Στο Μουσείο Καππαδοκικών Μελετών στη Στέγη Πολιτισμού Νέας Καρβάλης, την Τετάρτη το βράδυ, δόθηκε μια θεατρική παράσταση από το εκεί Γυμνάσιο με θέμα «Τα δυο φύλα στη λογοτεχνία». Βρέθηκα στην πλήρη αίθουσα και παρακολούθησα τη δράση, την οποία βρήκα υψηλού επιπέδου εργασία σε όλες τις παραμέτρους της.

Επρόκειτο για εύγεστο καρπό προσπάθειας ομάδας μαθητών της τρίτης Γυμνασίου Νέας Καρβάλης. Στο πλαίσιο της λογοτεχνίας, όλοι οι συντελεστές είχαν την ευκαιρία να προσεγγίσουν τέσσερα έργα ελληνικής και παγκόσμιας δραματουργίας.

Σύμφωνα με την υπεύθυνη καθηγήτρια φιλόλογο κ. Γιάννα Λεμονή , κριτήριο επιλογής ήταν ο τρόπος παρουσίασης των δυο φύλων και των σχέσεων μεταξύ τους, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μέσα στο πέρασμα του χρόνου και με την επίδραση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών κάθε εποχής, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.

Τα δρώμενα επί σκηνής έτυχαν λεπτομερούς προσοχής από τη σκηνοθέτιδα , ενώ η αφήγηση, η δραματοποίηση των αποσπασμάτων από την «Τιμή και το Χρήμα» του Κ. Θεοτόκη, τον «Πατέρα» του Α. Στρίντμπεργκ, την «Αρκούδα» του Α. Τσέχωφ και την «Ωραία Θυμωμένη» της Λένας Διβάνη, με τη σειρά που παρουσιάστηκαν, δέθηκαν με επαγγελματική ευσυνειδησία και αποδόθηκαν αξιοθαύμαστα από τους μαθητές – ηθοποιούς. Εντυπωσιάστηκα από την άψογη συνεργασία του πολυπληθούς «θιάσου», τον συγχρονισμό τεχνικών μέσων και ζωντανής αναπαράστασης, την ευρηματική συνεργασία ηχογραφημένης μουσικής και κλασικού βιολιού από τη μαθήτρια Αναστασία Λουκίδου και από τα μελετημένα κοστούμια στην κάθε εποχή.

Η πρώτη έκπληξη ήρθε από τη μουσική της Ελένης Καραΐνδρου, που έγραψε για την βραβευμένη «Τιμή της αγάπης» της Τόνιας Μαρκετάκη, ταινία βασισμένη στο έργο του Κερκυραίου Κ. Θεοτόκη. Το έργο γνωστό, μάνα και κόρη συγκρούονται για την τιμή και το χρήμα, ενώ ταυτόχρονα με την «επανάσταση» της ηρωίδας, φαίνονται με σαφήνεια και τα ηθογραφικά στοιχεία της εποχής. Στον «Πατέρα» του 1887, είδαμε τη σχέση των δυο φύλων από την πλευρά των γονέων κι αυτή η εύστοχη επιλογή έργου καταργεί γεωγραφικά σύνορα, επειδή η σύγκρουση γενεών αφενός και οι συζυγικές διαφωνίες αφετέρου, είναι συνήθη φαινόμενα στην κάθε μικρή ή μεγάλη κοινωνία. Στην «Αρκούδα», ο σπουδαίος Ρώσος λογοτέχνης Α. Τσέχωφ, δημιουργεί εντάσεις κι ανατροπές ανάμεσα στα δυο φύλα. Το συγκεκριμένο απόσπασμα, ουσιαστικά, διδάσκει ότι τα ετερώνυμα έλκονται και στις ανθρώπινες οντότητες. Τέλος, στον 21ο αιώνα, έρχεται η Λένα Διβάνη για να δείξει με την «Ωραία Θυμωμένη» της ότι οι σύγχρονες σχέσεις τοποθετούνται πάνω σε ισότιμες βάσεις, ότι τα απομεινάρια παλιών εποχών μπαίνουν στις συζητήσεις των νέων ανθρώπων μόνο σα σχόλια χιουμοριστικά, ότι κορίτσια κι αγόρια μαθαίνουν να συμπεριφέρονται με όμοιο τρόπο κι ότι ο «δυνατός» δεν έχει φύλο, έχει ευκαιρείς να το αποδείξει.

Η παράσταση είχε συνοχή, γρήγορους ρυθμούς, ωραίες εναλλαγές από την αφήγηση στη δραματοποίηση και ξανά στην αφήγηση κι ένα σμάρι μαθητών – ηθοποιών που έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, δούλεψαν, συνεργάστηκαν άψογα και τους αξίζει η αναφορά ονομάτων τους.

Μποζατζη Σοφια, Ράντσιου Άνη και Χατζηβασιλειάδης Ανδρέας στο «Τιμή και Χρήμα».

Μουρατίδου Αναστασία, Πατακιάς Αλέξανδρος και Χατζηιωαννίδου Μαρία στο «Ο Πατέρας».

Κυριακού Αθανάσιος, Κυριακού Βασιλική και Χατζηιωαννίδου Μαρία στο «Η Αρκούδα» και

Βασιλείου Αγγελική, Κάζογλου Ζαχαρένια, Μουρατίδης Νικόλαος, Μποζατζή Σοφία, Παπαδοπούλου Αναστασία, Μπουζέλος Δημήτρης, Ρέτσι Ιωάννα, Χατζηβασιλειάδης Ανδρέας και Χότζα Τζέσικα στο «Η Ωραία Θυμωμένη».

Αφηγητές: Βαλμά Κωνσταντίνα, Καράδαη Αρετή, Μπουζέλος Δημήτρης.

Βιολί: Λουκίδου Αναστασία.

Στον ήχο: Σουγκουρλής Ιάκωβος, Φωκάς Ευάγγελος.

Ιδιαίτερα εύσημα στην υπεύθυνη της παράστασης, καθηγήτρια φιλόλογο, κ. Γιάννα Λεμονή.

Προσωπικά, πιστεύω ότι το θέατρο πρέπει να αφορά πρωταρχικά τον ίδιο τον εκπαιδευτικό. Αυτός θα πρέπει να έχει την ευθύνη της επιλογής. Η Κ. Λεμονή έκανε κάτι σημαντικό. Δεν πήρε ένα έργο άρτιο θεατρικά να το ανεβάσει. Στόχος της ήταν να ενεργοποιήσει πολλούς μαθητές. Πέρασε μέσα από μια εργαστηριακή διαδικασία την παράμετρο «λογοτεχνία». Μια παράσταση, άλλωστε, είναι πάντα ακτινογραφία μιας διαδικασίας. Στόχος είναι να γίνει υπόθεση των μαθητών , έτσι ώστε να μπορέσουν να δικαιολογήσουν μέσα τους το γιατί κάνουν πρόβες στο κείμενο που επιλέχτηκε. Η πρόβα δεν είναι κάτι που, απλά, επαναλαμβάνεται. Πρέπει κάθε φορά να κρατιέται κάτι σταθερό και ταυτόχρονα κάτι να ανατρέπεται. Μ’ αυτόν τον τρόπο εξελίσσεται κομμάτι – κομμάτι. Υπάρχει μια ολόκληρη διαδικασία, μια σειρά από απαραίτητες τεχνικές που πρέπει να εφαρμόζονται. Είναι απαραίτητο να γίνονται όλο και περισσότερα σεμινάρια και, κυρίως, από ανθρώπους σχετικούς.

Πιστεύω ότι το σημαντικότερο είναι να ξεκινάει κανείς από οποιοδήποτε κείμενο ή θέμα κι όλο αυτό να γίνεται αφορμή να μιλήσει ο ίδιος ο μαθητής για τον εαυτό του, για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Πρέπει να υπάρχει μια ανάλογη ματιά από πλευράς δασκάλου, που να ενεργοποιεί τον μαθητή, να τον τοποθετεί κριτικά απέναντι σε ό, τι συμβαίνει γύρω του. Έτσι, με αφορμή κάποιο θέμα -εν προκειμένω, «τα δυο φύλα στη λογοτεχνία» – ο μαθητής αρχίζει να εκφράζεται, επειδή προκειμένου να προσεγγίσουμε έναν ρόλο και να ανταποκριθούμε σ’ αυτόν αποτελεσματικά, αρχίζουμε και διερευνούμε πολλούς τομείς: «Πού βρίσκεται αυτός;», «Πώς;», «Πότε;», «Γιατί συμπεριφέρεται έτσι»; Μοιραία αναπτύσσεται η έννοια της ενσυναίσθησης όταν, ηθελημένα ή όχι, χωρίς διδακτισμό, χωρίς παρότρυνση, μπαίνουμε στη θέση του άλλου. Η ίδια η λειτουργία του θεάτρου στο σχολείο, από μόνη της, προσφέρει μια άλλη ματιά και αντίληψη για τα πράγματα. Το θέατρο μέσα από την απεριόριστη πολυσημία του δείχνει αυτόν τον πλούτο, ότι δηλαδή δεν υπάρχει ένας δρόμος για τα πράγματα. Αυτό που ουσιαστικά είναι και το ζητούμενο στη γνώση.

Συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ