Πληθώρα θεατών, θεαματική η «ουρά» στο ταμείο του θεάτρου, εντυπωσιακή η εικόνα. Εξαιρετικά εντυπωσιακή. Σε μια «άπλυτη» Θεσσαλονίκη, στην οποία η ταλαιπωρία των κατοίκων της δεν έχει ακόμη τελειώσει από τις πολυήμερες διακοπές υδροδότησης, οι πολίτες στοιχήθηκαν υπομονετικά στην είσοδο μιας αίθουσας τέχνης για να δουν Φασμπίντερ. Τόλμη και γοητεία. Όχι μεταφορά ούτε μυθοπλασία. Πραγματικότητα αστραφτερή- οξύμωρο σχήμα- και βήματα μπροστά, σαν απάντηση στα οπισθοδρομικά της δημοτικής υπηρεσίας, που ανενδοίαστα τσαλαβουτά ως τα τώρα στα λύματα και μειδιά, δήθεν απολογητικά, πίσω από τα μυρωμένα υγρά μαντηλάκια μιας χρήσης που σώζουν ατομικές αξιοπρέπειες. Θέατρο του παραλόγου στις συνοικίες, θέατρο του Αριστοτέλη στο «Αριστοτέλειον».

Το έργο του Ρ.Β.Φασμπίντερ έγραψε ιστορία ως κινηματογραφική ταινία, η οποία αποτέλεσε το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με θέμα την ιστορία της Γερμανίας, αμέσως μετά την ήττα του Ναζισμού, κατά την περίοδο του «οικονομικού θαύματος».

Σε αντίθεση με τους Γερμανούς συγγραφείς, ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ (που γεννήθηκε στις 30 Μαΐου 1945, λίγες μέρες μετά την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας στους Συμμάχους) ήδη από το 1979 θέλησε να «μιλήσει» για τα αμέσως επόμενα του πολέμου χρόνια στην συγκεκριμένη ταινία του. Η ερμηνεία της προϋποθέτει τη γνώση των συνθηκών που επικρατούσαν στην κατεστραμμένη και ταπεινωμένη Γερμανία την επομένη της λήξης του πολέμου.

Ο σκηνοθέτης (κινηματογραφιστής) Γιώργος Σκεύας το διασκεύασε για το θέατρο και το ανέβασε, ήδη, στην Αθήνα με επιτυχία. Επέλεξε να στήσει την παράστασή του σε διαρκή αναφορά και συσχετισμό με την Ιστορία, που είναι «παρούσα» μέσω του βίντεο που συνδέει διαφορετικές σκηνές- χρονικές περιόδους του έργου, αντιμετωπίζοντας την ηρωίδα, τα άλλα πρόσωπα, τις σχέσεις που τους συνδέουν, ως άμεσα εξαρτημένες από την εποχή τους.

«Προτιμώ να κάνω εγώ τα θαύματα, παρά να περιμένω να γίνουν» λέει η Μαρία Μπράουν. Η θρυλική, όπως πλέον θεωρείται, ανοικοδόμηση της Γερμανίας και το «οικονομικό θαύμα» μετά τον πόλεμο ισοδυναμούσε με εξάλειψη του πρόσφατου παρελθόντος του ίδιου του έθνους. Ο απαιτούμενος όγκος εργασίας σε συνδυασμό με τη δημιουργία μιας νέας, απρόσωπης πραγματικότητας, απέκλεισε εκ των προτέρων κάθε ενδεχόμενη αναμέτρηση με το παρελθόν, στρέφοντας το βλέμμα των ανθρώπων αποκλειστικά προς το μέλλον και αναγκάζοντάς τους να αποσιωπήσουν και να λησμονήσουν το πάθημά τους. Η απώλεια των αισθήσεων και των αισθημάτων αποτέλεσε προϋπόθεση για την «επιτυχία».

Υπόθεση: Η Μαρία παντρεύεται τον Χέρμαν, εν μέσω βομβαρδισμών και ζούνε μαζί «για μισή μέρα και μια ολόκληρη νύχτα». Εκείνος φεύγει για το Ανατολικό μέτωπο και η Μαρία μάταια τον περιμένει να γυρίσει. Έχοντας την πληροφορία πως είναι νεκρός, προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή της, μέσα στα ερείπια του πολέμου. Η γνωριμία της με έναν βιομήχανο υφασμάτων της προσφέρει την ευκαιρία που ζητά. Τίποτα δεν τη σταματά μπροστά στην επίτευξη του στόχου. Κοιτάζει μόνο το μέλλον και ξεχνά το παρελθόν, προκειμένου να πετύχει το όνειρό της. Η επιστροφή του συζύγου θα ανατρέψει ριζικά την εξέλιξη των πραγμάτων. Η Μαρία Μπράουν, έχοντας βιώσει την προδοσία, οδηγείται στο αναπάντεχο και τραγικό της τέλος. Το «Οικονομικό θαύμα» αποδεικνύεται, κατά τα λόγια του σπουδαίου μελετητή Τζορτζ Στάινερ, ένα «κούφιο θαύμα».

Η παράσταση: Κύλησε όλη σε εικόνες. Κάθε μια είχε τον τίτλο της. Τα ιστορικά ντοκουμέντα, ό, τι καλύτερο από σκηνοθετική ευρηματικότητα. Τα σκηνικά ναι μεν μίνιμαλ, έχουν την υπογραφή του Άγγελου Μέντη, αλλά εξυπηρέτησαν τη λιτή γραμμή που επέβαλε ο σκηνοθέτης . Ατυχώς, δεν μπόρεσε να συμμαζέψει το όλο θέμα. Το πλατείασε στις τρεις περίπου ώρες (ευτυχώς, είχε διάλειμμα) κι ασφαλώς κούρασε το κοινό. Κατά την έξοδο αφουγκράστηκα τα σχόλια. Μοιρασμένα. Είναι και το δίκιο έτσι. Επειδή τα δρώμενα δεν ήταν σαφή (προσωπικά, λατρεύω τους υπαινιγμούς), πολλοί «χάθηκαν» στη μετάφραση. Ίσως, να μην ενδιέφερε τον σκηνοθέτη αυτή η παράμετρος και υλοποίησε, με κάθε κόστος , το όραμά του. Οι ερμηνείες των καλών ηθοποιών (όλοι τους με διακρίσεις) ακολούθησαν τις σκηνοθετικές υποδείξεις, οι οποίες τις ήθελαν επιτηδευμένες, ενώ η εξαιρετική Λένα Παπαληγούρα υποδύθηκε μια Μαρία Μπράουν, πολυσχιδή προσωπικότητα. Πότε αινιγματική, άλλοτε υπαινικτική, συχνά ερωτική, σε αρκετές δόσεις κυνική, αλλά και ευάλωτη και συναισθηματική κι αυτή η πολυπλοκότητα στη συμπεριφορά της έφερε και την προσήλωση θεατών επάνω της. Η ιδιαίτερη εκφορά του λόγου, πιθανώς, να ενόχλησε μερικούς , αλλ’ αυτό είναι και ένα επίτευγμα. Ένας στρόβιλος συναισθημάτων η ίδια, παρέσυρε στη δίνη του κι εμάς.

Το μουσικό μοτίβο άρεσε πολύ, προσέδιδε διάσταση θεατρική στη διασκευή, οι φωτισμοί δε, οριοθετούσαν εύστοχα τόπο και χρόνο.

Λεπτομέρειες που χρεώνονται στα πλην της παράστασης, οι επί σκηνής μετατροπές του Χέρμαν-Μουμούρη από σακάτη σε αρτιμελές πρόσωπο, που αποχωρούσε περπατώντας κανονικά μετά το πέρας της εικόνας του, ενώ θα έπρεπε να βγει με πατερίτσα και κουτσός από την κουίντα. Ακόμη, στη φυλακή, ο σκηνοθέτης άλλοτε έβαζε νοητό πέτασμα ανάμεσα στον φυλακισμένο και τον επισκέπτη κι άλλοτε το καταργούσε αναίτια. Τα γράφω, επειδή κι οι λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά στις θεατρικές παραστάσεις.

Το θετικό είναι ότι οι Θεσσαλονικείς συνέρρευσαν, κάτω από κακές συνθήκες, να δουν Φασμπίντερ στη σκηνή κι αυτό από μόνο του είναι άξιο λόγου.

Συντελεστές:

Μετάφραση-Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκεύας
Σκηνικά-Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Σήμη Τσιλαλή
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Φιλμ: Γιώργος Σκεύας
Βοηθός σκηνοθέτη: Γιάννης Σαβουιδάκης
Διεύθυνση παραγωγής: Όλγα Μαυροειδή
Παραγωγή: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος, ΛΥΚΟΦΩΣ
Πρωταγωνιστούν: Λένα Παπαληγούρα, Μάξιμος Μουμούρης, Γιάννης Νταλιάνης, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Γιώργος Συμεωνίδης, Νίκος Γεωργάκης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ