Η «Ελένη» του Ρίτσου ήρθε στο «Αντιγόνη Βαλάκου». Η «Ελένη» απ’ την «τέταρτη διάσταση» του ποιητή, ως φόρος κατάφασης στη δύναμη της ποίησης, του θεάτρου και της ζωής από τον Δήμο Αβδελιώδη, έτσι όπως τον επεξεργάστηκε και τον παρουσίασε στο κοινό.

Η «Ελένη», ένας από τους πιο συγκλονιστικούς γυναικείους μονολόγους, έκανε πρεμιέρα τον Μάρτιο του 2017 στο θέατρο Αυλαία της Θεσσαλονίκης και από τότε συνεχίζει το “ονειρικό” ταξίδι της σ’ επιλεγμένες στάσεις τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό.

Η «Τέταρτη διάσταση» του Γιάννη Ρίτσου, συντίθεται στο χρονικό διάστημα 1956-1974. Βασικό συστατικό στοιχείο της συλλογής αποτελεί ο αρχαίος ελληνικός μύθος. Σε οκτώ από τα δεκαεπτά ποιήματα, ο λόγος εκφωνείται από γυναίκα. «Η Ελένη» γράφεται στο Καρλόβασι της Σάμου το έτος 1970. Η μυθική προσωπικότητα από την οποία εκκινεί ο ποιητής για να γράψει τη σύνθεση είναι η ωραία Ελένη, η Ελένη της Τροίας, η Ελένη της Σπάρτης ή απλά, η Ελένη.

Η χρονική στιγμή που επιλέγει ο Ρίτσος να τοποθετήσει την «Ελένη» είναι πριν από την ύστατη στιγμή του θανάτου. Η υλική φθορά έχει διαβρώσει το περιβάλλον γύρω της, όσο η φυσική φθορά στην ηλικία των εκατό ή διακοσίων χρονών που την παρουσιάζει ο ποιητής, έχει μεταβάλει το σώμα της και έχει αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά της.

Στον συγκεκριμένο μονόλογο, η σκηνοθεσία αφαιρεί το γήρας από την εικόνα της Ελένης και την παρουσιάζει ακμαία, ωραία, επιβλητική, άφθαρτη εξωτερικά. Γίνεται εκτεταμένη περιγραφή του σπιτιού –έξω και μέσα- έως την κρεβατοκάμαρα. Η φθορά και η εγκατάλειψη, υπονοούνται.

Ωστόσο, η «Ελένη» που είδαμε στο «Αντιγόνη Βαλάκου» είναι ένα ποίημα – παράσταση, όπου μιλάει η ίδια.  Μιλά σε κάποιον ακροατή, φανταστικό, αληθινό, ζωντανό μα και νεκρό, μιλά σε μάς, μιλά στον ίδιο τον εαυτό της και θυμάται, αναπολεί, σκέφτεται μεγαλόφωνα.

«Μη φύγεις. Μείνε λίγο ακόμα. Έχω τόσον καιρό να μιλήσω.
Κανείς δεν έρχεται πια να με δει. Βιαστήκαν όλοι να φύγουν.
Το ’δα στα μάτια τους — βιαζόνταν όλοι να πεθάνω. Δεν κυλάει ο χρόνος.
Οι δούλες με μισούν. Ακούω τις νύχτες να μου ανοίγουν τα συρτάρια,
να παίρνουν τις δαντέλες, τα κοσμήματα, τα χρυσά τάλαντα· — ποιός ξέρει
αν θα μ’ αφήσαν κάνα φόρεμα της προκοπής για μια ώρα ανάγκης
και κάνα ζευγάρι παπούτσια. Τα κλειδιά μού τα πήραν κι εκείνα
κάτω απ’ το μαξιλάρι μου· — δε σάλεψα διόλου· έκανα πως κοιμόμουν —
έτσι κι αλλιώς μια μέρα θα τα παίρναν· — ας μην ξέρουν τουλάχιστο πως ξέρω.

Τί θα γινόμουν αν δεν είχα κι αυτές; «Υπομονή, υπομονή», λέω·
«υπομονή», — κι είναι κι αυτό σαν μια ελάχιστη νίκη, την ώρα
που αυτές διαβάζουν τις παλιές επιστολές των θαυμαστών μου
ή τα ποιήματα που μου ’χαν αφιερώσει μεγάλοι ποιητές· — τα διαβάζουν
με ηλίθιο στόμφο και με λάθη πολλά στην προφορά, στους τονισμούς, στο μέτρο
και στο συλλαβισμό· — δεν τις διορθώνω. Κάνω πως δεν ακούω».

Από τούτο το κομμάτι του ιδιότυπου ποιήματος του Γιάννη Ρίτσου, προφανώς, εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης την ιδέα να στήσει ένα θεατρικό αναλόγιο με αφηγήτρια μια νέα και ωραία ηθοποιό, την Βερόνικα Αργέντζη, να μιλά για 55 λεπτά, δίχως τίποτα σωστά. Μήτε τονισμό, μήτε χρώμα, μήτε κίνηση. Όλα λάθος. Μια πλαγγόνα βιτρίνας με λευκό φόρεμα που έλεγε, έλεγε, όρθια στη μέση της σκηνής, σχεδόν ακούνητη, πλην των χεριών της και σ’ άλλους άρεσε (;) σε άλλους πάλι, καθόλου (!)  Ο σκηνοθέτης την έστησε στο κέντρο με αχνό φωτισμό σ’ όλη τη διάρκεια του μονολόγου και στο φινάλε, επιτέλους, φωτίστηκε το πρόσωπό της. Την ήθελε οπτασία, όραμα, αλλά δεν του βγήκε η ρηξικέλευθη πρότασή του ούτε στο ελάχιστο. Το βίντεο από πίσω της ήταν άλλο ένα ολέθριο ατόπημα. Ένας καπνός ή σύννεφο που κινούνταν διαρκώς, «έπαιρνε» τα μάτια όλων μας, αποπροσανατόλιζε το μυαλό, αδύνατον να συγκρατήσει ο θεατής την ποίηση, τον λόγο, την ιστορία. Λυπάμαι πολύ που στο φινάλε ακούστηκε ένα χλιαρό χειροκρότημα.

Με σεβασμό και υπόληψη στο έργο και την προσωπικότητα του Δήμου Αβδελιώδη, λέω πως τον προτιμούμε σκηνοθέτη στον κινηματογράφο, παρά στο θέατρο. Όσο για την καλή ηθοποιό και πολύ ωραία γυναίκα Βερόνικα Αργέντζη, σαν ευσυνείδητη εργάτρια του θεάτρου, εκτέλεσε πειθαρχημένα όλες τις υποδείξεις του σκηνοθέτη της.

Προχωρώ στο κείμενο του Ρίτσου. Η Ελένη αναφέρεται στο δικό της «εδώ και τώρα». Μιλά για τη ζωή της, σα μια μικρή αποτίμηση πριν το τέλος της. Τοποθετείται σ’ ένα στάδιο μεταξύ ζωής και θανάτου. Συνυπάρχει σ’ ένα σπίτι με τους νεκρούς και τις νεαρές ματαιόδοξες δούλες, μεταξύ ζωντανών και νεκρών. Δείχνει πως δεν ανήκει σε καμία από τις δύο πλευρές. Γερασμένη μεν, αλλά όχι νεκρή και το γήρας δε την εμποδίζει να εκτιμά τον εαυτό της.

«Δεν κοίταξα άλλο· ούτε άκουγα σχεδόν τις πολεμόχαρες κραυγές του. Εγώ, ψηλά, στα τείχη, πάνω απ’ τα κεφάλια των θνητών, αέρινη, σάρκινη, χωρίς ν’ ανήκω σε κανέναν, χωρίς να ’χω κανενός την ανάγκη, σα να ’μουν ολόκληρος ο έρωτας, ελεύθερη από τον φόβο του θανάτου και του χρόνου, μ’ ένα άσπρο λουλούδι στα μαλλιά μου, μ’ ένα λουλούδι ανάμεσα στα στήθη μου, κι ένα άλλο στα χείλη να μου κρύβει το χαμόγελο της ελευθερίας». Και παρακάτω: «Είχα κινήσει τα χέρια, είχα υψωθεί στα νύχια των ποδιών, κι αναλήφθηκα αφήνοντας να πέσει απ’ τα χείλη μου και το τρίτο λουλούδι. Αυτό μου μένει ακόμη, κάτι σαν ανταμοιβή, σαν απόμακρη δικαίωση, κι ίσως αυτό να μείνει, λέω, κάπου, στον κόσμο μια στιγμιαία ελευθερία, φανταστική, βέβαια, κι αυτή»

Τούτη η συμβολική ανάληψη είναι για τον Ρίτσο η μοναδική δικαίωση της Ελένης. Στη συγκεκριμένη παράσταση – αναλόγιο αυτή η «ανάληψη» της ηρωίδας του ποιητή, έγινε και δεν έγινε αντιληπτή από το κοινό. Αποδόθηκε τόσο βιαστικά και τόσο άγαρμπα. Τι κρίμα! Το «the flower duet» που έντυσε την τελευταία σκηνή, ήταν ό,τι καλύτερο από τη συνολική δουλειά με την υπογραφή του Δήμου Αβδελιώδη.

Συντελεστές:

Διδασκαλία Ερμηνείας, Σκηνική όψη, Σκηνοθεσία: Δήμος Αβδελιώδης

Ένδυμα, μακέτες: Αριστείδης Πατσόγλου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Κατερίνα Βοσκοπούλου

Trailers: Φοίβος Αβδελιώδης

Φωτογραφίες: Μαρούσα Μαραβέλια

Προβολή και επικοινωνία: Βάσω Σωτηρίου-We will

Ερμηνεύει, η Βερόνικα Αργέντζη

Φωνή Αφηγητή: Δήμος Αβδελιώδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ