωφ, ήταν ένας «ακτινοδιαγνώστης» της κοινωνικής κατάστασης της εποχής του, των αξιών των πλουσίων και των φτωχών και της αντιπαράθεσης ανάμεσά τους. Στη σκηνή του «Αθήναιον», πέρα από τη συναισθηματική προσέγγιση των χαρακτήρων, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μάς προϊδέασε, ίσως, και για τη συνέχεια της ιστορικής εξέλιξης στη Ρωσία. Οι λέξεις και οι συμπεριφορές στο πρώτο μέρος και πριν την ανατροπή στη στάση του αφέντη έναντι του δούλου, μήπως κυοφορούσαν την έκρηξη της λαϊκής αγανάκτησης στην επερχόμενη Οκτωβριανή Επανάσταση;

Δείτε την και συζητήστε την κι εσείς στη συνέχεια.

Ταυτότητα παράστασης

Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιώργος Νανούρης

Παίζουν

Δημήτρης Λιγνάδης

Γιώργος Νανούρης

Μουσική: Λόλεκ
Σκηνικά-Κοστούμια:Μαίρη Τσαγκάρη

Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας

Εικαστική σύλληψη και επιμέλεια:

Γιώργος Νανούρης

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Ρίτα Σίσιου

Παραγωγός: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ