Πρόλογος

Το συναρπαστικό χρονικό του Σαίξπηρ για την αχαλίνωτη, χωρίς όρια και ηθικούς φραγμούς επιθυμία των μεγαλομανών σ’ έναν θώκο, παραμένει μια προκλητική μελέτη του κακοποιού και επικίνδυνου εθισμού μας στις ανοίκειες εκμεταλλεύσεις του.

Μετά τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, στην περίοδο 2014-15, και τη «Σφαγή́ των Παρισίων» του Κρίστοφερ Μάρλοου, που κέρδισε το κοινό του Φεστιβάλ το 2016 και επαναλήφθηκε το 2017, η Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων, από τις πιο αξιόλογες ομάδες της ελληνικής σκηνής, επιχειρεί να συμπληρώσει αυτήν την ελισαβετιανή τριλογία με όχημα τη νέα ελληνική μετάφραση του Ριχάρδου Γ΄ από την Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου. Η κυρίως έρευνα της ομάδας επικεντρώνεται στη συνομιλία λόγου, κίνησης και μουσικής.

Η υπόθεση

Ο «Πόλεμος των Δύο Ρόδων», από το 1455 έως το 1485, ήταν μια σειρά ιδιαίτερα βίαιων και αιματηρών πολέμων της Αγγλικής ιστορίας, μεταξύ του οίκου των Λάνκαστερ και του οίκου της Υόρκης. Είχε αποτέλεσμα να περιέλθει ο αγγλικός θρόνος από τους Πλανταγενέτες στους Τυδώρ. Οι εμπόλεμες σκληριές συρράξεις έλαβαν αυτήν την ονομασία, πολλά χρόνια αργότερα, από τα αποδιδόμενα στους δύο αντιμαχόμενους οίκους εμβλήματα, το λευκό ρόδο της Υόρκης και το κόκκινο ρόδο των Λάνκαστερ. Ο τελευταίος βασιλιάς εκ της δυναστείας των Πλανταγενετών ήταν ο Ριχάρδος Γ’.

Η ειρήνη και η ευημερία φαίνεται να έχουν επιστρέψει στην Αγγλία, μετά από έναν μακροχρόνιο εμφύλιο πόλεμο. Εγγυητής αυτής της ευημερίας είναι ο βασιλιάς Εδουάρδος, της δυναστείας των Γιορκ. Όμως, ο μικρότερος αδελφός του Βασιλιά, Ριχάρδος, αν και πολύ πίσω στη σειρά διαδοχής του στέμματος, επιθυμεί την εξουσία. Χωρίς αναστολές και με μια εκμαυλιστική γοητεία, χρησιμοποιεί τη βία, τη διπλωματία, την πειθώ, τη σαγήνη και ενεργοποιεί όλα τα μέσα που διαθέτει, για να υπερπηδήσει όσα εμπόδια του κλείνουν το δρόμο προς την κορυφή.

Η ιστορία

Ο Ριχάρδος Γ’ παρουσιάζεται με μελανά χρώματα υπερβολής από τους διαδόχους του, τους Τυδώρ, όμως πολλές φορές ψευδή, προκειμένου οι τελευταίοι να δικαιολογήσουν την ανατροπή του.

Όσον αφορά στην υστεροφημία του, το «Council of the North» (Συμβούλιο του Βορρά) που ήταν δημιούργημα του Ριχάρδου πριν γίνει βασιλιάς, περιγράφεται σαν «ένας σπουδαίος θεσμικός νεωτερισμός». Θεωρείται ότι είχε βελτιώσει σημαντικά τις συνθήκες ζωής στη Βόρεια Αγγλία, αφού μ’ αυτό, τουλάχιστον στη θεωρία, σκόπευε να διατηρήσει την ειρήνη και να τιμωρήσει τους παραβάτες του νόμου, καθώς και να λύσει προβλήματα γεωκτησίας.

Ακόμα, βελτίωσε τους όρους χρηματικής εγγύησης για προσωρινή αποφυλάκιση για να προστατεύσει τους θεωρούμενους ως ύποπτους εγκληματίες από τη φυλάκιση, πριν αυτοί δικαστούν, και να προστατεύσει την περιουσία τους από κατάσχεση κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Επίσης ίδρυσε το «College of Arms» (Κολέγιο των Όπλων) το 1484, απαγόρευσε τους περιορισμούς στις εκδόσεις και πωλήσεις βιβλίων, και παρήγγειλε τη μετάφραση των γραπτών Νόμων και Διατάξεων, από τα παραδοσιακά Γαλλικά στα Αγγλικά.

Ήταν βέβαια αναμενόμενο ότι ο Ριχάρδος Γ’ στην περίοδο των Τυδώρ, δυσφημίστηκε σε έργα όπως στη συγκεκριμένη τραγωδία του Σαίξπηρ. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του Σαίξπηρ και άλλων ότι ο Ριχάρδος ήταν κυφός (καμπούρης), δεν επιβεβαιώνεται, ούτε από τις προσωπογραφίες του, ούτε από τις αναφορές των συγχρόνων του. Υπάρχουν όμως ενδείξεις ότι ο ένας ώμος του ήταν ελαφρώς υψηλότερος από τον άλλον.

Διαφοροποιούμενης από τις παραπάνω αναφορές ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης, προτίμησε να εμφανίσει τον δικό του Ριχάρδο πιθηκόσωμο με στάση και κίνηση ανάλογη ενός γορίλα. Μάλιστα, του πρόσθεσε μυκηθμούς ανάμεσα στα λόγια, ώστε η παραπομπή σε πρωτεύον ζώο που άρχει σε ζούγκλες να είναι ευθεία.

Η παράσταση

Σ’ έναν κλωβό, έναν κύβο με αέρινα, λευκά, διαπεραστικά από το φως πετάσματα – πλευρές, ένα ιδιαίτερο σκηνικό μινιμαλιστικό, σχεδόν πάντα κλειστοφοβικό, χαμηλοφωτισμένο με τέτοιον τρόπο, ώστε να δημιουργούνται εικαστικής ομορφιάς κάδρα, χώροι ανακτόρων, σάλες ελισαβετιανές, δρόμοι κακόφημοι και ζοφερά μονοπάτια – υπαινιγμοί επερχόμενων θανάτων, κινήθηκε όλη η ομάδα. Μέσα σ’ αυτό και, περιμετρικά, έξω απ’ αυτό. Ξεκίνησε ένα ολόμαυρο σμάρι δέκα ατόμων με μάσκες – εικόνες – προσωπεία σε ρόλο αφηγητών, το οποίο εισήγαγε το κοινό στο θέμα αναλύοντας το ιστορικό πλαίσιο της πλοκής που παίδευσε συγγραφέα, θεωρητικούς αναλυτές και θεατές σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Άλλωστε, ο «Ριχάρδος ο Γ’» είναι εξαιρετικά δύσκολο έργο.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης είχε άσσους στο μανίκι του. Αφορούσαν την εικαστική απεικόνιση του έργου, τη συμπυκνωμένη αφήγηση με το εύρημα της μοιρασιάς της πίσω από τα προσωπεία και τη ριζική περικοπή διακεκριμένων εκθέσεων, χαρακτήρων και γεγονότων. Οι φόνοι που διέπραξε ο Ριχάρδος, συχνά εκτός κειμένου, γίνονται εφευρετικές θεατρικές παραστάσεις μέσα στο θέατρο. Ιδιαίτερα γραφικοί οι «θάνατοι» των πριγκίπων και ιδιαίτερη η αξία των στιγμών. Ο Ριχάρδος απαγγέλνει τον φόνο, άλλοι τον εκτελούν κι ο εγκληματίας έχει στεγνά χέρια από το υγρό αίμα των θυμάτων του.

Η παράσταση φορτωμένη με λογής ευρήματα, προσθέσεις πέρα από τα όρια της υποκριτικής τέχνης, αναγκαστικά μεγέθυνε τη διάρκειά της, αρκετά κουραστικό αποτέλεσμα για θίασο και θεατές. Θεωρώ ότι θα μπορούσαν να συμμαζευτούν πλατειασμοί, όπως το τραγούδι του Λεονάρντ Κοέν, το οποίο ακούστηκε στα 4 λεπτά που διαρκεί, ενώ το ένα θα ήταν ικανό να υπογραμμίσει συμβολικά τον δήθεν έρωτα του Ριχάρδου προς στην Ελισάβετ. Το Μπολερό του Ραβέλ, ναι μεν εξυπηρέτησε την κίνηση των αφηγητών, αλλά επαναλήφτηκε ξανά και ξανά και οι ισορροπίες διαταράχτηκαν. Οι γρήγοροι και επαναλαμβανόμενοι στροβιλισμοί γύρω από τον νεκρό πρίγκιπα, αποπροσανατόλισαν το κοινό, επειδή καπέλωσαν αυταρχικά τον λόγο με τα βαριά βήματα. Ωστόσο, υπήρξαν στιγμές ενθουσιασμού και πνευματικής έκστασης που ο θεατής κρατά στο θυμικό του και μετά την αυλαία, ως εξαιρετικής ομορφιάς εικαστική τοποθέτηση και ποιητικής, υψηλής αισθητικής εικόνα. Αναγεννησιακός πίνακας η έξοχη σκηνή, ελάχιστα λεπτά πριν το διάλλειμα. Οι λευκές κουρτίνες του τετραγώνου αποτραβήχτηκαν, οι ηθοποιοί ακροβολίστηκαν σε όλη την έκταση της μεγάλης και βαθιάς σκηνής του θεάτρου, η διάταξή τους, το στήσιμο του σώματος και η θεσπέσια μουσική μαζί με τον υποβλητικό φωτισμό, έπλασαν μια εξαίσια «μουσική» συμφωνία, ένα ακριβό εισιτήριο για είσοδο σε αίθουσα τέχνης, όπου περιώνυμοι καλλιτέχνες ζωγράφοι και φωτογράφοι, εξέθεταν αγγέλους και παραδείσους, ζωγραφισμένους ή φωτογραφημένους με ψυχή κι όχι με εργαλεία.

Ο Ριχάρδος του Γιώργου Χριστοδούλου ήταν ένας όμορφος «άσχημος» ήρωας, ο οποίος ανέπτυξε επιδέξια έναν παραμορφωμένο συναισθηματικό εσωτερικό κόσμο, παρά έναν φυσικό εξωτερικό . Κυριάρχησε στη σκηνή με ευκολία, όχι τόσο γιατί η πένα του Σαίξπηρ θέλησε τον Ριχάρδο τον τρίτο κύριο άξονα της ιστορίας του, αλλά επειδή η σκηνική παρουσία του Χριστοδούλου, η ερμηνεία του, οι μεταπτώσεις από το σοβαρό στο υπαινικτικό αστείο, στον αφοπλιστικά ωμό κυνισμό κι από κει στο πειστικό εξομολογητικό ερωτικό παραλήρημα, τον ανέβασε στην κορυφή του ενδιαφέροντος του κοινού, ίσως επειδή ξεπέρασε τον Μακιαβέλι σε μηχανοραφίες και δολοπλοκίες και, ίσως, επειδή κατάφερε να περάσει τη γοητεία της υπεροχής του και της ομορφιάς του σε όλη την αίθουσα . Επιτυχής ανάθεση ρόλου. Οι υπόλοιποι ρόλοι αποδόθηκαν από έναν ισοδύναμο θίασο, με συνοχή και πειθαρχία στις οδηγίες του σκηνοθέτη. Ιδιαίτερη μνεία στους ατμοσφαιρικούς, εξαιρετικούς φωτισμούς του Τάσου Παλαιορούτα και στην μουσική του Βασίλη Ντοκάκη. Τα κοστούμια σε μίνιμαλ, επίσης, γραμμή και στο φοβικό ολόμαυρο, χρώμα που στιγματίζει την αντίθεση στο λευκό και κατ’ επίφαση ‘άμωμο σκηνικό του βασιλικού οίκου.

Εν κατακλείδι, αυτή η παράσταση μάς δίδαξε ότι η παραστατική απεικόνιση της συγγραφικής «κακίας» του Σαίξπηρ είναι μια προκαταρκτική βιτρίνα για έναν μη εμμονικό εγκληματία, έναν Μακιαβελικό πρόδρομο του πιο περίπλοκου και ύπουλου Ιάγου, ενός φονιά και ενός γοητευτικού ανδρός, ο οποίος επικοινώνησε άμεσα με το κοινό από τα αρχικά του λόγια, πράγμα που μας κατάστησε «συνωμότες». Είναι περιττό να επισημάνω ότι η πολλή δουλειά των συντελεστών ήταν εμφανής και γι ‘ αυτό άξια επαίνων.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση – Δραματουργία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου
Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Χρήστος Θεοδωρίδης
Χορογραφία: Ξένια Θεμελή
Σκηνικά – Κοστούμια: Τίνα Τζόκα
Μουσική: Βασίλης Ντοκάκης
Ανάλυση κειμένου – Ιστορική έρευνα: Παύλος Σούλης
Σχεδιασμός φωτισμού: Τάσος Παλαιορούτας
Βοηθοί σκηνοθέτη: Χαρά Τζόκα, Ανδριάννα Χαλκίδη
Βοηθός χορογράφου: Νικολέτα Κουτίτσα
Μακιγιάζ: Τατιάνα Καραμπετιάν
Κομμώσεις: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Γραφιστικός σχεδιασμός: Νώντας Παπουτσής
Φωτογραφίες: Αναστασία Γιαννάκη
Οργάνωση – εκτέλεση παραγωγής: Ζωή Κωνσταντάτου, Ντίνος Νικολάου, Άννα Τιαγκουνίδου

ΔΙΑΝΟΜΗ

Γιώργος Χριστοδούλου (Ριχάρδος Δούκας του Γκλόστερ, μετέπειτα Βασιλιάς Ριχάρδος ο Τρίτος)
Γιώργος Κισσανδράκης (Ερρίκος Στάτφορντ, Δούκας του Μπάκινχαμ, Παλάτι, Ίππαρχος Μπλαντ)
Παναγιώτης Εξαρχέας (Βασιλιάς Εδουάρδος ο Τέταρτος, Σερ Ριχάρδος Ράτκλιφ, Επίσκοπος του Υίλι)
Άλκης Μπακογιάννης (Σερ Ροβέρτος Μπράκενμπρι, Αντώνιος Γούντβιλ, Κόμης Ρίβερς, Πρώτος Δολοφόνος, Δήμαρχος του Λονδίνου, Ερρίκος Τυδώρ, Κόμης του Ρίτσμοντ, Βασιλιάς Ερρίκος ο Έβδομος)
Βασίλης Σαφός (Γεώργιος, Δούκας του Κλάρενς, Σερ Ουίλλιαμ Κέιτσμπι)
Λεωνίδας Αργυρόπουλος (Λόρδος Γουλιέλμος Χέιστινγκς, Δεύτερος Δολοφόνος, Λόρδος Στάνλεϊ, Κόμης του Ντέρμπι)
Τατιάνα- Άννα Πίττα (Βασίλισσα Ελισάβετ Γκρέι-Γούντβιλ)
Μαρία Μπαγανά (Σεσίλ Νέβιλ, Δούκισσα του Γιόρκ)
Ξένια Θεμελή (Λαίδη Ανν Νέβιλ, Λόρδος Γκρέι)
Κατερίνα Πατσιάνη (Μαργαρίτα Ανζού)

Η Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων ευχαριστεί θερμά το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος για την παραχώρηση της ηθοποιού κ. Μαρίας Μπαγανά, που συμμετέχει φιλικά στην παράσταση.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ